Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Αυτόνομη Δημοκρατία Β. Ηπείρου (1914)


Αυτόνομη Δημοκρατία Β. Ηπείρου (1914)

Η προσωρινή κυβέρνηση της Βόρειας Ηπείρου, συγκροτήθηκε από εκπροσώπους των Βορειοηπειρωτών στις 17 Φεβρουαρίου 1914 στο Αργυρόκαστρο. Προσωρινός πρόεδρος ορίστηκε ο Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος. Κύρια επιδιώξή της ήταν η αυτονομία της περιοχής και η προστασία βασικών δικαιωμάτων του ελληνικού πληθυσμού, έστω και εντός του αλβανικού κράτους, στο οποίο επιδικάστηκε αργότερα.

Για να γίνει κατανοητός ο ρόλος της προσωρινής κυβέρνησης θα πρέπει να ληφθούν υπόψη όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν: πρώτη είσοδος του ελληνικού στρατού στη Βόρεια Ήπειρο κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, επιδίκαση της περιοχής στην Αλβανία από τις Μεγάλες Δυνάμεις και αποχώρηση του ελληνικού στρατού.

Όπως επίσης και τα γεγονότα που ακολούθησαν: συγκρούσεις μεταξύ Βορειοηπειρωτών με αλβανικά ένοπλα σώματα, η υπογραφή Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Εθνικός Διχασμός, οι πολεμικές περιπέτειες τις Ελλάδας μέχρι το 1922 καθώς και όλο τα διπλωματικό παρασκήνιο που επιδίκασε οριστικά στην Αλβανία την περιοχή (1924).
Βόρεια Ήπειρος και Βαλκανικοί πόλεμοι

Τον Μάρτιο του 1913, κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο, ο ελληνικός στρατός, μετά την νίκη στο Μπιζάνι, απελευθέρωσε τα Ιωάννινα και στη συνέχεια προήλασε βόρεια. Η Χειμάρρα ήταν ήδη υπό ελληνικό έλεγχο από τις 5 Νοεμβρίου 1912, όταν ο Χειμαρριώτης Σπύρος Σπυρομήλιος αποβιβάστηκε χωρίς να συναντήσει ιδιαίτερη αντίσταση. Στο τέλος των Βαλκανικών πολέμων οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις ήλεγχαν την περιοχή που μετέπειτα ονομάστηκε Βόρεια Ήπειρος, φτάνοντας την γραμμή Κεραύνιων Ορέων δυτικά, ως Λίμνης Πρέσπας ανατολικά.
Το ίδιο διάστημα, στις 28 Νοεμβρίου, στην Αυλώνα, ανακηρύχθηκε από τους Αλβανούς η ανεξαρτησία της Αλβανίας.

Η ανακήρυξη της αυτονομίας

Στις 13 Φεβρουαρίου 1914, η Πανηπειρωτική Συνέλευση (σώμα που αποτελούνταν από εκπροσώπους της περιοχής), αποφάσισε ότι εφόσον δεν επιτεύχθηκε η ένωση με την Ελλάδα θα δέχονταν μόνο τοπική αυτονομία. Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος κατάληψης της περιοχής από αλβανικά σώματα ενόπλων ατάκτων και να προστατευθεί ο πληθυσμός της περιοχής, ο Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος, (πρώην υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας με καταγωγή από το Κεστοράτι Αργυροκάστρου) ανακήρυξε την «Αυτόνομη Δημοκρατία της Βορείου Ηπείρου» στο Αργυρόκαστρο, στις 28 Φεβρουαρίου.

Στην προκήρυξη της αυτονομίας προς τον λαό της Βορείου Ηπείρου αποκάλυπτε ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις τους είχαν αρνηθεί όχι μόνο την αυτονομία εντός του αλβανικού κράτους, αλλά και εγγυήσεις για βασικά ανθρώπινα δικαιώματά τους.

  «Ηπειρώται,
η εν Αργυροκάστρω συνελθούσα Συντακτική Συνέλευσις των αντιπροσώπων, ους ομοφώνως ανέδειξεν η γνώμη του Λαού, ανεκύρηξεν την ίδρυσιν της Αυτονόμου Πολιτείας της Βορείου Ηπείρου, αποτελεσθησομένη εκ των Επαρχιών τας οποίας εξαναγκάζεται όπως εγκαταλείψει ο ελληνικός στρατός...
Η Βόρειος Ήπειρος κηρύσσει την ανεξαρτησίαν της και προσκαλεί τους πολίτας της όπως υποβαλλόμενοι εις πάσαν θυσίαν προασπίσωσι την ακεραιότητα του εδάφους και τας ελευθερίας της, από πάσης προσβολής.»  
— Η Προσωρινή Κυβέρνησις, ο Πρόεδρος Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος

Η προκήρυξη υπογραφόταν και από τους μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως, Κορυτσάς και Βελάς και Κονίτσης. Αργότερα θα οριστούν και οι αρμόδιοι υπουργοί ανά τομέα:

Εξωτερικών: Αλέξανδρος Καραπάνος
Στρατιωτικών: Συνταγματάρχης Δημήτριος Δούλης
Οικονομίας: Ιωάννης Παρμενίδης
Παιδείας και Θρησκευτικών: Mητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Bασίλειος.

Ο Ζωγράφος κοινοποίησε στην Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου, τον διορισμό του ως πρόεδρο της προσωρινής κυβέρνησης της Αυτόνομης Ηπείρου και δήλωσε ότι οι Βορειοηπειρώτες θα αμύνονταν με τα όπλα σε κάθε προσπάθεια της αλβανικής χωροφυλακής να περάσει τα σύνορά τους. Στο αυτόνομο αυτό κράτος εκτός από το Αργυρόκαστρο, συμπεριλαμβάνονταν η Χειμάρρα, το Δέλβινο, η Πρεμετή, οι Άγιοι Σαράντα, η Ερσέκα. Η ευρύτερη περιοχή της Κορυτσάς ενώ, γεωγραφικά, αποτελούσε τμήμα της βόρειας Ηπείρου δεν συμπεριλαμβάνονταν εξαρχής στο αυτόνομο κράτος.

Η θέση της ελληνικής κυβέρνησης

Η εξέγερση στην Βόρειο Ήπειρο δεν προέρχονταν ούτε υποστηρίζονταν από την ελληνική κυβέρνηση, συναισθηματικά μόνο συμπαραστέκονταν στους Βορειοηπειρώτες. Η θέση του πρωθυπουργού της Ελλάδας Ελευθέριου Βενιζέλου ήταν ιδιαίτερα δύσκολη στο θέμα, καθώς έπρεπε να εγκαταλείψει τους ελληνικούς πληθυσμούς στις διαθέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων χωρίς να εξασφαλίσει καμία εγγύηση για την ασφάλειά τους.

