Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Άγιος Φανούριος


Άγιος Φανούριος

Ο Άγιος Φανούριος είναι αναμφίβολα μια άγια, σημαντική νεανική μορφή, που ξεχωρίζει με τον δικό του τρόπο ανάμεσα στους άλλους Αγίους της χριστιανοσύνης, γιατί δεν τιμάται απλώς σε μια μόνον ημε­ρομηνία, αλλά η πίστη των χριστιανών κά­νει συχνά τη γνωστή φανουρόπιτα.

 Ο Άγιος Φανούριος, που έζησε στα Ρω­μαϊκά χρόνια, συγκρούσθηκε τότε θαρρετά με τον κόσμο της ειδωλολατρίας, γιατί το χριστιανικό πνεύμα του θεανθρώπου, δεν του επέτρεπε ν' αρνηθεί τις αναμφισβήτη­τα ενάρετες αρχές του. Έτσι τα 12 μαρτύ­ρια που υπόφερε ο Άγιος, αποτελούν για μας ένα δυνατό κίνητρο για αντοχή και προ­σκόλληση στις ηθικές αξίες του χριστιανι­σμού, για να βγούμε νικητές από ένα αδιά­κοπο αγώνα, ενάντια στην απιστία και αδικία της εποχής μας. Ο Άγιος μας δίδαξε με την πραγματική θυσία του, πως εμείς τώ­ρα δεν παλεύουμε βέβαια με στρατοκράτες Ρωμαίους και απαίσιους Αγαρηνούς, αλλά έχομε ν' αντιμετωπίσουμε τις πιο έντεχνα στημένες παγίδες του υλισμού και αθεϊσμού, που προσπαθούν μαζικά να σαρώσουν τις τάξεις των χριστιανών.

 Ο Άγιος Φανούριος ακόμα μας δίδαξε, πως το στεφάνι της ενάρετης ζωής δεν κερ­δίζεται εύκολα, αλλά μόνον με συνεχείς δο­κιμασίες, με θάρρος, υπομονή και αντοχή. Επομένως σαν αληθινοί αγωνιστές της πί­στεως ας μιμηθούμε την υποδειγματική και άμεμπτη ζωή του Αγίου, για να καταξιωθούμε κάποτε κι εμείς να τιμήσουμε το χρι­στιανικό όνομα που φέρουμε, όπως κι αυ­τός επάξια το τίμησε.

Γενικά για τη ζωή του

Για την καταγωγή και τη ζωή του Αγίου Φανουρίου δεν υπάρχει τίποτε συγκε­κριμένο, επειδή όλα τα στοιχεία της ζωής του χάθηκαν σε καιρούς ανωμαλίας.

 Τα μόνα στοιχεία που έχομε αναφορικά με τον Άγιο είναι η εύρεση της εικόνας του, γύ­ρω στα 1500 μ.Χ., σύμφωνα με τα συναξά­ρια, ή κατ' άλλους γύρω στα 1355-1369 μ.Χ. Άλλοι υποστηρίζουν πως η εικόνα του Αγίου βρέθηκε στη Ρόδο και άλλοι στην Κύπρο.

Η εύρεση της εικόνας

Επιστρέφομε στο παρελθόν, όταν οι Αγαρηνοί εξουσίαζαν τη Ρόδο και απο­φάσισαν να ξαναχτίσουν τα τείχη της πόλης, που βάρβαρα κατέστρεψαν και κατεδάφισαν στον πόλεμο λίγα χρόνια πριν.

Άρχισαν λοιπόν να στέλλουν εργάτες έξω απ' το νότιο μέρος του φρουρίου και να μαζεύουν πέτρες απ' τα μισογκρεμισμένα σπίτια των κατοίκων, για να ξαναφτιάξουν τα νέα και ισχυρά τείχη της πόλης τους. Ξαφνικά μέσα στα χαλάσματα βρήκαν μια ωραιότατη, αλλά μισοχαλασμένη στη μια πλευρά εκκλησία κι εκεί μέσα βρήκαν ένα σωρό εικόνες, που απ' την πολυκαιρία δεν ξεχώριζαν τις μορφές των Αγίων καθώς και τα γράμματα, που είχανε επάνω τους.

Μια μόνο καταπληκτική εικόνα ξεχώριζε απ' όλες, που ο χρόνος δεν την άγγιξε και παρίστανε ένα νέο ντυμένο σαν στρατιώτης. Ο Μητροπολίτης της Ρόδου Νείλος έτρεξε αμέσως επί τόπου και διάβασε καθαρά το όνομα του Αγίου, που λεγόταν Φανούριος. Συγκινημένος ο Σεβασμιώτατος, για τη φανέρωση του Αγίου, παρατήρησε, πως ήταν ντυμένος σαν Ρωμαίος στρατιωτικός, κρα­τώντας στο αριστερό χέρι του ένα σταυρό και στο δεξιό μια αναμμένη λαμπάδα. Ο α­γιογράφος ακόμα ολόγυρα της εικόνας ζω­γράφισε σε δώδεκα παραστάσεις τα μαρτύ­ρια, που υπόφερε ο Άγιος και, που εξιστορούν ολοφάνερα την όλη ζωή του.

Οι παραστάσεις αυτές είναι οι ακόλουθες:

Α΄. Ο Άγιος παρουσιάζεται όρθιος μπρο­στά στο Ρωμαίο ανακριτή του και φαίνεται ν' απολογείται με θάρρος και να υπερασπί­ζει την χριστιανική πίστη του.

Β΄. Οι στρατιώτες εδώ επεμβαίνουν και χτυ­πούν με πέτρες στο κεφάλι και στο στόμα τον Φανούριο, για ν' αναγκασθεί να υποκύ­ψει και ν' αρνηθεί τον Κύριο.

Γ΄. Οι στρατιώτες έχουν εξαγριωθεί πια απ' την επιμονή του Φανουρίου, γι' αυτό τον έριξαν κάτω και τον χτυπούν τώρα άγρια με ξύλα και ρόπαλα, για να κάμψουν το ακμαίο ηθικό του.

Δ΄. Ο Φανούριος είναι στη φυλακή κι εκεί βασανίζεται με αποτρόπαιο τρόπο. Φαίνε­ται εντελώς γυμνός κι οι στρατιώτες ολόγυ­ρα του ξεσχίζουν τις σάρκες του με αιχμη­ρά σιδερένια εργαλεία. Ο Άγιος υπομένει αγόγγυστα το τρομερό μαρτύριό του.

Ε΄. Ο Φανούριος βρίσκεται και πάλι στη φυ­λακή και προσεύχεται στον θεό, για να τον ενισχύσει ν' αντέξει μέχρι τέλους τα βασανι­στήρια.

ΣΤ΄. Ο Άγιος παρουσιάζεται και πάλιν μπροστά στον Ρωμαίο ανακριτή για ν' απο­λογηθεί για τη στάση του. Απ' την ατάρα­χη έκφραση του προσώπου του φαίνεται, πως ούτε τα βασανιστήρια που υπόφερε, ούτε οι μελλοντικές απειλές του τυράννου του εκλόνισαν την πίστη και έτσι απτόητος περιμένει ακόμη χειρότερα μαρτύρια.

Ζ΄. Οι δήμιοι του Φανουρίου με μανία και σκληρότητα καίουν με αναμμένες λαμπάδες το ολόγυμνο σώμα του, που φαίνεται έτσι η ανυπέρβλητη θυσία του για τον Εσταυ­ρωμένο. Ο Άγιος νικά και πάλιν με την α­δάμαστη θέληση και καρτερία του στον Κύ­ριο.

Η΄. Εδώ οι άγριοι βασανιστές του χρησιμο­ποιούν και μηχανικά μέσα για να φθάσουν στο κορύφωμα του μαρτυρίου του. Έχουν δέσει τον Άγιο πάνω σ' ένα μάγκανο κι αυ­τό σαν περιστρέφεται, του συντρίβει τα κόκκαλα. Υποφέρει εκείνος αγόγγυστα αλλά στο ωραίο πρόσωπό του είναι ζωγραφισμέ­νη ανέκφραστη αγαλλίαση, γιατί υποφέρει για χάρη του Κυρίου.

Θ΄. Ο Φανούριος ρίπτεται σ' ένα λάκκο, για να γίνει βορά άγριων θηρίων κι οι δήμιοί του από πάνω παρακολουθούν να δούνε το τέ­λος του. Τα θηρία όμως έχουν κυριολεκτι­κά εξημερωθεί απ' τη χάρη του Θεού, γι' αυ­τό τον περιτριγυρίζουν ήσυχα σαν αρνάκια και απολαμβάνουν θαυμάσια τη συντροφιά του.

Ι΄. Οι δήμιοί του δεν ικανοποιούνται απ' το προηγούμενο αποτέλεσμα κι έτσι τον βγάζουν απ' τον λάκκο και τον καταπλακώνουν μ' ένα μεγάλο λίθο, βέβαιοι πια πως θα τον αποτελειώσουν. Τίποτε όμως δεν πετυχαίνουνε κι αυτή τη φορά.

ΙΑ΄. Η σκηνή παρουσιάζει τον Άγιο μπρο­στά σε βωμό, όπου οι δήμιοί του τον προτρέπουν να θυσιάσει, βάζοντας στις παλά­μες του αναμμένα κάρβουνα. Ο Φανούριος βγαίνει και απ' αυτή τη δοκιμασία νικητής και αυτό διακρίνεται από ένα διάβολο, που έχει τη μορφή δράκου, που πετά στον αέ­ρα και κλαίει για την αποτυχία του.

ΙΒ΄. Η τελευταία σκηνή είναι το τέλος του μαρτυρίου του, με τον Φανούριο ριγμένο σ' ένα μεγάλο καμίνι να στέκεται όρθιος πάνω σ' ένα σκαμνί και να τον περιζώνουν φλόγες και καπνοί. Ο Άγιος φαίνεται να προ­σεύχεται αδιάκοπα στον Θεό, χωρίς να εκφράζει κανένα παράπονο ή γογγυσμό κι έτσι άκαμπτος κι ανυποχώρητος πέταξε στα ουράνια, γεμάτος ικανοποίηση για όσα βάσανα υπόφερε για χάρη του Κυρίου.

Το χτίσιμο του ναού

Ο Μητροπολίτης τότε του νησιού, ο Νείλος, όταν μελέτησε επισταμένα την εικόνα που βρέθηκε, αποφάνθηκε, πως ο Φανούριος ήταν ένας απ' τους σπουδαιότερους μεγαλομάρτυρες της Πίστεώς μας. Αμέσως έστειλε αντιπροσωπεία στον ηγεμόνα του νησιού και τον παρακαλούσε να του δώσει άδεια για ν' ανακαινίσει την εκκλησία. Όταν όμως ο ηγεμόνας αρνήθηκε, τότε ο Μητροπολίτης μετέβη ο ίδιος προσωπικά στην Κωνσταντινούπολη και κατόρθωσε να εξασφαλίσει απ' τον Σουλτάνο την άδεια που ζητούσε. Επέστρεψε σύντομα στη Ρόδο κι αναστήλωσε το ναό ακριβώς στην παλιά θέση του, έξω από τα τείχη του. Ο ναός σώζεται ως τα σήμερα και αποτελεί από τότε ιερό προσκύνημα όλων των Χριστιανών.

