Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών


Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών

Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών, γεννήθηκε το 811 και πέθανε στις 29 Αυγούστου 886, υπήρξε ο ιδρυτής της Μακεδονικής δυναστείας. Ταπεινής καταγωγής, κέρδισε την εύνοια του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ', ο οποίος τον έστεψε συμβασιλέα το 866, προτού ο Βασίλειος τον ανατρέψει με πραξικόπημα το 867. Ο Βασίλειος βασίλεψε μέχρι το θάνατό του το 886.

Η διακυβέρνησή του σημαδεύτηκε από μια σειρά επιτυχίες στην Ανατολή κατά των Αράβων και των Παυλικιανών, και στη Δύση, όπου η Δαλματία και η νότια Ιταλία επανήλθαν υπό βυζαντινή κυριαρχία.

Ήταν άνθρωπος ταπεινής καταγωγής, γεννήθηκε στην Χαριούπολη της Θράκης από οικογένεια χωρικών, ανέβηκε στο θρόνο μετά από μια ανοδική πορεία στη διοικητική ιεραρχία της Πρωτεύουσας, έως ότου γίνει ευνοούμενος και φίλος του Αυτοκράτορα Μιχαήλ, και χρισθεί τελικά συναυτοκράτορας. Η ταπεινή του καταγωγή οδήγησε τους απογόνους του να δημιουργήσουν το θρύλο ότι κατάγονται από την αρμενική βασιλική οικογένεια των Αρσακιδών. Ωστόσο, την ελληνική του καταγωγή επιβεβαιώνει και το όνομα της μητέρας του (Παγκαλώ).[1]
Ήταν μεγαλόσωμος, δυνατός και ρωμαλέος, εξαιρετικά φιλόδοξος, αλλά εντελώς αγράμματος. Συνωμότησε στη δολοφονία του θείου και σύμβουλου του Μιχαήλ Βάρδα, αλλά και του ίδιου του αυτοκράτορα, τον οποίο δυστύχησε η μητέρα του Θεοδώρα να δει να πεθαίνει με αυτόν τον τρόπο, έχοντας επαληθευθεί η πρόβλεψή της ότι ο Βασίλειος θα ήταν το τέλος της δυναστείας της οικογένειάς της. Υπό την απαίτηση δε του ίδιου του Μιχαήλ, παντρεύτηκε την ερωμένη του αυτοκράτορα Ευδοκία Ιγγερίνα, από την οποία απέκτησε τρεις γιους (είχε ήδη άλλον ένα, τον Κωνσταντίνο, από τον πρώτο του γάμο με την συντοπίτισσα του Μαρία).

Εξεδίωξε τον πατριάρχη Φώτιο, και εγκατέστησε τον Ιγνάτιο, αλλά με το θάνατο του τελευταίου, επανέφερε το Φώτιο στον πατριαρχικό θρόνο. Οι λόγοι της αρχικής απομάκρυνσης του Φώτιου σχετίζονται με τη στάση του απέναντι στον Πάπα και την ένταση που είχε προκληθεί ανάμεσα στις δυο εκκλησίες. Ο Βασίλειος αρχικά θέλησε να προσεταιριστεί τον Πάπα ως τμήμα της πολιτικής του στην Ιταλία, αλλά η πολιτική του αυτοκράτορα κατά των εκχριστιανισμό των Βουλγάρων και την οργάνωση της νέας εκκλησίας οδήγησε σε νέα διαφωνία ανάμεσα στις δυο εκκλησίες.

Υπήρξε ικανός αυτοκράτορας. Με τα μέτρα που έλαβε για τη δικαιοσύνη και τα δικαστήρια έθεσε τις βάσεις για την ισχυροποίηση του κράτους, ενώ φρόντισε για την προστασία των μικροκαλλιεργητών από την απληστία των «δυνατών» και από τη διαφθορά των δημόσιων υπαλλήλων. Το νομοθετικό του έργο είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Ανάμεσα στα έτη 879-886 εξέδωσε την «Επαναγωγή», μια αναθεωρημένη συλλογή νόμων. Έκανε λαμπρές στρατιωτικές εκστρατείες, αποκαθιστώντας τη βυζαντινή κυριαρχία στη Δαλματία και την Αδριατική, και έθεσε τις βάσεις για την επάνοδο του Βυζαντίου στη Ν. Ιταλία. Στην Ανατολή πέτυχε σημαντικές νίκες κατά των Σαρακηνών, και εξουδετέρωσε τους παυλικιανούς αιρετικούς που με την υποστήριξη των Αράβων είχαν γίνει ιδιαίτερα ισχυροί, καταλαμβάνοντας τη βάση τους στην Τεφρική. Τέλος ακολούθησε σημαντικότατο πρόγραμμα επισκευών, αποκαταστάσεων και ανεγέρσεων μνημείων, με αποκορύφωμα τη Νέα Εκκλησία στην Κωνσταντινούπολη.

Αγαπούσε υπερβολικά τον πρωτότοκο γιο του Κωνσταντίνο ο οποίος όμως πέθανε νωρίς, βυθίζοντας τον Αυτοκράτορα στη θλίψη. Χωρίς προφανή λόγο, δε συμπαθούσε διόλου τον δεύτερο γιο του και μετέπειτα αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ' το Σοφό, τον οποίο μάλιστα είχε συστηματικά διώξει, μέχρι του σημείου της φυλακίσεώς του.

Ο Βασίλειος σκοτώθηκε σε ατύχημα με το άλογό του ενώ κυνηγούσε. Είναι πιθανό να δολοφονήθηκε και από τον Λέοντα σε συνωμοσία του με τον στενό σύμβουλο του Βασιλείου Στυλιανό Ζαούτζη, τον πατέρα της ερωμένης του Λέοντα, Ζωής.

De Siris