Στις 9 Μαρτίου ο ελληνικός στόλος απέκλεισε το λιμάνι των Αγίων Σαράντα και τις επόμενες μέρες απαγόρεψε διαδήλωση στην Αθήνα υπέρ του βορειοηπειρωτικού ζητήματος. Αυτές οι ενέργειες είχαν ως σκοπό να πείσουν τις Μεγάλες Δυνάμεις ότι η Ελλάδα τηρεί αυστηρή στάση και δεν συμμετέχει σε καμμία περίπτωση στο αυτονομιστικό κίνημα στη Βόρεια Ήπειρο.

Οι ένοπλες συγκρούσεις

Στις 1 Μαρτίου 1914, ο Συνταγματάρχης Κοντούλης, κατόπιν εντολής παραδίδει την Κορυτσά, την Μοσχόπολη και λίγες μέρες αργότερα το Λεσκοβίκι, στην νεοσυσταθείσα αλβανική χωροφυλακή[1]. Επακολούθησαν σοβαρές ταραχές και ένοπλες συγκρούσεις, μεταξύ αλβανικών και βορειοηπειρωτικών δυνάμεων, οι οποίες γενικεύτηκαν σε πολλές περιοχές. Οι Βορειοηπειρώτες, που είχαν οργανώσει τοπικές ένοπλες ομάδες, με την ονομασία «Ιεροί Λόχοι», κατέλαβαν την Ερσέκα και μέχρι το Μάιο του ίδιου έτους προήλασαν στο Φρασάρι και την Κορυτσά.

Για ένα διάστημα ξέσπασαν συγκρούσεις στην περιοχή της Κορυτσάς και για λίγες μέρες η πόλη πέρασε στα χέρια των αυτονομιστών, όμως μετά από ενισχύσεις της αλβανικής πλευράς η εξέγερση καταπνίγηκε. Ακολούθησαν φυλακίσεις και εξορίες πολλών Κορυτσαίων, όπως του τοπικού μητροπολίτη Γερμανού.

Το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας

Με την διαμεσολάβηση Αλβανών και Ζωγράφου στις 4 (17) Μαΐου υπογράφτηκε το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας. Η Βόρεια Ήπειρος αποκτούσε επίσημα την αυτονομία της, υπό την αιγίδα του πρίγκηπα Βηντ της Αλβανίας, ο οποίος όμως δεν είχε ουσιαστικές αρμοδιότητες. Η αλβανική κυβέρνηση θα είχε το δικαίωμα να διορίζει και να απολύει τους κυβερνήτες και τους ανώτερους υπαλλήλους. Άλλοι όροι της συμφωνίας προέβλεπαν την στρατολόγηση αυτοχθόνων στην χωροφυλακή, την απαγόρευση παραμονής στρατιωτικών μονάδων αποτελούμενων από μη εντόπιους στην περιοχή. Προβλέπονταν επίσης, η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία, αν και στις τρεις πρώτες τάξεις η αλβανική θα διδάσκονταν παράλληλα με την ελληνική. Η θρησκευτική διδασκαλία, όμως, θα γίνονταν μόνο στα ελληνικά.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις θα εγγυόνταν για την διατήρηση και την εκτέλεση των παραπάνω μέτρων.

Οι ένοπλες συγκρούσεις μετά την υπογραφή του πρωτοκόλλου περιορίζονται αισθητά, χωρίς όμως να πάψουν απευθείας. Σύμφωνα με άρθρο του πρωτοκόλλου, η περιοχή της Κορυτσάς που τότε βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της αλβανικής χωροφυλακής, η οποία διοικούνταν από Ολλανδούς και Αυστριακούς αξιωματικούς, έπρεπε να επιδικαστεί στην προσωρινή κυβέρνηση της Αυτόνομης Ηπείρου. Τελικά, στις 8 Ιουλίου η Κορυτσά βρίσκεται υπό βορειοηπειρωτική διοίκηση, ύστερα από έφοδο. Τον ίδιο μήνα και το Τεπελένι τέθηκε υπό τον έλεγχο της προσωρινής κυβέρνησης.

Επίλογος

Στις 17 Μαΐου 1914 εκδηλώθηκε επανάσταση στην κεντρική Αλβανία, υποκινούμενη από τους Νεότουρκους που έθεσε σε κίνδυνο την ισχύ του Πρωτοκόλλου. Οι δραστηριότητες των επαναστατών αυτών ανησύχησαν τον Ε. Βενιζέλο, φοβούμενος εκτεταμένες λεηλασίες και σφαγές αμάχων από την πλευρά τους.

Η Βόρεια Ήπειρος υπό ελληνική διοίκηση (Οκτ. 1914-Σεπ. 1916)

Τελικά, στα τέλη Οκτωβρίου του ιδίου έτους, και ενώ είχε ξεσπάσει ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, μετά από την συγκατάθεση των Μεγάλων Δυνάμεων[3][4], ο ελληνικός στρατός εισήλθε για δεύτερη φορά στην περιοχή, ως παράγοντας σταθεροποίησης και προστασίας του πληθυσμού. Έτσι η προσωρινή κυβέρνηση τυπικά έπαψε να υπάρχει και η Βόρεια Ήπειρος βρίσκονταν ξανά υπό την προστασία του ελληνικού κράτους. Ο Βενιζέλος μάλιστα δήλωσε στο ελληνικό κοινοβούλιο ότι μόνο κολοσσιαία λάθη θα αποστερούσαν από την Ελλάδα την Βόρειο Ήπειρο. Μετά την παραίτηση του Βενιζέλου οι επόμενες φιλοβασιλικές κυβερνήσεις προέβησαν σε ενέργειες που απομάκρυναν την Ελλάδα από τις δυνάμεις της Αντάντ, ιδιαίτερα λόγω της στάσης της να επιμείνει στην ουδετερότητα και να μην εισέλθει με το πλευρό της στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στις αρχές του 1916 η περιοχή της Βορείου Ηπείρου συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές εκλέγοντας 16 εκπροσώπους στο κοινοβούλιο. Τον Μάρτιο, με βασιλικό διάταγμα ανακηρύχθηκε η ένωση της περιοχής, η οποία διοικητικά αποτελούνταν από τους νομούς Αργυροκάστρου και Κορυτσάς.