Στοιχεία απ' την εύρεση της εικόνας

Βλέποντας την εικόνα του Αγίου Φανουρίου που βρέθηκε στη Ρόδο, εξάγουμε πολλά αξιόλογα στοιχεία που είναι τα ακόλουθα:

1.   Σαν διαβάσουμε στην εικόνα το όνομα του Αγίου συμπεραίνομε αμέσως, πως είναι ελληνικής καταγωγής.
2. Επίσης συμπεραίνομε πως οι γονείς του ήταν πολύ ευσεβείς, για να του δώσουν ένα τόσο χριστιανικό όνομα.
3. Ο νέος αυτός ακόμα θα ήταν πολύ μορφωμένος για να γίνει στρατιωτικός.
4. Υπολογίζουμε ακόμα πως τα μαρτύρια του Αγίου Φανουρίου έγιναν τον β' και γ' αιώνα, όταν οι διωγμοί των χριστιανών βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους.
5. Ο Φανούριος ολοφάνερα αποδεικνύεται πως ήταν Μεγαλομάρτυρας απ' τα πολ­λά και φοβερά μαρτύρια που υπέφερε.
6. Βεβαιωνόμαστε επίσης πως ετιμάτο απ' τους πιστούς χριστιανούς απ' τα χρόνια του μαρτυρίου του σε χριστιανικούς ναούς, για να βρεθεί μάλιστα ένας τέτοιος ναός και στη Ρόδο.
7.   Απ' την απεικόνιση του Αγίου φαίνεται πως ο Φανούριος μαρτύρησε σε νεαρά ηλικία.

Θαύματα του Αγίου

Ο Άγιος Φανούριος έκανε αρκετά θαύ­ματα στους πιστούς που επικαλούνται το όνομά του κι ένα απ' αυτά είναι το ακό­λουθο:

Σε μια περίοδο της ιστορικής ζωής της η Κρήτη ήταν υποδουλωμένη στους Λατίνους (1204 - 1669 μ.Χ.), που είχαν δικό τους Αρχιεπίσκοπο και γι' αυτό προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να παρασύρουν τους κατοίκους του νησιού στον Καθολικισμό (Παπισμό).

Έτσι οι Λατίνοι πήρανε σαν καταπιεστικό μέτρο ενάντια στην Ορθοδοξία να μην επιτρέπουν να χειροτονούνται ιερείς στην Κρήτη, οπότε οι Κρητικοί αναγκάζονταν να μεταβαίνουν στο νησί Τσιρίγο (Κύθηρα) για να χειροτονηθούν ιερείς από Ορθόδοξο Αρχιερέα, που έδρευε εκεί.

Κάποια εποχή λοιπόν ξεκίνησαν απ' την Κρήτη τρεις διάκονοι για το Τσιρίγο κι αφού χειροτονήθησαν εκεί ιερείς, επέστρεφαν τρισευτυχισμένοι στο πολύπαθο τότε απ' τη σκλαβιά νησί τους. Κατά κακή τους τύχη Αγαρηνοί πειρατές τους συνέλαβαν στο πέλαγος, τους μετέφεραν στη Ρόδο, όπου τους πώλησαν σε τρεις διαφορετικούς Αγαρηνούς αφέντες.

Η θέση των τριών ιερέων ήταν αξιοθρή­νητη κι όμως μια γλυκιά προσμονή ήλθε να γλυκάνει το πικρό παράπονό τους. Μάθα­νε πως στη Ρόδο ο Άγιος Φανούριος θαυματουργούσε και σ' αυτόν στήριξαν τις ελπίδες τους κι ολοένα προσεύχονταν και τον επικαλούνταν ο καθένας τους ξεχωριστά, για να τους λυτρώσει απ' την σκληρή αιχμαλωσία στους μιαρούς Αγαρηνούς.

Ζήτησε, λοιπόν, ο κάθε ιερέας, χωρίς να συνεννοηθούν μεταξύ τους, απ' τον αφέντη του, να του δώσει άδεια να μεταβεί στην εκκλησία για να προσκυνήσει την εικόνα του Αγίου Φανουρίου. Πήρανε κι οι τρεις τους μ' ευκολία την άδεια, προσκύνησαν μ' ευ­λάβεια την εικόνα του Αγίου βρέχοντας τη γη με τα δάκρυά τους γονατιστοί σαν προσεύχονταν και με όλη τη δύναμη της ψυχής τους παρακαλούσαν τον Άγιο Φανούριο να μεσολαβήσει για να γλυτώσουν πια απ' τα χέρια των Αγαρηνών.

Αφού οι ιερείς αναχώρησαν, ανακουφισμένοι απ' τον πόνο τους, ο Άγιος Φανούριος παρουσιάστηκε τη νύχτα και στους τρεις αφέντες τους και τους διέταξε να ελευθερώσουν τους σκλάβους ιερείς τους, διαφορετικά θα τους τιμωρούσε σκληρά. Οι Αγαρηνοί όμως άρχοντες θεώρησαν την επέμβαση του Αγίου σαν κάποια μαγεία, γι' αυτό αλυσόδεσαν τους σκλάβους τους κι άρχισαν να τους βασανίζουν με χειρότερο τρόπο. 

Την άλλη όμως νύχτα ο Άγιος Φανούριος επέμβηκε πιο αποτελεσματικά, έλυσε τους τρεις ιερείς απ' τα δεσμά τους και τους υποσχέθηκε, πως θα τους ελευθέρωνε από τους Αγαρηνούς την άλλη μέρα. Φανερώθηκε και πάλι στους Αγαρηνούς και τους απείλησε αυτή τη φορά, πως αν δεν ελευθέρωναν το πρωί τους ιερείς, θα μεταχειρι­ζότανε σκληρά μέτρα γι' αυτούς.

Το άλλο πρωί οι Αγαρηνοί αισθάνθησαν την τιμωρία, γιατί έχασαν όλοι το φως τους και το κορμί τους έμεινε παράλυτο. Έτσι αναγκάσθησαν τότε να συμβουλευτούν τους συγγενείς τους, για να συζητήσουν το κα­κό που τους βρήκε. Όλοι δε οι άρχοντες αποφάσισαν να καλέσουν τους τρεις ιερείς, μήπως μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Οι ιερείς την μόνη απάντηση που έδωσαν ήταν, πως αυτοί θα παρακαλούσαν τον Θεό τους κι Εκείνος θα αποφάσιζε.


Την τρίτη νύχτα παρουσιάστηκε πάλι ο Άγιος Φανούριος στους Αγαρηνούς και τους ανακοίνωσε πως αν δεν έστελναν οι τρεις άρχοντες γραπτώς στο ναό του τη συγκατάθεση τους για την απελευθέρωση των ιερέων, δεν θα ξανάβρισκαν πια την υγεία τους. Οι Αγαρηνοί τότε θέλοντας και μη έγραψαν το γράμμα που ζήτησε ο Άγιος Φανούριος και δήλωναν απερίφραστα, πως παραχωρούσαν, στους τρεις ιερείς την ελευθερία τους. Αυτές οι δηλώσεις τους κατατέ­θηκαν στον ιερό ναό του Αγίου. 

Πριν ακόμα επιστρέψει η αντιπροσωπεία των Αγαρηνών απ' το ναό, οι τυφλοί και παράλυτοι άπιστοι έγιναν εντελώς καλά με το θέλημα του Αγίου. Οι πλούσιοι Αγαρηνοί έδωσαν στους τρεις ιερείς όλα τα έξοδα του ταξιδιού τους κι αυτοί πριν αναχωρή­σουν κατέφυγαν στην εκκλησία, και αφού ευχαρίστησαν τον Άγιο για την απελευθέ­ρωσή τους, αντέγραψαν πιστά την εικόνα του Αγίου Φανουρίου και την πήραν στην Κρήτη, όπου την τιμούσαν κάθε χρόνο με δοξολογίες και λιτανείες.

Η πίτα του Αγίου Φανουρίου

Η μεγάλη τιμή που τρέφουν οι χριστιανοί στον Άγιο Φανούριο, έγινε αιτία να δημιουργηθεί στο λαό το παραδοσιακό έθιμο της πίττας του Αγίου ή καλύτερα της φανουρόπιτας.

Η πίτα συνήθως είναι μικρή και στρογγυλή και γίνεται από καθαρό αλεύρι, ζάχαρη, κανέλλα, λάδι κι αφού όλα αυτά τα υλικά ανακατευθούν, ζυμώνονται, μπαίνουν σε στρογγυλή φόρμα και η πίττα ψήνεται σε μέτρια θερμοκρασία στο φούρνο.

Η πίτα γίνεται για να φανερώσει ο Άγιος σε κάποιον ένα χαμένο αντικείμενο, κά­ποια δουλειά αν ένας είναι άεργος, κάποια χαμένη υπόθεση, την υγειά σε κάποιο άρρωστο και άλλα παρόμοια.

Η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του στις 27 Αυγούστου.

De Siris

Χρυσόστομος Σμύρνης


Χρυσόστομος Σμύρνης

Ο Χρυσόστομος (Καλαφάτης) ήταν ο τελευταίος Μητροπολίτης Σμύρνης. Βρήκε μαρτυρικό θάνατο, κατακρεουργήθηκε από φανατισμένο όχλο κατά την ανακατάληψη της πόλης από τους Τούρκους τον Αύγουστο του 1922.
Γεννήθηκε το 1867 στην Τρίγλια της Βιθυνίας, στην Προποντίδα. Ήταν γιος του Νικολάου Καλαφάτη και της Καλλιόπης Λεμωνίδου, οι οποίοι απέκτησαν συνολικά 8 παιδιά, 4 αγόρια και 4 κορίτσια. Ο πατέρας του ήταν νομομαθής και αντιπροσώπευε συμπολίτες του ενώπιον των τουρκικών δικαστηρίων. Επίσης, αναμιγνυόταν στα κοινά και εκλεγόταν δημογέροντας. Η μητέρα του ήταν ευλαβής χριστιανή και αναφέρεται ότι τον είχε τάξει στην Παναγία.

Πρώτα χρόνια

Ο Χρυσόστομος εκδήλωσε νωρίς την επιθυμία του να γίνει κληρικός. Οι γονείς του έγιναν αρωγοί στην επιθυμία του, πουλώντας ακίνητη περιουσία και στέλνοντάς τον οικότροφο στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου είχε την τύχει να έχει σπουδαίους δασκάλους. Είχε επίσης την τύχη να αναλάβει τα έξοδα των σπουδών του ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντίνος Βαλιάδης, ο οποίος τον γνώρισε σε μια επίσκεψή του στη Σχολή και εξετίμησε τις επιδόσεις του. Ο Χρυσόστομος αποφοίτησε από τη Σχολή με «άριστα».

Ο Μητροπολίτης Κωνσταντίνος τον χειροτόνησε διάκονο και τον προσέλαβε ως αρχιδιάκονο στη Μητρόπολη Μυτιλήνης και κατόπιν στη Μητρόπολη Εφέσου, όπου μετατέθηκε. Το 1896 ο Χρυσόστομος ασχολήθηκε με το θέμα που δημιούργησαν καθολικοί καλόγεροι της Μονής των Λαζαριστών της Σμύρνης, οι οποίοι, θέλοντας να προσηλυτίσουν Ορθοδόξους της Ιωνίας, αγόρασαν κοντά στην Έφεσο μια τοποθεσία που λεγόταν Καπουλή-Παναγιά και διέδωσαν ότι βρήκαν εκεί τον τάφο της Παναγίας. Ο Χρυσόστομος προέβη σε πλήθος δημοσιευμάτων, τεκμηριωμένων επιστημονικά, τα οποία εξέδωσε και σε βιβλίο. Κατόπιν αυτού, οι Λαζαριστές υποστήριξαν ότι επρόκειτο για σπίτι της Θεοτόκου.

Στις 2 Απριλίου 1897 ο Μητροπολίτης Εφέσου Κωνσταντίνος εκλέχθηκε Οικουμενικός Πατριάρχης (Πατριάρχης Κωνσταντίνος Ε΄). Στις 18 Μαΐου του ίδιου έτους χειροτόνησε πρεσβύτερο τον Χρυσόστομο και τον χειροθέτησε Μέγα Πρωτοσύγκελο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Από τη θέση αυτή προήδρευσε μικτής επιτροπής Ορθοδόξων και Αγγλικανών με θέμα την ένωση των δύο Εκκλησιών. Από τη θέση αυτή επίσης καλλιεργεί την ευγλωττία του στο κήρυγμα. Μνημειώδης θεωρείται ο επικήδειός του προς τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πρώην Κωνσταντινουπόλεως Σωφρόνιο, πνευματικό πατέρα του Κωνσταντίνου Ε΄, καθώς επίσης και ο λόγος προς τον Εσταυρωμένο, τη Μεγάλη Παρασκευή του 1901. Ιδιαίτερα όμως διακρίθηκε για τη συμβολή του στη ματαίωση των σχεδίων του αρχηγού της Πανσλαβιστικής Παλαιστίνιας Εταιρίας του Παπαδονότσεφ που επεδίωκε να αλλοιώσει τον ελληνικό χαρακτήρα του Αγίου Όρους και να εκσλαβίσει τα Πατριαρχεία Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.

Την ίδια ημέρα, Μεγάλη Παρασκευή του 1901, απομακρύνθηκε από το Θρόνο ο Κωνσταντίνος Ε΄ και κατόπιν επανεξελέγη ο δυναμικός Ιωακείμ Γ΄ Μεγαλοπρεπής. Και αυτός όμως εκτίμησε τα προσόντα του Χρυσοστόμου, και έτσι εκλέγεται παμψηφεί, στις 23 Μαΐου 1902 Μητροπολίτης Δράμας. Την ημέρα της εκλογής του, απευθυνόμενος στον Πατριάρχη, είπε τα εξής προφητικά: «Εν όλη τή καρδία και εν όλη τη διανοία θα υπηρετήσω την Εκκλησίαν και το Γένος, και η μίτρα, την οποίαν αι άγιαι χείρες σου εναπέθεσαν επί της κεφαλής μου, εάν πέπρωται να απολέση ποτέ την λαμπηδόνα των λίθων της, θα μεταβληθή εις ακάνθινον στέφανον μάρτυρος ιεράρχου», πράγμα που έγινε 20 χρόνια αργότερα.

Μητροπολίτης Δράμας

Διετέλεσε Μητροπολίτης Δράμας, Φιλίππων και Ζιχνών μέχρι το 1910. Κατά την περίοδο αυτή αντιμετώπισε την τρομοκρατική δράση του βουλγαρικού κομιτάτου καθώς και την τότε ρουμανική προπαγάνδα και ανέπτυξε έξοχη εθνική δράση, συγκρατώντας τους πεπλανημένους, ενθουσιάζονατς τους λιγόψυχους και αναλαμβάνοντας ο ίδιος την διεύθυνση του αγώνα κατά των Βουλγάρων συμμοριτών. Παράλληλα έκτισε μεγαλοπρεπή ναό στη Δράμα, μέγαρο Μητροπόλεως, σχολές αρρένων και θηλέων, νοσοκομείο και γυμναστήριο.

Επίσης φρόντισε τότε για την ανέγερση οικιών για τους καπνεργάτες, ιδρύοντας και πολλά φιλανθρωπικά καταστήματα, ορφανοτροφεία, γηροκομεία και άλλα κοινωφελή καθιδρύματα. Η εθνική αυτή δράση του Χρυσοστόμου ανησύχησε την τουρκική διοίκηση, η οποία και αναφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, επιτυγχάνοντας την ανάκλησή του από Μητροπολίτη (1907). Μετά όμως την ανακήρυξη του Συντάγματος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1908 ο Μητροπολίτης Δράμας Χρυσόστομος επανήλθε στην έδρα του, αλλά και πάλι με τη δικαιολογία των τουρκικών αρχών ότι η παρουσία του Χρυσοστόμου προκαλεί τη διασάλευση της τάξης, πέτυχαν τη δεύτερη απομάκρυνσή του.

Μητροπολίτης Σμύρνης

Το 1910 ο Χρυσόστομος μετετέθη στη Σμύρνη, ως Μητροπολίτης Σμύρνης. Στη θέση αυτή παρέμεινε ολόκληρη τη δύσκολη περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων, της Μικρασιατικής Εκστρατείας και της Μικρασιατικής Καταστροφής, μη δεχόμενος μάλιστα να αποχωρήσει από την πόλη και να εγκαταλείψει το ποίμνιό του, όταν κατέρρεε το μέτωπο. Συνελήφθη από τους Τούρκους και βρήκε μαρτυρικό θάνατο στις 27 Αυγούστου 1922.

Ανακήρυξη Αγίου

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και εθνομάρτυρα. H μνήμη του «Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης και των συν αυτώ αγίων αρχιερέων Γρηγορίου Κυδωνιών, Αμβροσίου Μοσχονησίων, Προκοπίου Ικονίου, Ευθυμίου Ζήλων καθώς και των κληρικών και λαϊκών που σφαγιάσθηκαν κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή» εορτάζεται την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.

De Siris

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Berliner Mauer


Τείχος του Βερολίνου 

Το τείχος που χώριζε την πόλη σε Ανατολική και Δυτική ήταν το αποτέλεσμα του ψυχρού πολέμου. Κτίστηκε από την κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας για να αποτρέψει τους πολίτες της να αυτομολούν από την Ανατολή στη Δύση. Από το 1989, όταν άνοιξαν τα σύνορα, το μεγαλύτερο κομμάτι του τείχους κατεδαφίστηκε.

Μετά τον β΄παγκόσμιο πόλεμο η Γερμανία χωρίστηκε σε δύο κράτη με τις συμμαχικές δυνάμεις να κρατάνε τον έλεγχο της Δυτικής πλευράς του Βερολίνου που ήταν περικυκλωμένη από την ανατολική Γερμανία. Μέχρι το 1961 η ανατολικογερμανοί μπορούσαν να κινηθούν ελεύθερα μεταξύ των δύο τμημάτων ανατολικού – δυτικού. Αλλά η καλή ζωή του δυτικού Βερολίνου έκανε τους ανατολικούς να μετακομίζουν εκεί περίπου 20.000 το μήνα. Στις 12 Αυγούστου 1961 οι αρχές της ανατολικής Γερμανίας αποφάσισαν να κλείσουν τα σύνορα γύρω από τους δυτικούς τομείς του Βερολίνου με σκοπό να σταματήσουν τη φυγή των κατοίκων.

Επισήμως ισχυρίστηκαν ότι το τείχος - μία αντικαπιταλιστική προστασία ως άμυνα της ανατολικής κατά της δυτικής επιθετικότητας. Το πρωί της 13 Αυγούστουτα συρματοπλέγματα ήταν εγκατεστημένα. Οι συγκοινωνίες είχαν κοπεί και όλα τα σπίτια στην ανατολική πλευρά των συνόρων εκκενώθηκαν και τα παράθυρά τους κτίστηκαν. Με το χρόνο τα συρματοπλέγματα αντικαταστάθηκαν από ένα τοίχο 3,6μ. κατά μήκος του τείχους από την ανατολική πλευρά υπήρχε μία ζώνη ελεγχόμενη από τους φρουρούς γνωστή και ως ζώνη θανάτου με 302 παρατηρητήρια και 20 φυλάκια σε ένα συνολικό μήκος 115μ. οι φύλακες είχαν τη διαταγή να πυροβολούν όσους έκαναν απόπειρα να δραπετεύσουν με αποτελεσμένα 192 άνθρωποι να σκοτωθούν στην προσπάθεια να καταφύγουν στην Δύση.

Μετά την επίσκεψη του Σοβιετικού προέδρου Γκορμπατσόφ στην Δυτική Γερμανία το 1989 η Ουγγαρία άνοιξε τα σύνορα της με την Αυστρία. Αυτό επέτρεπε τους Ανατολικογερμανούς να διαφύγουν προς τη δύση. Εν τω μεταξύ οι διαμαρτυρίες και οι πορείες κατά της κυβέρνησης πλήθαιναν και τελικά στις 9 Νοεμβρίου 1989 οι περιορισμοί για τη διέλευση των συνόρων τερματίστηκαν. Από τότε τα περισσότερα κομμάτια του τείχους αποσυναρμολογήθηκαν. Το πιο διάσημο κομμάτι είναι 1326μ. και βρίσκεται κατά μήκος Muhlenstrasse και είναι διακοσμημένο με 106 τοιχογραφίες.

Το Τείχος Σήμερα

Τρία τμήματα μένουν ακόμα όρθια. Ένα μήκους 80 μέτρων τμήμα του «πρώτου Τείχους» στο σημείο που βρισκόταν τα αρχηγεία της Γκεστάπο (ανάμεσα στο σημείο ελέγχου Τσάρλι και την πλατεία Ποτσντάμερ), ένα μακρύτερο τμήμα του δεύτερου τείχους, κατά μήκος του ποταμού Σπρέε, κοντά στη γέφυρα Oberbaumbrücke, γνωστό σήμερα ως East Side Gallery (σταθμός Ostbahnhof S3, S5, S7, S9, S75), και ένα τρίτο τμήμα στην Bernauer Straße το οποίο μετατράπηκε σε μνημείο το 1999.

De Siris

Άνοιξη της Πράγας


Άνοιξη της Πράγας

Με τον όρο Άνοιξη της Πράγας χαρακτηρίζονται οι προσπάθειες του Κομμουνιστικού Κόμματος Τσεχοσλοβακίας υπό την ηγεσία του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ (Alexander Dubček) να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα φιλελευθεροποίησης και εκδημοκρατισμού στη χώρα το 1968. Οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες συνδιαμορφώθηκαν και ενισχύθηκαν από τη ραγδαία ανάπτυξη του κριτικού πνεύματος στην τσεχοσλοβακική κοινή γνώμη εκείνη την περίοδο.

Η Άνοιξη της Πράγας έμεινε στην ιστορία να συμβολίζει δύο ιστορικά φαινόμενα: το πείραμα της εγκαθίδρυσης ενός «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο» στο μεταπολεμικό λενινιστικό ανατολικό μπλοκ, αλλά και το γεγονός ότι καταπνίγηκε αυτό το πείραμα στις 21 Αυγούστου 1968 με την εισβολή των τανκς του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Τα γεγονότα εντάσσονται σε μια περίοδο γενικότερου αναβρασμού στο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου, την περίοδο του Μάη του '68 στη Γαλλία, των φοιτητικών διαδηλώσεων κατά του πολέμου στο Βιετνάμ και της Χούντας των Συνταγματαρχών στην Ελλάδα τον Απρίλη του '67.

Προϊστορία

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 το ΚΚ της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας βρέθηκε αντιμέτωπο με μια βαθειά κρίση στην οικονομία και την κοινωνία της χώρας. Το γραφειοκρατικό οικονομικό σύστημα του κεντρικού σχεδιασμού είχε οδηγήσει σε μια δραματική οικονομική ύφεση, χειρότερη και από αυτή των άλλων χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Η ηγετική ομάδα στην κορυφή του κόμματος εμπόδιζε να αναπτυχθεί οποιαδήποτε κριτική για τις εικονικές δίκες του τέλους της δεκαετίας του '40 και των αρχών της δεκαετίας του '50.