Ιταλική, γαλλική κυριαρχία και οριστική επιδίκαση στην Αλβανία

Οι πολιτικές συγκυρίες που ακολούθησαν και η δυσμενής κατάσταση που βρέθηκε η Ελλάδα τα επόμενα χρόνια, με τον Εθνικό Διχασμό, οδήγησαν στη διαίρεση της χώρας σε δύο επί μέρους κράτη (της Θεσσαλονίκης και των Αθηνών). Επίσης, οι διπλωματικές μηχανορραφίες των Μεγάλων Δυνάμεων, οδήγησαν αρχικά στην είσοδο των Ιταλικών (Αργυρόκαστρο) και Γαλλικών (Κορυτσά) στρατευμάτων.

Μετά τη λήξη του πολέμου, το 1921 αποφασίστηκε η οριστική επιδίκαση της περιοχής στην Αλβανία. Η ενσωμάτωση όμως στην Αλβανία, συνοδεύτηκε, με πολύ πιο περιορισμένα δικαιώματα για τον πληθυσμό της περιοχής και χωρίς την αναγνώριση ενός αυτόνομου κράτους, σύμφωνα με τους όρους του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας και τις εγγυήσεις που δόθηκαν από την Αλβανία προς την Κοινωνία των Εθνών.

De Siris

Ντίνος Δημόπουλος


Ντίνος Δημόπουλος

Ο Ντίνος Δημόπουλος, του Χρήστου, ήταν Έλληνας ηθοποιός, σκηνοθέτης του θεάτρου και του κινηματογράφου, θεατρικός συγγραφέας και λογοτέχνης. Γεννήθηκε στο Πάλαιρο Ακαρνανίας στις 21 Αυγούστου του 1921 και πέθανε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2003.

Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του συνέχισε σπουδές στη Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και παράλληλα στη Δραματική Σχολή Γιαννούλη Σαραντίδη από την οποία, λαμβάνοντας το δίπλωμά του, εγκατέλειψε στο τρίτο έτος τη Νομική προκειμένου ν΄ ασχοληθεί με το θέατρο. Στην αρχή εργάσθηκε ως ηθοποιός, «ζεν πρεμιέ», σχεδόν σε όλα τα μεγάλα θέατρα της Αθήνας όπως στο Εθνικό, Κοτοπούλη, Λογοθετίδη, Κατερίνας, Μουσούρη, Αθηνών κ.ά.

Στη συνέχεια ο Ντίνος Δημόπουλος ασχολήθηκε με τη σκηνοθεσία (1953), τόσο του θεάτρου όσο και του κινηματογράφου. Έχει σκηνοθετήσει περίπου 50 θεατρικά έργα τα οποία και ανεβάστηκαν στις αθηναϊκές σκηνές και περισσότερες από άλλες τόσες κινηματογραφικές ταινίες. Επίσης και ως σεναριογράφος έχει γράψει επτά θεατρικά έργα εκ των οποίων ξεχωρίζουν «Ο Εισαγγελέας», «Ο επόμενος» και «Βασίλειος πρώτος ο δούλος». Τελευταία είχε επίσης ασχοληθεί με το ραδιόφωνο και τη τηλεόραση.

Ο Ντίνος Δημόπουλος υπήρξε ιδρυτής Δραματικής Σχολής και ήταν μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, ενώ είχε διατελέσει Πρόεδρος της Επιτροπής χορήγησης διπλωμάτων του Υπουργείου Πολιτισμού, στις Δραματικές Σχολές του θεάτρου και κινηματογράφου. Είχε εκπροσωπήσει την Ελλάδα με ταινίες του σε διεθνή φεστιβάλ όπως στο Φεστιβάλ Βερολίνου, Καννών, Καΐρου, Βιέννης κ.α. Είχε επίσης διακριθεί με δύο ελληνικά κρατικά Βραβεία Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1967), με Έπαινο Κρατικού Βραβείου θεάτρου (1974) καθώς και με Κρατικό Βραβείο θεάτρου (1975), Χρυσό Βραβείο στο Φεστιβάλ Καΐρου (1994), καθώς και Πρώτο Βραβείο φεστιβάλ Βιέννης τον ίδιο χρόνο.

Πρώτη του ταινία ήταν «Οι ουρανοί είναι δικοί μας». Από τις ταινίες του στη συνέχεια ξεχώρισαν η «Μανταλένα», «Πυρετός στην άσφαλτο», «Κοινωνία ώρα μηδέν» «Ο Ήλιος του θανάτου» κ.ά. Υπήρξε μόνιμος συνεργάτης της Φίνος Φιλμ.
Ο Ντίνος Δημόπουλος ήταν παντρεμένος αρχικά με την Βεατρίκη Δεληγιάννη και αργότερα με την ηθοποιό Φλωρέτα Ζάννα, μιλούσε επίσης αγγλικά και γαλλικά και ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών. Πέθανε στις 28 Φεβρουαρίου του 2003 από καρδιακό επεισόδιο.

Φιλμογραφία

Ταινίες

1. Οι ουρανοί είναι δικοί μας (1953)
2. Χαρούμενο ξεκίνημα (1954)
3. Τζο ο τρομερός (Πράκτωρ 000) (1955)
4. Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας (1955)
5. Το αμαξάκι (1957)
6. Ο άνθρωπος του τραίνου (1958)
7. Στουρνάρα 288 (Φτώχεια και αριστοκρατία) (1959)
8. Αστέρω (1959)
9. Αμαρυλλίς (Το κορίτσι της αγάπης) (1959)
10. Το κλωτσοσκούφι (1960)
11. Μανταλένα (1960)
12. Η Λίζα και η άλλη (1961)
13. Ο Θόδωρος και το δίκαννο (1962)
14. Ταξίδι (1962)
15. Αμόκ (1963)
16. Λόλα (Λόλα της Τρούμπας) (1964)
17. Ένας μεγάλος έρωτας (1964)
18. Η βίλλα των οργίων (1964)
19. Δεσποινίς διευθυντής (1964)
20. Οι εχθροί (1965)
21. Μια τρελλή... τρελλή οικογένεια (1965)
22. Τζένη Τζένη (1966)
23. Κατηγορώ τους ανθρώπους (1966)
24. Οι κυρίες της αυλής (1966)
25. Κοινωνία ώρα μηδέν (1966)
26. Κοντσέρτο για πολυβόλα (1967)
27. Πυρετός στην άσφαλτο (1967)
28. Κάτι κουρασμένα παλληκάρια (1967)
29. Μια Ιταλίδα απ' την Κυψέλη (1968)
30. Η αρχόντισσα και ο αλήτης (1968)
31. Το θύμα (1969)
32. Η ωραία του κουρέα (1969)
33. Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά (1969)
34. Το λεβεντόπαιδο (1969)
35. Η νεράιδα και το παλληκάρι (1969)
36. Μια γυναίκα στην αντίσταση (1970)
37. Να 'τανε το 13 να 'πεφτε σε μας (1970)
38. Πίσω μου σ' έχω σατανά (1971)
39. Αγάπησα μια πολυθρόνα (1971)
40. Η κόρη του ήλιου (1971)
41. Ο φαντασμένος (1973)
42. Ο βάλτος (1973)
43. Οι βάσεις και η Βασούλα (1975)
44. Ο ήλιος του θανάτου (1978)
45. Τρελλός και πάσης Ελλάδος (1983)
46. Τα δελφινάκια του Αμβρακικού (1993)