Το αίτημα των οικονομικών μεταρρυθμίσεων

Με την κορύφωση της κρίσης στην οικονομία το 1963 δυνάμωσαν μέσα κι έξω από το κόμμα οι φωνές που ζητούσαν μεταρρυθμίσεις. Γύρω από το μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και διευθυντή του Οικονομικού Ινστιτούτου της Ακαδημίας Επιστημών της Πράγας Ότα Σικ (Ota Šik) συσπειρώθηκε μια αντιπολιτευτική ομάδα τεχνοκρατών, που απαιτούσε βαθιές μεταρρυθμιστικές τομές. Κατά την άποψη του Σικ έπρεπε να εγκαταλειφθεί ο κεντρικός σχεδιασμός και ο κρατικός έλεγχος της οικονομίας και στη θέση τους να αναπτυχθεί μια «σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς», να απελευθερωθούν οι επιχειρήσεις από τον κρατικό έλεγχο και να παταχθεί η γραφειοκρατία. Ο Σικ πρότεινε επίσης να επιτραπεί η λειτουργία αυτόνομων συνδικάτων και μικρών ιδιωτικών κοινοπραξιών (joint ventures) με δυτικές εταιρείες, να προωθηθούν θεσμοί αυτοδιοίκησης των εργαζομένων και να σταματήσει ο κρατικός έλεγχος των τιμών. Τα οράματά του για την αναδιάρθρωση της εξαντλημένης οικονομίας έμειναν στην ιστορία με το όνομα Τρίτος Δρόμος. Ο Ότα Σικ ωστόσο δεν θεωρούσε τον εαυτό του επαναστάτη, αλλά μεταρρυθμιστή σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης. Δεν προχώρησε στην αμφισβήτηση της κολλεκτιβοποίησης της γεωργίας και της
κρατικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής.

Κριτική στάση της κοινής γνώμης

Μέσα στο γενικότερο «κλίμα αθέλητης ανοχής της φιλελευθεροποίησης και ανώφελων καταπιεστικών μέτρων από την πλευρά των πολιτικών θεσμών»  αναπτύχθηκαν δυνατότητες δημόσιας κριτικής από τη διανόηση, που κατακτούσε την προσοχή και το ενδιαφέρον ολοένα και ευρύτερων στρωμάτων του πληθυσμού. Μέχρι το τέλος του 1967 η κοινή γνώμη γινόταν ολοένα και πιο επικριτική και ριζοσπαστική.

Ένα πρώτο σημάδι του νέου κλίματος ήταν η «αποκατάσταση» του για καιρό περιφρονημένου Φραντς Κάφκα (Franz Kafka), όταν τέθηκε το θέμα της λογοτεχνικής του εγκυρότητας σε μιά συνάντηση συγγραφέων στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Στην πραγματικότητα αναπτύχθηκε πολιτική συζήτηση στο πεδίο της λογοτεχνικής κριτικής με αντικείμενο την έννοια της αλλοτρίωσης (αποξένωσης). Αποκρούοντας κυρίως τους Ανατολικογερμανούς συνέδρους, που υποστήριζαν ότι η αλλοτρίωση του εργαζόμενου από την εργασία του, σύμφωνα με το μοντέλο του Καρλ Μαρξ, ήταν αδύνατο να υφίσταται στο σοσιαλισμό, οι Τσέχοι εκπρόσωποι υποστήριξαν την άποψη ότι φυσικά και μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο και ότι πρέπει κανείς να βλέπει τα πράγματα όπως είναι.

Το νήμα της συζήτησης έπιασε και συνέχισε η «Λογοτεχνική Εφημερίδα» (Literární Noviny) προσφέροντας το σημαντικότερο βήμα για την αντιπαράθεση των θεωρητικών της κομματικής ιδεολογίας και των ιδεαλιστών. Η εφημερίδα έφτασε τον αξιοσημείωτο, για μια χώρα όπως η Τσεχοσλοβακία, αριθμό 140.000 αντιτύπων ανά φύλλο και άρχισε να αντιμετωπίζει κλιμακωτές κυρώσεις από την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚ. Ο αρχισυντάκτης αντικαταστάθηκε, όμως ο διάδοχός του δεν κατάφερε να ελέγξει την κατάσταση. Σε ένα συνέδριο της Ένωσης Τσεχοσλοβάκων Λογοτεχνών τον Ιούνιο του 1967 τρεις συντάκτες, εκπρόσωποι της εφημερίδας Literární Noviny, άσκησαν για πρώτη φορά ευθεία κριτική στην ηγεσία του κόμματος.

Ο πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας και γενικός γραμματέας του ΚΚ Αντονίν Νοβότνι (Antonín Novotný) αντέδρασε με δημόσια δήλωση που εμφάνιζε το συνέδριο ως μέρος μιας κατευθυνόμενης από τη Δύση εκστρατείας κατά του εορτασμού της 50ης επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης. Το ΚΚΤ διέταξε την αντικατάσταση των συντακτών της εφημερίδας και απαγόρευσε σε ένα αριθμό συνέδρων, ανάμεσα στους οποίους ήταν και οι Πάβελ Κόχουτ (Pavel Kohout) και Βάτσλαβ Χάβελ (Václav Havel), να θέσουν υποψηφιότητα για τις εκλογές της Ένωσης Λογοτεχνών. Οι τρεις συντάκτες διαγράφηκαν από το κόμμα, ενώ σε άλλους, π.χ στον Κόχουτ, έγιναν αυστηρές συστάσεις. Η εφημερίδα τέθηκε υπό την εποπτεία του υπουργού παιδείας Κάρελ Χόφμαν (Karel Hoffmann) και έχασε προς στιγμή το ρόλο της ως όργανο των διαφωνούντων. Με αυτές τις κινήσεις όμως θεωρήθηκε ότι αποκαλύπτονταν οι δυσκολίες του Νοβότνι να επιβληθεί άμεσα. Οι κυρώσεις προκάλεσαν ένα πλατύ κύμα διαμαρτυριών από δημοσιογράφους, καλλιτέχνες και συγγραφείς. Μια κατάσταση «νομικά ανοργάνωτης, αλλά πειθαρχημένης αναρχίας του τύπου», άρχισε να επικρατεί, καταλήγοντας το Μάρτιο του 1968 στην κατάργηση της λογοκρισίας.

Αλλαγή ηγεσίας στο ΚΚ Τσεχοσλοβακίας

Στις 31 Οκτωβρίου 1967 ξεκίνησαν διαμαρτυρίες φοιτητών που ζητούσαν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης στις φοιτητικές εστίες. Με εντολή του Αντονίν Νοβότνι διαλύθηκαν βίαια οι διαδηλώσεις, ο Νοβότνι όμως επικρίθηκε μαζικά στην Κεντρική Επιτροπή γι’ αυτή του την ενέργεια. Τότε εκείνος στράφηκε προς το Κρεμλίνο, κι από εκεί όμως του έδωσαν να καταλάβει πως δεν μπορούσε να υπολογίζει σε βοήθεια της Μόσχας και πως θα ’πρεπε να λύσει μόνος του τα προβλήματά του. Στις αρχές του 1968, στη λεγόμενη «Oλομέλεια του Ιανουαρίου» της Κεντρικής Επιτροπής, βρήκαν διέξοδο οι χρόνιες εντάσεις ανάμεσα στις δύο πτέρυγες του κόμματος, τη συντηρητική και τη μεταρρυθμιστική. Στις 4 Ιανουαρίου 1968 αντικαταστάθηκε ο Νοβότνι στη θέση του Πρώτου Γραμματέα του ΚΚΤ από τον σλοβακικής καταγωγής Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ (Alexander Dubček), απόφοιτο της σχολής του κόμματος στη Μόσχα. Ο Νοβότνι κράτησε μόνο για λίγο καιρό το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, που ήταν πολιτικά ασήμαντο. Στην ιστορία έμεινε ως ο «Στάλιν της Πράγας».

Η αλλαγή ηγεσίας σηματοδότησε, μετά από μερικές βδομάδες ασάφειας ως προς τους νέους στόχους, την αλλαγή πορείας του κυβερνητικού κόμματος της Τσεχοσλοβακίας, που, μαζί με την αφύπνιση της κοινής γνώμης, οδήγησε στο φαινόμενο της Άνοιξης της Πράγας. Ο Ντούμπτσεκ επιχείρησε στην αρχή να φρενάρει κάπως το ζήλο των μεταρρυθμιστών για να μην προκαλέσει την καχυποψία των άλλων κρατών του Ανατολικού Συνασπισμού, τα οποία είχαν αρχίσει ήδη να ασκούν συγκρατημένη κριτική στη νέα πορεία της Τσεχοσλοβακίας. Γι’ αυτό και ο Ότα Σικ δεν διορίστηκε στο προεδρείο του κόμματος και δεν του δόθηκε η διεύθυνση της επιτροπής οικονομικών υποθέσεων. Προτεραιότητα στις επιδιώξεις του Ντούμπτσεκ είχε η μεταρρύθμιση των διατάξεων του συντάγματος που αφορούσαν στην ομοσπονδιακή οργάνωση του κράτους, ώστε να παραχωρηθούν περισσότερα δικαιώματα αυτοδιοίκησης στη Σλοβακία και να γίνει ισότιμη με την Τσεχία.

Στις 5 Απριλίου 1968 παρουσιάστηκε η προγραμματική βάση των μεταρρυθμίσεων με το Πρόγραμμα Δράσης του ΚΚΤ, που έθετε ως στόχους την αναδιάρθρωση της οικονομίας, την κατοχύρωση της ελευθερίας γνώμης και της διακίνησης πληροφοριών, την επανεξέταση του σταλινικού παρελθόντος και τον επαναπροσδιορισμό του ρόλου του ΚΚ στην κοινωνία. Αυτή η επίσημη πολιτική του κόμματος είχε όμως ξεπεραστεί σε πολλά σημεία της από το δημόσιο διάλογο για την αναμόρφωση της κοινωνίας, λόγω και της άρσης της λογοκρισίας. Αντισοβιετικά αισθήματα εκφράζονταν στον τύπο, πολιτικές πρωτοβουλίες σχηματίζονταν και οι Σοσιαλδημοκράτες άρχισαν να οργανώνονται κομματικά. Η προσπάθεια του κόμματος να ηγηθεί το ίδιο των μεταρρυθμίσεων ήταν πια μάταιη.

Φιλελευθεροποίηση της κοινής γνώμης

Ήδη από το Φεβρουάριο 1968 ο Ντούμπτσεκ είχε άρει τη λογοκρισία του τύπου. Αμέσως σημειώθηκε μια «πραγματική έκρηξη πληροφοριών» στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα το Πρόγραμμα Δράσης του Ντούμπτσεκ έγινε δεκτό χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό σαν κάτι αυτονόητο, καθώς η πρωτοβουλία στη διαμόρφωση γνώμης είχε περάσει από το κόμμα στο λαό. Δείγμα αυτής της αποδέσμευσης της κοινής γνώμης είναι το Μανιφέστο των 2000 Λέξεων του συγγραφέα Ludvík Vaculík, που υπογράφηκε από διανοούμενους
διαφόρων αποχρώσεων και δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 1968.