Ντοκιμαντέρ

1. Η Ελλάδα και η θάλασσα (1976)
2. Το περιβόλι της Παναγιάς (1977)

Σενάρια (σκηνοθεσία άλλων)

1. Οι μεγάλοι δρόμοι (1953, σκην. Γρηγόρης Γρηγορίου)
2. Μια βδομάδα στον παράδεισο (1964, σκην. Ίων Νταϊφάς)
3. Να ζει κανείς ή να μη ζει; (1966, σκην. Ορέστης Λάσκος)
4. Ο φαφλατάς (1971, σκην. Κώστας Καραγιάννης)
5. Οι άντρες ξέρουν ν' αγαπούν (1971, σκην. Απόστολος Τεγόπουλος)
6. Εγωιστές (1971, σκην. Κώστας Καραγιάννης)
7. Αέρα! Αέρα! Αέρα! (1972, σκην. Κώστας Ανδρίτσος)

Ρόλοι

1. Χαμένοι άγγελοι (1948)
2. Οι Γερμανοί ξανάρχονται (1948)
3. Θύελλα στο φάρο (1950)
4. Κατέστρεψα μια νύχτα τη ζωή μου (1951)
5. Οι μεγάλοι δρόμοι (1953)


Τηλεόραση


1. Ρωμαίος και Ιουλιέτα (26 επεισόδια, ΥΕΝΕΔ 1975)
2. Μίνι μάρκετ ονείρων (12 επεισόδια, ΕΤ 2 1991)

Θέατρο

Σκηνοθεσίες

1. Το στραβόξυλο (1958 και 1969)
2. Το έκτο πάτωμα (1958 και 1965)
3. Δεν παίζουν με τον έρωτα (1958 και 1973)
4. Εν πλω (1958)
5. Σίμων και Λώρα (1961)
6. Επτά θανάσημα αμαρτήματα (1962)
7. Μια πόρτα δραχμές πεντακόσιες (1962)
8. Εμπρός να γδυθούμε (1962)
9. Τα πράσινα δάχτυλα (1964)
10. Αντροτραγανίστρα (1965)
11. Ο αχόρταγος (1966)
12. Έξι φορές την εβδομάδα (1967)
13. Ένας βλάκας και μισός (1967)
14. Ο κουτσομπόλης (1968)
15. Αριστείδης ο ατυχής (1969)
16. Ο Ευκλείδης και το κλειδί του (1969)
17. Μια λαίδη στο σφυρί (1970)
18. Τσιν τσιν (1970)
19. Ντόρα (1972)
20. Μικρές αλεπούδες (1973)
21. Ένα κορίτσι στ' αγκίστρι μου (1974)
22. Ο γενικός γραμματεύς (1975)
23. Τιμή ευκαιρίας για τον παράδεισο (1976)
24. Η διαβολεμένη μυλωνού (1976)
25. Η γειτονιά του Τσέχωφ (1976)
26. Ο επόμενος (1977)
27. Ο Καζανόβας στην Κέρκυρα (1978)
28. Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια (1979)
29. Φλάντρω (1979)
30. Παπαφλέσσας (1980)
31. Ο εισαγγελέας (1981)
32. Ο δύσκολος (1983)
33. Ο πρωτευουσιάνος (1984)
34. Υπάρχει και φιλότιμο (1986)
35. Ένας πολίτης υπεράνω υποψίας (1986)
36. Η έκρηξη (1987)
37. Συμβιβαστήκαμε (1992)

Θεατρικά έργα

1. Ο επόμενος (1974)
2. Ο εισαγγελέας (1981)
3. Βασίλειος Πρώτος ο δούλος (1981)
4. Υάκινθος και Ιουλιέτα (1988)
5. Το παιδί που κυνηγούσε τα αγριοπούλια (1994)

Λογοτεχνία

1. Ο μαστρο-Πολύξερος και η παρέα του (1985)
2. Αν όλα τα πιτσιρίκια του κόσμου (1987)
3. Η μεσαία όχθη (1989)
4. Τα δελφινάκια του Αμβρακικού (1989)
5. Ο μαστρο-Πολύξερος και η μαγική βάρκα (1992)
6. Οι ερωτύλοι (1995)
7. Το γειτονόπουλο του καλοκαιριού (1996)
8. Τέσσερα Χριστουγεννιάτικα διηγήματα (1996)
9. Ένας σκηνοθέτης θυμάται... (1998)
10. Οι εραστές της Μύρινθας (2000)
11. Ο Βάνκα και τ' αδέσποτα (2000)
12. Γράμμα στο Θεό (2001)

De Siris

Henry James


Χένρι Τζέιμς 

Ο Χένρι Τζέιμς γεννήθηκε στις 15 Απριλίου 1843 και πέθανε στις 28 Φεβρουαρίου 1915. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς του 19ού αιώνα και ένας από τους κύριους εκπροσώπους του ρεαλισμού στη λογοτεχνία.

Ο Χένρι πειραματίστηκε με το αφηγηματικό ύφος του μυθιστορήματος και διείσδυσε σε θέματα που έχουν να κάνουν με τη συνείδηση και την αντίληψη του ατόμου. Οι χαρακτήρες των μυθιστορημάτων του εξωτερικεύονται και παραθέτουν τη δική τους εκδοχή για τη σειρά των πραγμάτων. Ήταν επίσης ένας από τους θεμελιωτές της κριτικής των λογοτεχνικών έργων και παρότρυνε τους υπόλοιπους συγγραφείς, να παρουσιάζουν την άποψή τους για τον κόσμο μέσα από τα έργα τους. Έζησε σαράντα χρόνια στην Αγγλία και τα μυθιστορήματά του αναφέρονται συχνά σε αμερικάνους και στις σχέσεις τους με την Ευρώπη και τους ευρωπαίους. Βιογράφοι και κριτικοί έχουν εντοπίσει ότι σημαντικές επιρροές για το έργο του αποτέλεσαν οι Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Ερρίκος Ίψεν, Ναθάνιελ Χόθορν και Ιβάν Τουργκένιεφ.

Βιογραφία

Ο Τζέιμς γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1843 και ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας διανοούμενων. Ο πατέρας του, ο Χένρι Τζέιμς ο πρεσβύτερος, θεολόγος και φιλόσοφος, ήταν ένας από τους σημαντικότερους λόγιους στην Αμερική του 19ου αιώνα. Τα αδέλφια του ήταν ο ψυχολόγος και φιλόσοφος Γουίλιαμ Τζέιμς και η συγγραφέας Άλις Τζέιμς. Ο Τζέιμς ταξίδεψε στην Ευρώπη σε πολύ μικρή ηλικία και μαθήτευσε πλάι σε φημισμένους εκπαιδευτικούς της εποχής. Στα 19 του γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ, αλλά προτίμησε λογοτεχνία από το νόμο. Το 1964 δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα, A Tragedy of Error κι από τη στιγμή εκείνη αφοσιώθηκε στη συγγραφή διηγημάτων. Στα χρόνια που ακολούθησαν συνεργάστηκε με τις εφημερίδες The Nation στο και Atlantic Monthly.

Το πρώτο του μυθιστόρημα, Κηδεμόνας και κηδεμονεύσει (Watch and Ward, 1871), γράφτηκε μεταξύ Βενετίας και το Παρισιού. Έζησε στο Παρίσι για κάποια περίοδο όπου εργάστηκε ως ανταποκριτής της New York Tribune και το 1876 μετακόμισε στην Αγγλία, όπου έζησε αρχικά στο Λονδίνο και έπειτα στο Λάμπ Χάουζ στο Ράι του Σάσεξ. Τα πρώτα χρόνια του στην Ευρώπη, ο Τζέιμς έγραψε νουβέλες με κεντρικούς χαρακτήρες Αμερικανούς που ζούσαν, όπως και εκείνος, στο εξωτερικό. Το 1905, εικοσιπέντε χρόνια μετά την αναχώρησή του ο Τζέιμς επέστρεψε στην Αμερική, όπου έγραψε το Jolly Corner. Από το 1905 μέχρι και το 1915, οι επισκέψεις του στην Αμερική έγιναν πιο συχνές, αλλά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου τον ανάγκασε να διακόψει τα υπερατλαντικά του ταξίδια και να παραμείνει στην Αγγλία. Την ίδια χρονιά έλαβε την αγγλική υπηκοότητα για να τιμήσει τη χώρα που τον φιλοξενούσε και για να ασκήσει κριτική στην αμερικανική κυβέρνηση που δε θέλησε να λάβει μέρος στον πόλεμο. Το Δεκέμβριο του 1915 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και πέθανε στο Λονδίνο τρεις μήνες αργότερα. Το σώμα του αποτεφρώθηκε στο κρεματόριο Golders Green και η τέφρα του μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ και τάφηκε στο οικογενειακό κοιμητήριο στο Κέμπριτζ.

Έργο

Ο Τζέιμς αποτελεί μια από τις σημαντικότερες μορφές της διατλαντικής λογοτεχνίας. Στα έργα του συχνά αντιπαραβάλει χαρακτήρες από τον παλαιό Κόσμο (Ευρώπη), που είναι γοητευτικός, αλλά και διεφθαρμένος και από τον Νέο Κόσμο (Ηνωμένες Πολιτείες) που είναι μεν πιο ανέμελος, αλλά συνάμα και πιο συντηρητικός. Με αυτόν τον τρόπο εξερευνά τη διαφορά ανάμεσα σε προσωπικότητες και πολιτισμούς. Ηρωίδες του ήταν συχνά νεαρές Αμερικανός γυναίκες που είχαν πέσει θύματα καταπίεσης ή κακοποίησης.

Οι μελετητές χωρίζουν συχνά το έργο του σε τρεις περιόδους. Η πρώτη περίοδος χαρακτηρίζεται ως τα χρόνια μαθητείας του, προς το τέλος των οποίων έγραψε το αριστουργηματικό Πορτρέτο μιας κυρίας. Το ύφος του είναι απλό και άμεσο καθώς πειραματίστηκε σε μεγάλο βαθμό με τις αφηγηματικές μεθόδους, εξιστορώντας τα γεγονότα με συμβατικό τρόπο. Οι υποθέσεις των έργων της πρώτης περιόδου αναφέρονται κυρίως σε ειδύλλια, με εξαίρεση τα τρία σημαντικότερα μυθιστορήματα, μέσω των οποίων ασκεί κοινωνική κριτική.

Στη δεύτερη περίοδο, εγκατέλειψε το μυθιστόρημα και από το 1890 έως περίπου και το 1897, έγραψε διηγήματα και θεατρικά έργα. Τέλος, στην τρίτη και τελευταία του περίοδο, επέστρεψε στο μυθιστόρημα. Προς το τέλος της δεύτερης περιόδου, εγκατέλειψε τις άμεση εξιστόρηση των γεγονότων και άρχισε να περιγράφει με λεπτομερή τρόπο τον τόπο και το χώρο, δίνοντας έτσι στον αναγνώστη μια σειρά από εικόνες. Μεγάλες αλλαγές παρατηρούνται τόσο στη μορφή του κειμένου όσο και στη σύνταξη των προτάσεων. Εστιάζοντας με το έργο του, την προσοχή του αναγνώστη στην συνείδηση και τις σκέψεις των σημαντικότερών του χαρακτήρων, ο Τζέιμς προμηνύει την εξέλιξη της μυθοπλασίας κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Βέβαια το ύφος των έργων του κατά την τρίτη περίοδο είναι δυσκολότερο σε σχέση με εκείνο των άλλων δυο.
Αναφορά στα σημαντικότερα μυθιστορήματα του Τζέιμς, με βάση τη διαχρονικότητά τους και την υποδοχή τους από τους κριτικούς.

Το Ρόντερικ Χάτσον (Roderick Hudson, 1875), πραγματεύεται τη ζωή και την καλλιτεχνική εξέλιξη ενός γλύπτη, ενώ το μυθιστόρημα του 1977 Οι Αμερικάνοι (The Americans), εξιστορεί τις περιπέτειες ενός αμερικανού επιχειρηματία στο πρώτο του ταξίδι στην Ευρώπη. Στην Πλατεία Ουάσινγκτον του 1880, ο Χένρι περιγράφει τη σχέση μεταξύ μιας γλυκιάς, στοργικής αλλά χαζής κόρης με τον αυταρχικό της πατέρα, μια σχέση που πρόκειται να υποστεί μεγάλο πλήγμα, αφότου η κόρη πέσει στα δίχτυα ενός προικοθήρα. Αυτό το έργο του συγγραφέα παρομοιάστηκε με εκείνα της Τζέιν Όστεν, λόγω του τρόπου με τον οποίο περιέγραψε τις σχέσεις μεταξύ των μελών μιας οικογένειας. Ο Τζέιμς δεν είχε καμιά συμπάθεια στο έργο της Όστεν και η σύγκριση τον εκνεύρισε. Το Πορτρέτο μιας κυρίας είναι το πιο δημοφιλές του μυθιστόρημα και το έγραψε στο τέλος της πρώτης του περιόδου. Μια αμερικανίδα που κληρονομεί μια τεράστια περιουσία ταξιδεύει στην Ευρώπη για να βρει την τύχη της, εκεί πέφτει στην παγίδα που της στήνουν δυο δολοπλόκοι αμερικάνοι.