Αντίδραση της Σοβιετικής Ένωσης

Οι Σοβιετικοί υπό την ηγεσία του Μπρέζνιεφ αρχικά είχαν ευλογήσει την αντικατάσταση του Νοβότνι από τον Ντούμπτσεκ, στη συνέχεια όμως παρακολουθούσαν με μεγάλη δυσπιστία τις εξελίξεις στην Τσεχοσλοβακία. Το «Μανιφέστο των 2000 Λέξεων» αξιολογήθηκε σαν μια πλατφόρμα της αντεπανάστασης. Αυτή τους την εκτίμηση ενίσχυε η ανατολικογερμανική προπαγάνδα και ο ίδιος ο αντιπρόεδρος της τσεχοσλοβακικής κυβέρνησης Gustáv Husák, που έκανε λόγο για «ατμόσφαιρα τρόμου».

Ήδη από το Μάρτιο του 1968 συναντήθηκαν στη Δρέσδη εκπρόσωποι των κυβερνήσεων της Τσεχοσλοβακίας με εκπροσώπους της Σοβιετικής Ένωσης, της Βουλγαρίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Ανατολικής Γερμανίας (οι πέντε χώρες που θα πραγματοποιούσαν τελικά την εισβολή μένοντας στην ιστορία ως «οι Πέντε της Βαρσοβίας») και συζήτησαν για την κατάσταση στην Τσεχοσλοβακία. Άλλες συναντήσεις των Πέντε έγιναν χωρίς τη συμμετοχή της Τσεχοσλοβακίας, το Μάιο και τον Ιούνιο. Η σοβιετική πίεση προς την κυβέρνηση της Πράγας να παγώσει χωρίς υπεκφυγές τις μεταρρυθμίσεις εντεινόταν. Σύντομα προστέθηκε και η απειλή στρατιωτικής επέμβασης στο οπλοστάσιο των εκβιασμών που εκτόξευε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας στο προσανατολισμένο προς μεταρρυθμίσεις μέλος του.

Λίγες μέρες μετά τις διμερείς συνομιλίες ανάμεσα στην τσεχοσλοβακική και τη σοβιετική κυβέρνηση, πραγματοποιήθηκε στις 3 Αυγούστου στην Μπρατισλάβα η τελευταία επίσημη συνάντηση της Τσεχοσλοβακίας με τους «Πέντε της Βαρσοβίας». Η ανακοίνωση που δόθηκε στον τύπο μετά τη συνάντηση ερμηνεύθηκε στην Τσεχοσλοβακία ως σημάδι αποκλιμάκωσης, καθώς δινόταν η υπόσχεση της εξασφάλισης εθνικής ανεξαρτησίας των μελών του Συμφώνου στο δρόμο προς το σοσιαλισμό. Όμως η τσεχοσλοβακική αντιπολίτευση χρησιμοποίησε τη συνάντηση για να απευθύνει μυστική «πρόσκληση» προς τους Σοβιετικούς, με την οποία τους παρακαλούσαν να επέμβουν για να εμποδίσουν την αντεπανάσταση στην Τσεχοσλοβακία.

Και πράγματι, μετά τη συνάντηση εντάθηκαν οι σοβιετικές προετοιμασίες για την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία. Αντίθετα με μεταγενέστερους σοβιετικούς ισχυρισμούς, πως τάχα ήταν πρόθυμοι να διαπραγματευτούν μέχρι την τελευταία στιγμή, οι βάσεις για την στρατιωτική καταστολή του μεταρρυθμιστικού κινήματος είχαν ήδη τεθεί.

Εισβολή των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας

Τελικά, στις 23:00 τη νύχτα προς την 21η Αυγούστου 1968, αρχίζει η προέλαση στρατευμάτων της Σοβιετικής Ένωσης, της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της Βουλγαρίας στην Τσεχοσλοβακία με το κωδικό όνομα «Επιχείρηση Δούναβης». Από τις 02:00 άρχισαν να προσγειώνονται σοβιετικά στρατιωτικά αεροπλάνα στο αεροδρόμιο της Πράγας ανά ένα λεπτό. 200.000 άνδρες συμμετείχαν στην εισβολή και έφτασαν συνολικά τους 800.000 τις επόμενες μέρες. Μέσα σε λίγες ώρες είχαν καταληφθεί τα στρατηγικά σημεία της χώρας. Στις μάχες που σημειώθηκαν έχασαν τη ζωή τους 98 Τσέχοι και Σλοβάκοι, καθώς και 50 στρατιώτες του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Τα στρατεύματα της Ανατολικής Γερμανίας δεν πήραν μέρος στην κατοχή σύμφωνα με νεότερες έρευνες, ήταν όμως σταθμευμένα στα σύνορα σε κατάσταση ετοιμότητας. Μόνο 30 περίπου στρατιώτες μιας μονάδας πληροφοριών παρευρίσκονταν στο αρχηγείο των στρατευμάτων εισβολής κοντά στο Milovice. Η Ανατολική Γερμανία ήταν από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της δυναμικής λύσης, φοβούμενη ότι θα ήταν η πρώτη που θα δεχτεί τη σπίθα αν επικρατούσαν οι μεταρρυθμίσεις στην Τσεχοσλοβακία. Ίσως όμως έγινε αντιληπτό την τελευταία στιγμή πόσο «άκομψο» θα ήταν να ξαναεισβάλουν Γερμανοί στρατιώτες στην Τσεχοσλοβακία είκοσι μόλις χρόνια μετά την οδυνηρή κατοχή της από Γερμανούς στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο σοβιετικός τύπος δημοσίευσε ένα ανυπόγραφο αίτημα ηγετικών στελεχών του κόμματος και της κυβέρνησης για «άμεση βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της βοήθειας με ένοπλες δυνάμεις» προς αντιμετώπιση «του άμεσου κινδύνου αντεπανάστασης». Αν και διαψεύστηκε τότε από την επίσημη ηγεσία του τσεχοσλοβακικού κόμματος στο 14ο συνέδριο, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η ρωσική κυβέρνηση έδωσε στον Τσέχο πρόεδρο Βάτσλαβ Χάβελ ένα αντίγραφο της επιστολής που δόθηκε στις σοβιετικές αρχές στη συνάντηση της Μπρατισλάβας και έφερε τις υπογραφές των Vasil Bilak, Oldrich Švestka, Drahomir Kolder, Alois Indra και Antonin Kapek. Το σχέδιο των συνωμοτών ήταν να συμπέσει η εισβολή με μια συνεδρίαση το βράδυ της 20ης Αυγούστου, στην οποία ο Bilak και η ομάδα του θα είχαν κατεβάσει πρόταση δυσπιστίας εναντίον του Ντούμπτσεκ. Στη συνέχεια θα ενέκριναν το σχηματισμό μιας «Επαναστατικής Κυβέρνησης των Εργατών και των Αγροτών». Το σχέδιό τους όμως απέτυχε: Ο Ντούμπτσεκ καθυστερούσε με τα προγραμματισμένα θέματα της ημερήσιας διάταξης και ο διάλογος γύρω απ' αυτά ήταν έντονος. Έτσι, όταν έφτασε το νέο της εισβολής στη συνεδρίαση αργά το βράδυ, οι προτάσεις του Bilak δεν είχαν καν συζητηθεί. Αντί για το σχηματισμό επαναστατικής κυβέρνησης, η συνεδρίαση προέβη στην καταδίκη της εισβολής.
Ανάμειξη της Ανατολικής Γερμανίας

Σύμφωνα με επίσημες αναφορές της ηγεσίας της Ανατολικής Γερμανίας οι δυνάμεις του Εθνικού Λαϊκού Στρατού (Nationale Volksarmee - NVA) συμμετείχαν στην εισβολή. Η παγκόσμια κοινή γνώμη θεωρούσε βέβαιη αυτή τη συμμετοχή και ο τσεχοσλοβακικός πληθυσμός έδειξε εχθρότητα προς ανατολικογερμανούς πολίτες. Μετά από μελέτη των μυστικών αρχείων του ανατολικογερμανικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, ο Ρούντιγκερ Βέντσκε (Rüdiger Wenzke) διαπίστωσε ωστόσο το 1995 πως κανένα τμήμα του Εθνικού Λαϊκού Στρατού δεν συμμετείχε ενεργά στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ήδη από το Μάιο του 1968 τέθηκαν οι παραμεθόριες μονάδες σε πολεμική ετοιμότητα. Ο ανατολικογερμανικός στρατός, συγκεκριμένα η 7η Ταξιαρχία Αρμάτων και η 11η Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία Πυροβολικού, τέθηκαν στις 29 Ιουλίου υπό σοβιετική διοίκηση. Το πρωί της 21ης Αυγούστου έκλεισαν για τους πολίτες τα σύνορα προς την Τσεχοσλοβακία, παραμεθόριες περιοχές απομονώθηκαν και παρέμειναν προσβάσιμες μόνο για τους κατοίκους τους. Την ίδια μέρα άρχισε να λειτουργεί ο ραδιοφωνικός σταθμός Vltava στη Δρέσδη εκπέμποντας προς την Τσεχοσλοβακία στα μεσαία κύματα. Σκοπός των Ανατολικογερμανών ήταν να δημιουργήσουν ευνοϊκή προδιάθεση για τις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας στον τσεχοσλοβακικό πληθυσμό. Η λειτουργία του σταθμού αναστάλθηκε μόλις στις αρχές του 1969, μετά από μαζικές διαμαρτυρίες της Τσεχοσλοβακίας. Στις 23 Αυγούστου η 11η Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία Πυροβολικού μετακινήθηκε πλησιέστερα προς τα τσεχοσλοβακικά σύνορα. Στις 16 Οκτωβρίου 1968 υπάχθηκαν τα στρατεύματα και πάλι υπό ανατολικογερμανική διοίκηση και μια μέρα αργότερα επέστρεψαν στα στρατόπεδά τους. Στα πλαίσια των διαμαρτυριών στο εσωτερικό της Ανατολικής Γερμανίας καταγράφηκαν 1.075 δράστες μέχρι τις 4 Σεπτεμβρίου 1968 και συνελήφθησαν 468 άτομα.

Αντιδράσεις στην Τσεχοσλοβακία

To επίσημο ΚΚΤ αποφάσισε να μην προβάλει στρατιωτική αντίσταση. Ο πρόεδρος Λούντβικ Σβόμποντα (Ludvík Svoboda) κάλεσε σε ραδιοφωνικό του μήνυμα τους Τσέχους και τους Σλοβάκους να δείξουν αυτοσυγκράτηση. Στο μεταξύ συνελήφθησαν ο Ντούμπτσεκ και άλλα μέλη της κυβέρνησης και μεταφέρθηκαν στη Μόσχα, όπου τους ασκήθηκαν πιέσεις και αναγκάστηκαν σταδιακά να παραδώσουν τον πραγματικό έλεγχο της εξουσίας στον πιστό της σοβιετικής γραμμής Γκούσταβ Χούζακ (Gustav Husák). Ωστόσο το σχέδιο της Σοβιετικής Ένωσης να εμφανίσει μια νέα κυβέρνηση στην Τσεχοσλοβακία δεν πέτυχε, λόγω της ειρηνικής αλλά μαζικής διαμαρτυρίας του πληθυσμού. Μέσα στην αναστάτωση των πρώτων ημερών της κατοχής κατάφερε το ΚΚΤ να συγκαλέσει μυστικά το 14ο Συνέδριο του κόμματος, το οποίο διέψευσε τον ισχυρισμό περί δικού του αιτήματος βοήθειας, καταδίκασε απερίφραστα την εισβολή και επιβεβαίωσε τη στήριξή του στην κυβέρνηση Ντούμπτσεκ. Το κλίμα στην κοινή γνώμη για τους πραγματικούς «συνωμότες» ήταν πολύ δυσμενές για να κηρυχθεί ανοιχτά μια «αυλική επανάσταση». Αν και δεν προβλήθηκε ένοπλη αντίσταση, ο τσέχικος και σλοβάκικος πληθυσμός επιχείρησε να παρακωλύσει την κατάληψη της χώρας με πολιτική ανυπακοή και άλλες ενέργειες. Πολλοί έστρεψαν πινακίδες κυκλοφορίας προς λάθος κατευθύνσεις και παραπλάνησαν Ρώσους στρατιώτες των δυνάμεων κατοχής, που δεν γνώριζαν την περιοχή.