Το μυθιστόρημα Οι Βοστονέζοι του 1886, που αποτελεί το τελευταίο της πρώτης περιόδου, πραγματεύεται την ιστορία ενός συντηρητικού αμερικανού πολιτικού από το Μισσισιπή. Πρώτο μυθιστόρημα της δεύτερης περιόδου είναι το Πριγκίπισσα Καζαμάσιμα του 1886, όπου ένας φτωχός νέος γνωρίζει μια κακομαθημένη αριστοκράτισσα και την αφήνει να τον παρασύρει σ' έναν κόσμο χλιδής και ομορφιάς.

Τα Φτερά της Περιστέρας του 1902 είναι το πρώτο μυθιστόρημα της τρίτης περιόδου κι εξιστορεί την επιρροή που έχει στη ζωή μιας πλούσιας αμερικανίδας κληρονόμου μια σοβαρή ασθένεια. Έπειτα έγραψε το μυθιστόρημα κωμικού ύφους Οι Πρεσβευτές, όπου ένας αμερικανός ταξιδεύει στην Ευρώπη για να συναντήσει το δύστροπο γιο της μνηστής του και στη συνέχεια έγραψε το πιο ώριμό του μυθιστόρημα Το Χρυσό Κύπελλο το οποίο αποτελεί μια πολύπλοκη και βαθιά μελέτη στο θέμα του γάμου και της απιστίας.

Τα γνωστότερα διηγήματα του Χένρι Τζέιμς είναι η Ντέιζη Μίλερ του 1878 και Το στρίψιμο της βίδας του 1898. Το πρώτο αφηγείται την ιστορία μιας αμερικανίδας που απορρίπτει το φλερτ ενός πονηρού άνδρα και το δεύτερο είναι μια ιστορία φαντασμάτων με αμφιλεγόμενο χαρακτήρα και ιδιαίτερη δυναμικότητα στην αφήγηση, που έχει να κάνει με τη γκουβερνάντα δυο ανήλικων ορφανών που αρχίζει να έχει οράματα για τα οποία δεν είναι σίγουρο αν είναι αληθινά ή προϊόντα της φαντασίας της.

Εργογραφία

Μυθιστορήματα

Κηδεμόνας και κηδεμονεύσει - Watch and Ward (1871)
Ρόντερικ Χάτσον - Roderick Hudson (1875)
Ο Αμερικάνος - The American (1877)
Οι Ευρωπαίοι - The Europeans (1878)
Confidence (1879)
Πλατεία Ουάσινγκτον - Washington Square (1880)
Το πορτραίτο μιας κυρίας - The Portrait of a Lady (1881)
Οι Βοστονέζοι - The Bostonians (1886)
Πριγκίπισσα Καζαμάσιμα - The Princess Casamassima (1886)
The Reverberator (1888)
Η Τραγική Μούσα - The Tragic Muse (1890)
The Other House (1896)
Τα Λάφυρα του Πόιντον - The Spoils of Poynton (1897)
Το μυστικό της Μέιζι - What Maisie Knew (1897)
Η Άχαρη Ηλικία - The Awkward Age (1899)
The Sacred Fount (1901)
Τα Φτερά της Περιστέρας - The Wings of the Dove (1902)
Οι Πρεσβευτές - The Ambassadors (1903)
Το Χρυσό Κύπελλο - The Golden Bowl (1904)
Έμπνευση και δημιουργία - The Whole Family (συνεργασία με άλλους 11 συγγραφείς, 1908)
The Outcry (1911)
The Ivory Tower (ημιτελές, δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του το 1917)
The Sense of the Past (ημιτελές, δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του το 1917)

De Siris

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Θεόδωρος Πάγκαλος


Θεόδωρος Πάγκαλος

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος γεννήθηκε στην Σαλαμίνα στις 11 Ιανουαρίου 1878 και πέθανε στην Κηφισιά της Αθήνας στις 27 Φεβρουαρίου 1952, ήταν Έλληνας αξιωματικός του στρατού και πολιτικός. Συμμετείχε στο κίνημα στο Γουδί, στους Βαλκανικούς πολέμους, στο κίνημα της Θεσσαλονίκης, στη Μικρασιατική εκστρατεία, στην επανάσταση του 1922, ενώ από το 1925, με το Κίνημα της 25ης Ιουνίου ανέλαβε την πρωθυπουργία, ουσιαστικά ως δικτάτορας, και στη συνέχεια εκλέχτηκε πρόεδρος της Δημοκρατίας, παραμένοντας στην εξουσία μέχρι το 1926, οπότε και ανατράπηκε. 

Από το 1926 μέχρι το θάνατό του το 1952 αποσύρθηκε, με μερικά μικρά διαλείμματα, από την πολιτική ζωή του τόπου. Από τους ιστορικούς έχει χαρακτηριστεί ως αρκετά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα.
Εγγονός του είναι ο σύγχρονος πολιτικός και σημερινός αντιπρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης, Θεόδωρος Πάγκαλος.

Πρώιμα χρόνια

Γεννήθηκε το 1878 στην Σαλαμίνα (στην οικία Κυριάκου Πάλλα επί της οδού Αγίου Μηνά 7, όπου αργότερα λειτούργησε το τριτάξιο ελληνικό σχολείο Σαλαμίνας) και ήταν το τρίτο παιδί του γιατρού και βουλευτή Αττικοβοιωτίας Δημητρίου Πάγκαλου και της Κατίγκως Χατζημελέτη, κόρης αρχοντικής οικογένειας της Ελευσίνας με αρβανίτικη καταγωγή. Η οικογένεια Πάγκαλου καταγόταν από την Μικρά Ασία και εμφανίζεται ήδη από τα βυζαντινά χρόνια. Ανάδοχος του Θεοδώρου ήταν ο στρατηγός και μακρινός συγγενής του, Τιμολέων Βάσσος - Μαυροβουνιώτης. Ο πατέρας του, Δημήτριος, ήταν υποψήφιος βουλευτής της παράταξης του Χαρίλαου Τρικούπη και εξελέγη βουλευτής την Η΄ βουλευτική περίοδο (από τις 23 Σεπτεμβρίου 1879 μέχρι τις 22 Οκτωβρίου 1881), μαζί με τον Στέφανο Ν. Δραγούμη.

Το 1895 έκανε αίτηση για τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, από την οποία απορρίφθηκε. Τελικά κατέληξε να σπουδάζει στην ιατρική σχολή, λογικά λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του, την οποία όμως εγκατέλειψε δύο χρόνια αργότερα για να εισαχθεί στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.

Στρατιωτική σταδιοδρομία

Τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ο Θεόδωρος Πάγκαλος τον παρακολούθησε ως πρωτοετής της σχολής Ευελπίδων. Τα συναισθήματα τα οποία ένιωσε μετά την ήττα της Ελλάδας περιγράφονται στα απομνημονεύματά του και είναι τα ίδια με αυτά της πλειονότητας των άλλων αξιωματικών. Υπεύθυνοι για την ήττα, σύμφωνα με τον Πάγκαλο, ήταν οι πολιτικοί, αλλά και ο ίδιος ο διάδοχος Κωνσταντίνος.

Η πορεία του Πάγκαλου στην Ευελπίδων ήταν αρκετά αξιόλογη. Ήταν αρχηγός στην τάξη του όλες τις χρονιές, με συμμαθητές όπως τον Αλέξανδρο Οθωναίο, τον πρίγκιπα Ανδρέα, τον Μαργαρίτη κ.ά. Μάλιστα το 1899 δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ του συνταγματάρχη Νικόλαο Ζορμπά, διοικητή της σχολής Ευελπίδων, και της βασιλικής Αυλής εξαιτίας της προαγωγής του Πάγκαλου σε επιλοχία, σε αντίθεση με τον συμμαθητή του, πρίγκιπα Ανδρέα, ο οποίος έμεινε στον ίδιο βαθμό. Τον επόμενο χρόνο αποφοίτησε από τη σχολή Ευελπίδων πρώτος στην τάξη του με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού.

Τον Οκτώβριο του 1908 στο σπίτι του Πάγκαλου συγκεντρώθηκαν οι Πάσσαρης, Σιώχας, Γεωργακόπουλος, Σάρρος, Ψύχας, Πανάς, Κατσούλης, Φαληρέας, Καθενιώτης και Χατζημιχάλης για να συζητήσουν για τα προβλήματα του στρατού και της χώρας. Στο τέλος αυτής της συνάντησης ιδρύεται ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, ο οποίος θα αποτελέσει τη βάση του κινήματος στο Γουδί και ο οποίος είχε ως σκοπό να προωθήσει μεταρρυθμίσεις στο στρατό, την οικονομία, τη διοίκηση και γενικά στο κράτος. Εκείνη την εποχή ο Θεόδωρος Πάγκαλος υπηρετούσε στον 2ο λόχο του 7ου συντάγματος πεζικού υπό τον Σάρρο. Μέχρι το 1909 στην οργάνωση είχαν ενταχθεί και ανώτεροι αξιωματικοί, όπως οι Νικόλαος Ζορμπάς, Επαμεινώνδας Ζυμβρακάκης, Γεώργιος Σ. Καραϊσκάκης, εγγονός του ομώνυμου οπλαρχηγού του '21, Γεώργιος Κονδύλης κ.ά. Πολλές από τις συνεδριάσεις του στρατιωτικού συνδέσμου πραγματοποιούνταν στο σπίτι του Πάγκαλου, στην οδό Αριστοτέλους 37 ή σε αυτό στην Ελευσίνα.

Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος γρήγορα μύησε πολλούς αξιωματικούς του στρατού και του ναυτικού και η δράση του έγινε γνωστή και στους κύκλους των ανακτόρων. Η κυβέρνηση Ράλλη, φιλικά προσκείμενη στα ανάκτορα, εξαπέλυσε κύμα μεταθέσεων και παρέπεμψε 12 αξιωματικούς στο ανακριτικό συμβούλιο προς απόταξη. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, βλέποντας τον κίνδυνο ματαίωσης του κινήματος, πήρε την απόφαση να δράσει.

Στις 14 Αυγούστου του 1909 ο Πάγκαλος απελευθέρωσε με τη βία αξιωματικούς του στρατού που κρατούνταν φυλακισμένοι λόγω της τότε πολιτικής κατάστασης. Η αποστολή πέτυχε και ο Πάγκαλος με τους συνεργάτες του και τους δραπέτες κατέφυγε στο σπίτι Παπαμαλέκου στην Καστέλλα. Το πρωί όλοι μαζί πήγαν στο Γουδί, όπου είχε δοθεί εντολή να ξεκινήσει η επανάσταση. Το ίδιο πρωί συνέβη ένα περιστατικό με πρωταγωνιστή τον Πάγκαλο και τον Παπούλα, αρκετά παράξενο αν σκεφτεί κανείς τη μεταξύ τους διαφορά στην ιεραρχία. Ο Παπούλας μαζί με τον Σπυρίδωνα Μερκούρη έφτασαν νωρίς το πρωί ως απεσταλμένοι του Ράλλη για να διαπραγματευτούν. Τότε ένας στρατιώτης ρώτησε τον Πάγκαλο αν θα έπρεπε να πάρουν εκτός από τα όπλα και το σπαθί του Παπούλα. Τότε ο Πάγκαλος απάντησε: «Όχι, ας το κρατήσει όπως ο Ναπολέων στο Σεντάν». Το επεισόδιο δεν είχε συνέχεια.

Τον Ιανουάριο του 1910 ο Πάγκαλος αντικατέστησε τον ανθυπολοχαγό Λιδωρίκη στη θέση του γραμματέα στη διοικητική επιτροπή του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Αξίζει να σημειωθεί ότι ήταν από τους πρώτους που υποστήριξαν τον ερχομό του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στις 15 Μαρτίου 1910 και μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Βενιζέλο, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος διαλύθηκε, έχοντας πετύχει τις επιδιώξεις του.