Σημαντικός ήταν και ο ρόλος της ραδιοφωνίας της Τσεχοσλοβακίας. Υπό τη διεύθυνση του τότε διευθυντή Jiri Pelikan συγκροτήθηκε κινητός σταθμός εκπομπής για να ενημερώνει τον πληθυσμό. Και η Αυστριακή Ραδιοφωνία (ORF) διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ενημερώνοντας από το εξωτερικό στα βραχέα κύματα τους Τσεχοσλοβάκους, που δεν πληροφορούνταν ή παραπληροφορούνταν για τα γεγονότα μέσα στην ίδια τους τη χώρα.

Διεθνείς αντιδράσεις

Οι χώρες της Δύσης περιορίστικαν σε λεκτικές καταδίκες της επέμβασης από φόβο μην επεκταθεί η κρίση σε πυρηνικό πόλεμο. Οι ηγέτες της Ρουμανίας και της Γιουγκοσλαβίας, που βρίσκονταν σε διάσταση με τη Μόσχα, τάχθηκαν στο πλευρό του Ντούμπτσεκ. Στη Φινλανδία, που βρισκόταν υπό σοβιετική επιρροή εκείνη την περίοδο, προκλήθηκε σκάνδαλο. Το ΚΚ Φινλανδίας, όπως και τα ΚΚ Ιταλίας και Γαλλίας, καταδίκασαν την επέμβαση. Ωστόσο ο πρόεδρος της Φινλανδίας Urho Kekkonen επισκέφθηκε την Τσεχοσλοβακία τον Οκτώβριο του 1969.

Η «ομαλοποίηση»

Στις 23 Αυγούστου, δύο μέρες μετά την έναρξη της εισβολής, κλήθηκε ο πρόεδρος Σβόμποντα στη Μόσχα για επίσημες διαπραγματεύσεις, στις οποίες συμμετείχαν, αρχικά ανεπίσημα, και τα μέλη της κυβέρνησης γύρω από τον Ντούμπτσεκ, που βρίσκονταν υπό κράτηση.

Στις 26 Αυγούστου 1968 υπογράφηκε τελικά το Πρωτόκολλο της Μόσχας.H τσεχοσλοβακική πλευρά δεσμευόταν να κηρύξει άκυρο το 14ο Συνέδριο του ΚΚΤ, να επαναφέρει τη λογοκρισία, να απομακρύνει πολλούς μεταρρυθμιστές από κομματικά και κρατικά αξιώματα και να μην επιβάλει κυρώσεις στους φιλοσοβιετικούς υποστηρικτές της εισβολής. Το πρωτόκολλο δεν όριζε ωστόσο κανένα χρονοδιάγραμμα για την απόσυρση των ξένων στρατευμάτων και η σοβιετική πλευρά έκανε μόνο μερικές φραστικές παραχωρήσεις. Με την de facto συνθηκολόγηση στις αποσκευές του επέστρεψε ο Ντούμπτσεκ στην Πράγα, όπου του επιφυλάχθηκε μια ακόμα ενθουσιώδης υποδοχή, και διατήρησε για λίγο καιρό το αξίωμά του. Σχεδόν όλα τα μεταρρυθμιστικά μέτρα πάγωσαν. Μετά από μερικές εβδομάδες διαλύθηκαν στον τσεχοσλοβακικό πληθυσμό και οι τελευταίες αμφιβολίες ως προς το γεγονός ότι η Άνοιξη της Πράγας τελείωσε στις 21 Αυγούστου. Ο ίδιος ο Ντούμπτσεκ απομακρύνθηκε τελικά τον Απρίλιο του 1969 και τη θέση του Πρώτου Γραμματέα του ΚΚΤ κατέλαβε ο Χούζακ.

Η κατοχή της Τσεχοσλοβακίας από τις δυνάμεις του Συμφώνου της Βαρσοβίας είχε ως συνέπεια να εγκαταλείψουν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι τη χώρα, κυρίως εξειδικευμένοι εργάτες και διανοούμενοι (καλλιτέχνες, σκηνοθέτες, συγγραφείς, καθηγητές). Μόνο προς την Αυστρία διέφυγαν 96.000 άνθρωποι περίπου, και άλλοι 66.000 εκδρομείς, που βρίσκονταν ήδη εκεί, δεν επέστρεψαν στην Τσεχοσλοβακία. Στη δίνη των εκκαθαρίσεων στο εσωτερικό του ΚΚΤ, που ξεκίνησε αμέσως ο Χούζακ, διαγράφηκαν σχεδόν μισό εκατομμύριο μέλη. Ο φοιτητής Γιαν Πάλαχ (Jan Palach) αυτοπυρπολήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1969 στην πλατεία Wenceslas διαμαρτυρόμενος για την καταστολή της Άνοιξης της Πράγας και την πράξη του επανέλαβε ένα μήνα αργότερα ο Jan Zajíc.

Η κοινή γνώμη στη Τσεχία και τη Σλοβακία σήμερα

Η Άνοιξη της Πράγας δεν αντιμετωπίζεται το ίδιο θετικά στα κράτη που διαδέχτηκαν την πρώην Τσεχοσλοβακία, όπως στη Δύση. Συχνά καταγράφεται η άποψη πως ήταν απλά μια διαμάχη ανάμεσα στις δύο πτέρυγες του ΚΚ, ενός ΚΚ όμως που κυριαρχούσε παντού και καταστρατηγούσε το κράτος δικαίου. Οι απόψεις αυτές φτάνουν μέχρι τη διατύπωση του προέδρου του πρώτου ελεύθερα εκλεγμένου κοινοβουλίου μετά το 1989 ότι θα μπορούσε να φανταστεί τον Ντούμπτσεκ ακόμα και να ηγείται ενός σωφρονιστικού στρατοπέδου, έστω κι αν αυτό ήταν πιο ανθρώπινο.

Πολλοί κατηγορούν επίσης τον Ντούμπτσεκ και τους συναγωνιστές του πως με την αδέξια πολιτική τους κατάφεραν μόνο να γυρίσουν πίσω το ρολόι της ιστορίας στην Τσεχοσλοβακία και να διατηρηθεί στο κράτος των Τσέχων και των Σλοβάκων ως το 1989 ένας από τους πιο καταπιεστικούς μηχανισμούς του τότε ανατολικού συνασπισμού. Σε σχέση με την εικόνα που κυριαρχεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η προσφορά του ηγέτη της Άνοιξης της Πράγας περιορίζεται απλά στο γεγονός ότι κατέδειξε με σαφήνεια πόσο ουτοπικό ήταν το πείραμα ενός σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο στο πλαίσιο του ανατολικού μπλοκ.

Τα γεγονότα έκαναν πολλούς να παραδεχτούν πως ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» δεν ήταν ικανός να μεταρρυθμιστεί˙ μπορούσε μόνο να αποτιναχθεί.
«Το παράδοξο της ιστορίας», σημειώνει η εφημερίδα Μλάντα Φρόντα Ντνες κατά την 35η επέτειο της εισβολής στις 20 Αυγούστου 2003, «είναι πως η τσέχικη συνταγή για τη βελτίωση του κομμουνισμού θα οδηγούσε μόνο στη γρήγορη καταστροφή του, όπως έδειξε 20 χρόνια αργότερα ο Γκορμπατσόφ». «Η Άνοιξη της Πράγας», σχολιάζει η Πράβο, που προήθλθε από το πρώην επίσημο δημοσιογραφικό όργανο του ΚΚΤ, «σκοτώθηκε δύο φορές. Τη μία από τους προδότες που κάλεσαν τα ξένα στρατεύματα... και την άλλη το 1993, όταν πέρασε ο νόμος που έθεσε εκτός νόμου το κομμουνιστικό καθεστώς» χωρίς να διακρίνει ανάμεσα σε μεταρρυθμιστές και συντηρητικούς. Η οικονομική εφημερίδα Οσποντάρσκε Νόβινι αναφέρει ότι η Τσεχοσλοβακία «έγινε πεδίο μάχης ανάμεσα σε δύο κατηγορίες κομμουνιστών και οι καλύτεροι έχασαν».

Σε μια συνάντηση με τον Τσέχο πρόεδρο Βάτσλαβ Κλάους (Václav Klaus) στις 1. Μαρτίου 2006 παραδέχτηκε ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν (Vladimir Putin) την ηθική ευθύνη της Ρωσίας ως νομικού διαδόχου της Σοβιετικής Ένωσης, πρόσθεσε όμως: «Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει καμιά νομική ευθύνη»

De Siris

Jacopo Peri


Τζάκοπο Πέρι 

Ο Τζάκοπο Πέρι γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου 1561 και πέθανε στις 12 Αυγούστου 1633, ήταν Ιταλός συνθέτης και τραγουδιστής της περιόδου της ύστερης Αναγέννησης. Θεωρείται πρωτεργάτης της όπερας και τα έργα Δάφνη (περ. 1597) και Ευρυδίκη (1600) αντιπροσωπεύουν τα πρώτα του είδους τους.

Γεννήθηκε στη Ρώμη και σπούδασε μουσική στη Φλωρεντία με τον Κριστόφανο Μαλβέτσι. Εργάστηκε ως οργανίστας και τραγουδιστής σε πολλές εκκλησίες, ενώ στη συνέχεια βρέθηκε υπό την αιγίδα του Οίκου των Μεδίκων. Εκεί άρχισε να γράφει τα πρώτα του μουσικά έργα, ως επί το πλείστο μαδριγάλια, ιντερμέδια και θεατρική μουσική.

Τη δεκαετία του 1590 γνωρίζει τον Τζάκοπο Κόρσι, φλωρεντινό πάτρονα και χορηγό μουσικών παραστάσεων. Με την πεποίθηση ότι η σύγχρονή τους τέχνη ήταν υποδεέστερη των Αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, αποπειράθηκαν να αναβιώσουν την αρχαιοελληνική τραγωδία, τουλάχιστον στο βαθμό που την κατανοούσαν. Ήδη από την προηγούμενη δεκαετία υπήρχαν παρόμοιες απόπειρες της Φλωρεντινής Καμεράτας για παρόμοιες αναβιώσεις, με αποτέλεσμα τα πρώτα έργα μονωδίας με συνοδεία συνεχούς βάσιμου, εξέλιξη του οποίου είναι η άρια και το ρετσιτατίβο. Σε συνεργασία με τον ποιητή Οττάβιο Ρινουντσίνι έγραψαν τη Δάφνη· παρότι πλέον θεωρείται πως απέχει παρασάγγας απ' αυτό που οι Αρχαίοι Τραγικοί θα αναγνώριζαν, εντούτοις γεννήθηκε ένα νέο είδος που αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο του είδους που σήμερα αναγνωρίζουμε ως όπερα.

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Πέρι συνεργάστηκε και πάλι με τον Ρινουντσίνι, αυτή τη φορά στο έργο "Ευρυδίκη". Η παγκόσμια πρώτη έλαβε χώρα στις 6 Οκτωβρίου του 1600 και αντίθετα με τη "Δάφνη" σώζεται μέχρι σήμερα. Καινοτομία αποτέλεσε η χρήση του ρετσιτατίβο, μια μορφή μουσικής ημι-απαγγελίας, που τοποθετούνταν ανάμεσα σε άριες και χορωδιακά, εξυπηρετώντας τη ροή της πλοκής.

Ο Πέρι έγραψε αρκετές ακόμη όπερες, συχνά σε συνεργασία με άλλους συνθέτες, καθώς και άλλα κομμάτια, κυρίως σχετιζόμενα με το θέαμα. Τα έργα του παίζονται σπάνια στις μέρες μας και μάλιστα, συγκρινόμενα μ' αυτά του πρωτοπόρου Κλαούντιο Μοντεβέρντι, ήδη την εποχή τους φαινόντουσαν παλιομοδίτικα. Ο Πέρι ωστόσο θα μείνει στην ιστορία, τόσο για τη γέννεση του νέου είδους, όσο και για τον βαθμό που επηρέασε τις μετέπειτα γενεές συνθετών.

De Siris

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Μάχη Σαγγάριου


Μάχη Σαγγάριου

Η Μάχη Σαγγάριου έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας (1919-1922), ως αποκορύφωμα της προέλασης του Ελληνικού Στρατού στην μικρασιατική ενδοχώρα. Η έκβαση της μάχης ήταν αμφίρροπη και συντέλεσε στην ανακοπή της πορείας προς Άγκυρα.

Προλεγόμενα

Η Ελληνική Στρατιά ύστερα από τη νικηφόρα προέλαση δια μέσω της Κιουτάχειας, προωθήθηκε στη γραμμή Εσκί Σεχίρ-Αφιόν Καραχισάρ. Οι τουρκικές δυνάμεις αφού απέφυγαν την κύκλωση στην Κιουτάχεια, συνέχισαν την υποχώρησή τους ανατολικά από τις όχθες του Σαγγάριου ποταμού. Στις 15 Ιουλίου 1921, ύστερα από ελληνικό πολεμικό συμβούλιο στην Κιουτάχεια, αποφασίστηκε η συνέχιση της προέλασης προς Άγκυρα.

Το ελληνικό σχέδιο καθόριζε ως σκοπό την καταστροφή των τουρκικών δυνάμεων ανατολικά του Σαγγάριου και στη συνέχεια την κατάληψη της Άγκυρας.

Η ελληνικές δυνάμεις θα προέλαυναν με τρία σώματα στρατού συνολικά 120.000 ανδρών, αποτελούμενες από 9 μεραρχίες πεζικού, 1 ταξιαρχία ιππικού και 2 συντάγματα πυροβολικού. Η περιοχή των επιχειρήσεων περικλείονταν από τα όρη Ελμά Νταγ, Τσελίκ Νταγ και από τους ποταμούς Σαγγάριο και το χωριό Γκεούκ. Στο χωριό αυτό η τουρκική διοίκηση οργάνωσε τρεις αμυντικές τοποθεσίες σε βάθος 25 με 30 χιλιομέτρων, που περιελάμβανε χαρακώματα, ορύγματα με συρματοπλέγματα, πρόχειρα πυροβολεία και θέσεις αυτομάτων όπλων. Η τουρκική πλευρά διέθετε συνολικά 90,000 ένοπλους: 16 μεραρχίες, 3 συντάγματα πεζικού, 4 μεραρχίες και 1 ταξιαρχία ιππικού.

Σύγκρουση

Η επίθεση εκδηλώθηκε το πρωί στις 1 Αυγούστου. Μέχρι τις 8 Αυγούστου οι ελληνικές δυνάμεις πέρασαν τον Σαγγάριο και στραφήκαν βορειοανατολικά. Στις 10 Αυγούστου το Α' και Γ' Σώματα Στρατού εξαπέλυσαν επίθεση με σκοπό την διάσπαση της γραμμής Ινλάρ Κατραντζή-Ιλιτζά. Εν τω μεταξύ το Β' Σώμα Στρατού εκτελούσε κυκλωτικό ελιγμό προς το αριστερό πλευρά της αμυντικής τοτποθεσίας.

Από 11 ως 21 Αυγούσου πραγματοποιήθηκαν σκληρές συγκρούσεις σε όλη την έκταση του μετώπου. Μέχρι τις 21 Αυγούστου η ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να διασπάσουν την αμυντική τοποθεσία και να καταλάβουν την γραμμή Καρά Νταγ-Τσαλ Νταγ-Αρντίζ Νταγ-Κάλε Γκρότο.
Παρουσιάστηκαν όμως σοβαρά προβλήματα, όπως η κούραση των τμημάτων, η έλλειψη εφεδρειών λόγω σημαντικών απωλειών ανδρών, προβλήματα σιτισμού και γενικότερα ανεφοδιασμού του στρατού, τα οποία οδήγησαν στην πτώση του ηθικού του Ελληνικού Στρατού. Από τις 24 Αυγούστου αποφασίστηκε η διακοπή της προέλασης και η μετάπτωση σε άμυνα, καθώς οι προβλέψεις για συνέχιση της επίθεσης ήταν ιδιαίτερα δυσοίωνες. Το απόγευμα της 29ης Αυγούστου αποφασίστηκε η διακοπή των επιχειρήσεων και η υποχώρηση στις θέσεις δυτικά του Σαγγάριου.

Απολογισμός

Οι απώλειες των επιχειρήσεων για τις ελληνικές δυνάμεις ανήλθαν σε 217 αξιωματικούς και 3.565 οπλίτες πεσώντες. Η μάχη του Σαγγάριου σήμανε το τέλος των επιθετικών επιχειρήσεων για τον Ελληνικό Στρατό στην Μικρά Ασία.

De Siris

Σωτήρης Μπαλάφας


Σωτήρης Μπαλάφας

Ο Σωτήρης Μπαλάφας είναι Έλληνας ποδοσφαιριστής που αγωνίζεται στο χώρο της μεσαίας γραμμής ως αμυντικός μέσος και ανήκει στον ΠΑΟΚ. Γεννήθηκε στις 19 Αυγούστου του 1986 στην Άρτα και κατάγεται από το Χανόπουλο.

Καριέρα

Σε συλλογικό επίπεδο

Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο από της ακαδημίες της Αναγέννησης Άρτας και στη συνέχεια αγωνίστηκε στον Εθνικό Φιλιππιάδας ενώ αργότερα επέστρεψε στην ομάδα της Άρτας με τη φανέλα της οποίας αγωνίστηκε για πρώτη φορά στις επαγγελματικές κατηγορίες την αγωνιστική περίοδο 2004/05.Οι εμφανίσεις του στην Αναγέννηση Άρτας σε συνδυασμό με την παρουσία του στην Εθνική Νέων,όπου είχε προπονητή τον Γιώργο Κωστίκο ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν τεχνικός διευθυντής του δικεφάλου και είχε εμπιστοσύνη στις ικανότητες του νεαρού Αρτινού (ενώ μετά την απομάκρυνση του Νίκου Καραγεωργίου ανέλαβε την τεχική ηγεσία του συλλόγου) είχαν ως αποτέλεσμα την έλευση του Μπαλάφα στον ΠΑΟΚ,όπου θεωρήθηκε από κοινού με άλλους νεαρούς ποδοσφαιριστές όπως ο Στέλιος Ηλιάδης,ο Χουσεΐν Μουμίν,ο Λάζαρος Χριστοδουλόπουλος,ο Στέλιος Μαλεζάς,ο Σικαμπάλα,ο Νίκος Αραμπατζής και ο Χρήστος Μελίσσης ως το μέλλον του συλλόγου.

Το ντεμπούτο του στην Α' Εθνική το πραγματοποίησε στην εκτός έδρας ήττα με 1-0 από τη Σκόντα Ξάνθη στην πρεμιέρα της σεζόν 2005/06.Κατά την πρώτη του χρονιά στον ΠΑΟΚ μέτρησε 17 συμμετοχές χωρίς να σκοράρει.Την επόμενη σεζόν είχε 23 συμμετοχές και 2 γκολ ενώ την αγωνιστική περίοδο 2007/08 πέτυχε 3 γκολ σε 24 ματς,τα δύο μάλιστα στα ντέρμπι με τον Άρη (είχε ισοφαρίσει προσωρινά στην εκτός έδρας ήττα με 3-1 στον πρώτο γύρο ενώ άνοιξε το σκορ στο θριαμβευτικό 3-0 του δεύτερου γύρου στην Τούμπα).Κατά τη σεζόν 2008/09 είχε 21 συμμετοχές (η μία στα πλέι οφ) χωρίς να καταφέρει να βρει το δρόμο προς τα δίχτυα της αντίπαλης εστίας ενώ το καλοκαίρι του 2009,η ύπαρξη των Πάμπλο Γκαρσία και Βίκτορ Βιτόλο ειχε ως αποτέλεσμα τον δανεισμό του στον ΠΑΣ Γιάννενα με σκοπό να πάρει χρόνο συμμετοχής.

Στην ομάδα των Ιωαννίνων πρόλαβε να λάβει μέρος σε 11 αγώνες πρωταθλήματος πριν διακοπεί κοινεί συνενέσει ο δανεισμός του τον Ιανουάριο του 2010.Για το δεύτερο μισό της χρονιάς παραχωρήθηκε εκ νέου δανεικός αυτή τη φορά στον Εργοτέλη όπου μέτρησε 8 συμμετοχές. Το καλοκαίρι του 2010 επέστρεψε στο δικέφαλο του Βορρά.Το συμβόλαιο του με τον ΠΑΟΚ λήγει στις 30 Ιουνίου του 2012.

Σε επίπεδο εθνικών ομάδων

Ο Σωτήρης Μπαλάφας έχει διατελέσει διεθνής με τις εθνικές Νέων και Ελπίδων της Ελλάδας.

De Siris

Bill Clinton


Μπιλ Κλίντον 

Ο Γουίλλιαμ Τζέφφερσον "Μπιλ" Κλίντον γεννήθηκε στις 19 Αυγούστου 1946, ήταν ο 42ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, από τον Ιανουάριο του 1993 έως τον Ιανουάριο του 2001. Προηγουμένως είχε διατελέσει Κυβερνήτης της Πολιτείας του Αρκάνσας για 12 συνολικά έτη (1978-1980, 1982-1992), εγκαταλείποντας τη θητεία του για να αναλάβει την προεδρία, ως ο πρώτος Δημοκρατικός Πρόεδρος μετά τον Τζίμμυ Κάρτερ. Είναι παντρεμένος με την πρώην γερουσιαστή της Νέας Υόρκης και πρώην υποψήφια πρόεδρο των εκλογών του 2008, υπουργό εξωτερικών των Η.Π.Α από τις 21 Ιανουαρίου 2009 Χίλαρι Κλίντον, και έχει μία κόρη, την Τσέλσι.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Μπιλ Κλίντον γεννήθηκε στην κωμόπολη Χόουπ (Hope) της Πολιτείας του Αρκάνσας. Ο βιολογικός του πατέρας πέθανε πριν τη γέννησή του, όποτε και ο μέλλων πρόεδρος μεγάλωσε με τη μητέρα του και τους συζύγους της.

Σπουδές

Πήρε το πρώτο πτυχίο του στο πανεπιστήμιο Τζορτζτάουν της Ουάσιγκτον, συνέχισε της σπουδές του με υποτροφία στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και κατόπιν στη νομική σχολή του πανεπιστημίου Γέιλ. Τέλος, πριν την εκκίνηση της πολιτικής του καριέρας, δίδαξε για μικρό χρονικό διάστημα στο πανεπιστήμιο του Αρκάνσας.

De Siris

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

Γιώργος Γουναρόπουλος


Γιώργος Γουναρόπουλος

Ο Γιώργος Γουναρόπουλος γεννήθηκε στη Σωζόπολη της Μαύρης Θάλασσας (σημερινή Βουλγαρία) στις 22 Μαρτίου 1889 και πέθανε στην  Αθήνα στις 17 Αυγούστου 1977, ήταν έλληνας ζωγράφος της Γενιάς του Τριάντα, ο οποίος διακρίθηκε για τους ιδιαιτέρως ονειρικούς του πίνακες.

Βιογραφία

Ο Γιώργος Γουναρόπουλος ήταν το έκτο και τελευταίο παιδί της Άννας και του Ηλία Γουναρόπουλου από την Ανατολική Ρωμυλία. Το 1904, υπό την πίεση της βουλγαρικής κυβέρνησης, η οικογένειά του, όπως και πολλές άλλες οικογένειες Ελλήνων από την Ανατολική Ρωμυλία, αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Ελλάδα. Η οικογένεια περιπλανήθηκε σε διάφορα μέρη: στην Αθήνα, στην Ευξεινούπολη Μαγνησίας, την Ξάνθη και τη Θεσσαλονίκη.

Κατά το 1904, ο 17χρονος Γιώργος Γουναρόπουλος αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αθήνα, για να εργαστεί ως επιγραφοποιός και να βοηθήσει έτσι στην επιβίωση της οικογένειάς του. Επειδή είχε μεγάλο ταλέντο στη ζωγραφική, το 1907 έδωσε εξετάσεις και έγινε δεκτός στο Σχολείο Καλών Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) της Αθήνας. Εκεί σπούδασε προοπτική και σκηνογραφία με δάσκαλο τον Βικέντιο Μποκατσιάμπη, και κατόπιν ζωγραφική, με δασκάλους τον Σπυρίδωνα Βικάτο, τον Γεώργιο Ροϊλό κ.ά. Η επίδραση αυτών των ακαδημαϊκών ζωγράφων της Σχολης του Μονάχου είναι εμφανής στα πρώτα έργα του καλλιτέχνη, τα οποία ο ίδιος αργότερα αποκήρυξε.

Από την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων και μέχρι το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υπηρέτησε επανειλημμένα στον Ελληνικό Στρατό. Την περίοδο εκείνη φιλοτέχνησε προσωπογραφίες στρατιωτικών και πολεμικές σκηνές, όπως και πολλοί άλλοι ζωγράφοι της εποχής του.

Μόλις αποστρατεύθηκε το 1919, έλαβε υποτροφία από τον Αβερώφειο Διαγωνισμό του Πολυτεχνείου και πήγε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του επί τέσσερα χρόνια στην Ακαδημία Ζυλιάν και κατόπιν για έναν χρόνο στην Ακαδημία της Γκραντ Σωμιέρ. Το 1924 άνοιξε δικό του ατελιέ στο Παρίσι, στο 95 της οδού Βοζιράρ (Rue Vaugirard), όπου ήταν και το σπίτι του.

Το 1925 συμμετείχε στην Πανελλήνια Έκθεση στο Ζάππειο, ενώ από το 1926 άρχισε να συνεργάζεται με την παριζιάνικη Galerie Vavain Raspail, για να πραγματοποιήσει εκεί τις τρεις πρώτες ατομικές του εκθέσεις. Το 1928 πραγματοποίησε ατομική έκθεση στην Galerie Jaques Bernhein στο Παρίσι. Την περίοδο αυτή διαμορφώθηκε το προσωπικό του ύφος με τις αχνές γραμμές και τα βαθυγάλανα, κίτρινα, κοκκινωπά και ιώδη χρώματα.

Το 1929, πραγματοποίησε την πρώτη ατομική του έκθεση στην Ελλάδα, με 24 έργα που παρουσίασε στην Αίθουσα Τέχνης Στρατηγοπούλου στην Αθήνα. Η έκθεση είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία, αλλά δίχασε το κοινό και τους κριτικούς.
Οι πιο νέοι κριτικοί τον επαίνεσαν πάρα πολύ. Αντιθέτως, οι οπαδοί της Σχολής του Μονάχου, και κυρίως ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, τον κατηγόρησαν ότι αγνοούσε τους κανόνες της ζωγραφικής.

Το 1931 επέστρεψε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε στα Άνω Ιλίσια. Ακολούθησε ο γάμος του με την μουσικοσυνθέτρια Μαρία Πρωίου και η γέννηση του μοναχογιού τους, του Ηλία, που έγινε αργότερα αρχιτέκτονας. Μόνιμος πλέον στην Αθήνα, ο Γουναρόπουλος συνέχισε να συμμετέχει σε εκθέσεις, ενώ άρχισε να εικονογραφεί βιβλία και να φιλοτεχνεί σκηνικά για θεατρικές παραστάσεις.

Μεταξύ άλλων, το 1934 συμμετείχε στη Μπιενάλε της Βενετίας και το 1935 παρουσίασε έργα του μαζί με τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον Τόμπρο στην «Έκθεση των Τριών» στην Λέσχη Καλλιτεχνών Ατελιέ. Το 1937 ανέλαβε να διακοσμήσει την αίθουσα συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου στο Δημαρχιακό Μέγαρο Αθηνών. Η εκτέλεση του έργου αυτού κράτησε σχεδόν δύο έτη· το αποτέλεσμα ήταν μια μοναδική τοιχογραφία συνολικής επιφάνειας 113 m2 με θέματα παρμένα από την ιστορία της πόλης.

Μετά το τέλος του Πολέμου, η φήμη του Γουναρόπουλου άρχισε να απλώνεται πολύ. Το 1947, συμμετείχε σε ομαδική έκθεση στη Στοκχόλμη μαζί με πολλούς άλλους έλληνες καλλιτέχνες. Την ίδια χρονιά έφυγε για τη Νέα Υόρκη. Τον επόμενο χρόνο πραγματοποίησε ατομική έκθεση στην αμερικανική μεγαλούπολη, στην γκαλερί Hugo του Αλέξανδρου Ιόλα.

Με παραγγελία του βιομήχανου Απόστολου Παπαγεωργίου, το 1951, ο Γουναρόπουλος αγιογράφησε το παρεκκλήσι της Αγίας Τριάδας στο Αχιλλοπούλειο Νοσοκομείο Βόλου. Πρόκειται για έργο μοναδικό στο είδος του που δεν συγκρίνεται με καμία άλλη παραδοσιακή (βυζαντινή) ή μη αγιογράφηση.

Το 1955, συμμετείχε σε διεθνή ομαδική έκθεση στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας μαζί με άλλους γνωστούς Έλληνες ζωγράφους. Το 1958, παρουσίασε έργα του στην γκαλερί Ζυγός της Αθήνας και στον διεθνή διαγωνισμό Γκουγκενχάιμ (Guggenheim) σε αίθουσα της Αμερικάνικης Υπηρεσίας Πληροφοριών, όπου και έλαβε το αντίστοιχο ελληνικό βραβείο Γκουγκενχάιμ. Ακολούθησαν ατομικές εκθέσεις στην Αθήνα και πολλές συμμετοχές σε ομαδικές εκθέσεις εκτός Ελλάδας: στο Άαχεν της Γερμανίας (1959), στη Μπιενάλε του Σάο Πάολο (1959), στην Αμμόχωστο (1960), στη Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (1963), στις Βρυξέλλες (1964) και στο Μπουένος Άιρες (1964).

Από το 1965, ο Γουναρόπουλος άρχισε να πραγματοποιεί ατομικές εκθέσεις στην αθηναϊκή γκαλερί Άστορ, σε μια συνεργασία που διήρκεσε μέχρι τον θάνατο του καλλιτέχνη.

Το 1975, η Εθνική Πινακοθήκη τίμησε τον Γουναρόπουλο με μεγάλη αναδρομική έκθεση έργων του. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για την τιμή που του έγινε, ο ζωγράφος χάρισε στην Εθνική Πινακοθήκη δεκαπέντε μεγάλους πίνακες, αντιπροσωπευτικούς της εξηντάχρονης καλλιτεχνικής του πορείας. Στο απόγειο πλέον της φήμης του, παρουσίασε έργα του σε μερικές ακόμα ομαδικές εκθέσεις, καθώς και σε μία ακόμα ατομική έκθεση στη γκαλερί Άστορ (Απρίλιος 1977), πριν φύγει για πάντα από τη ζωή.

Πέθανε στις 17 Αυγούστου του 1977 και κηδεύτηκε την μεθεπομένη στο Νεκροταφείο Ζωγράφου. Αν και πολύ γνωστός στο ευρύ κοινό, η κηδεία του δεν έγινε με δημόσια δαπάνη. Το 1978, ο γιος του δώρισε το σπίτι του καλλιτέχνη, όπου ήταν και εργαστήριό του, στο Δήμο Ζωγράφου για να γίνει το Μουσείο Γιώργου Γουναρόπουλου.

Το έργο του

Ο Γουναρόπουλος υπήρξε μοναδικός στην τεχνοτροπία του. Η παρισινή εικαστική σκηνή των αρχών του 20ού αι. τον έκανε να απαρνηθεί την ακαδημαϊκή τεχνοτροπία, αλλά και τον ιμπρεσιονισμό και να δημιουργήσει ένα απολύτως προσωπικό ύφος, το οποίο δεν κατατάσσεται εύκολα σε κάποια κατηγορία.

Οι πίνακές του έχουν έναν υπερβατικό χαρακτήρα: εξαϋλωμένες μορφές σχεδιασμένες με λίγες λιτές γραμμές που χάνονται μέσα σε ονειρώδη χρώματα βαθυγάλανα, κιτρινοκόκκινα έως ιώδη. Στα έργα του Γουναρόπουλου, γυναικείες μορφές, δένδρα, νεκρές φύσεις με ψάρια και όστρακα σμίγουν σε μυθώδη ποιητικά οράματα. Ακόμα και οι προσωπογραφίες του με κάρβουνο ή μολύβι έχουν χαρακτήρα φευγαλέου ονείρου.

Ωστόσο, γι' αυτή την εμμονή του στα ποιητικά και συμβολικά θέματα, στη «συμπαντική ζωγραφική» όπως έλεγε ο ίδιος[10], ορισμένοι κριτικοί τον επέκριναν για «κάπως περιορισμένη ή κάπως obsédée (σικ) φαντασία».

Ως δημιουργός, ο Γουναρόπουλος ήταν παραγωγικότατος. Έργα του υπάρχουν στο Μουσείο Γ. Γουναρόπουλου, στην Εθνική Πινακοθήκη, στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και σε πολλές άλλες δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές. Σημειώνεται ότι τα έργα του τα υπέγραφε με το ακρώνυμο G. Gounaro.

De Siris