Το 1911 εισήχθη στη σχολή πολέμου και στη συνέχεια στάλθηκε για σπουδές μαζί με άλλους τέσσερις αξιωματικούς στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη Γαλλική Ακαδημία Πολέμου. Το 1912 τον βρίσκει διοικητή του λόχου του 7ου συντάγματος πεζικού. Με την έκρηξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου στέλνεται στο Ναύπλιο και λίγο αργότερα στη Λάρισα. Σημαντική ήταν και η συμμετοχή του στη μάχη των Γιαννιτσών στις 19 και 20 Οκτωβρίου του 1912. Ήταν από τους πρώτους που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη, από την οποία όμως αναχώρησε λίγο μετά με το 18ο σύνταγμα πεζικού. Στις 24 Νοεμβρίου καταλαμβάνει τη Φλώρινα και επτά μέρες αργότερα επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Από εκεί φεύγει για το οχυρό του Μπιζανίου, το οποίο, όπως εξομολογείται στα απομνημονεύματα του, δεν θα καταλαμβανόταν χωρίς τη συμβολή του Ιωάννη Μεταξά. Τον Μάρτιο του 1913 επιστρέφει μαζί με όλα τα άλλα τάγματα στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, και αφού οι πολεμικές συγκρούσεις σταματούν, πετυχαίνει να πάρει ολιγοήμερη άδεια για να επισκεφθεί την οικογένειά του. Στην Αθήνα έρχεται σε επαφή με τον Βενιζέλο, με τον οποίο συζητά θέματα πολεμικής φύσεως.

Στις 16 Ιουνίου 1913 ξεσπάει ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος μεταξύ Ελλάδας, Σερβίας, Τουρκίας και Βουλγαρίας. Συμμετείχε στη μάχη του Λαχανά, όπου μάλιστα εν μέσω εχθρικών πυρών οδήγησε τις πυροβολαρχίες μέσα από την περιοχή των συγκρούσεων με ελάχιστες απώλειες. Τις επόμενες μέρες θα αναλάβει το 9ο ευζωνικό τάγμα, το οποίο και θα οδηγήσει στο Μπέλες, όπου διεξήχθη νικηφόρα για τον ελληνικό στρατό μάχη. Στις 27 Ιουνίου καταλαμβάνει το Σιδηρόκαστρο και στις 10 Αυγούστου ο σύντομος αυτός πόλεμος έληξε. Ο Πάγκαλος, λόγω των διαφωνιών που αντιμετώπιζε με τον Χατζανέστη, μετατέθηκε στο 1/38 τάγμα ως υπασπιστής.

Το Φθινόπωρο του 1913 αναχωρεί για τη Γαλλία, για να σπουδάσει στην Ανώτατη Σχολή Πολέμου μέχρι και τον Αύγουστο του 1914, όταν και εξερράγη ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, στον οποίο η Ελλάδα αρχικά κράτησε ουδέτερη στάση, με συνέπεια να ξεκινήσει ο Εθνικός Διχασμός και να εκδιωχθεί ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Συγκεκριμένα ο βασιλιάς, όντας φιλογερμανός, λόγω των συγγενικών δεσμών που είχε η σύζυγός του, Σοφία, με τη γερμανική βασιλική αυλή (ήταν αδελφή του Κάιζερ), και μη μπορώντας να αναγκάσει την κυβέρνηση να εισέλθει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με το πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, άσκησε πιέσεις για να παραμείνει η χώρα ουδέτερη. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός τότε, θεωρώντας ως επέμβαση στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης τη στάση του βασιλιά, γεγονός που αντέβαινε στο Σύνταγμα, παραιτήθηκε και λίγο αργότερα προχώρησε στο κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο Πάγκαλος διορίστηκε επιτελάρχης της 8ης μεραρχίας στην Πρέβεζα. Λίγους μήνες αργότερα μετατέθηκε στην 4η μεραρχία Ναυπλίου. Το καλοκαίρι του 1916 θα είναι καθοριστικό για την πολιτική ζωή του τόπου. Ο Πάγκαλος μαζί με τον Φικιώρη συστήνουν κρυφή ομάδα αξιωματικών με σκοπό την είσοδο της χώρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Μέχρι τα τέλη Αυγούστου είχαν μυηθεί πάνω απο 60 αξιωματικοί του στρατού. Το κίνημα της Θεσσαλονίκης, στο οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω, ξεσπά και αμέσως η ομάδα Πάγκαλου σπεύδει να το ενισχύσει.

Στις 12 Σεπτεμβρίου αναχωρεί μαζί με άλλους στρατιωτικούς και πολιτικούς με πλοίο από τον Πειραιά και εγκαθίσταται στη Μυτιλήνη, όπου διορίζεται από την Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας διοικητής Αιγαίου. Στη συνέχεια διορίζεται στρατιωτικός διοικητής Ηρακλείου και τον Μάρτιο του 1917 προάγεται σε αντισυνταγματάρχη, αναλαμβάνοντας παράλληλα τη διοίκηση του 9ου Συντάγματος. Ο Βενιζέλος με τη βοήθεια των δυνάμεων της Αντάντ καταφέρνει να εκδιώξει τον Κωνσταντίνο, να ανέλθει στην κυβέρνηση και ουσιαστικά να εγκαινιάσει την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.

Με το 9ο σύνταγμα ο Πάγκαλος εισέρχεται στην Αθήνα και εγκαθίσταται στον στρατώνα του Ρουφ αμέσως μετά την έξωση του Κωνσταντίνου. Στις 15 Μαρτίου του 1917 ο Πάγκαλος, έχοντας την απόλυτη εμπιστοσύνη του Βενιζέλου, γίνεται προσωπάρχης του υπουργείου στρατιωτικών, το χαρτοφυλάκιο του οποίου είχε ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Κατά τη διάρκεια της θητείας του δημιουργήθηκε παρεξήγηση με τον βασιλιά Αλέξανδρο εξαιτίας κάποιων κατηγοριών του Πάγκαλου που εξελήφθησαν ως ύβρεις κατά του έκπτωτου βασιλιά Κωνσταντίνου Α. Ύστερα όμως από τις απαραίτητες εξηγήσεις προς τον βασιλιά Αλέξανδρο, η παρεξήγηση λύθηκε. Ο Πάγκαλος ήταν ο κύριος εισηγητής και εκτελεστής του νόμου με τον οποίο όλοι οι λιποτάκτες θα έπρεπε εντός 48ωρου να επιστρέψουν στις θέσεις τους, αλλιώς θα εκτελούνταν, νόμο που αργότερα ο Βενιζέλος αναίρεσε. Στις 18 Ιανουαρίου του 1918 ο Πάγκαλος παύτηκε από τη θέση του προσωπάρχη. Λίγες μέρες αργότερα μετατέθηκε στη μεραρχία Σερρών και τον Μάιο του ίδιου χρόνου έγινε διοικητής της 1ης μεραρχίας.

Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε σε διάφορες μάχες, για τις οποίες τιμήθηκε με εύφημη μνεία και πολεμικό σταυρό. Απότοκος όλων αυτών των διακρίσεων ήταν και η επιλογή του από τον αρχιστράτηγο του στρατού Λεωνίδα Παρασκευόπουλο ως γενικού επιτελάρχη της στρατιάς. Τον Μάιο του 1919 αποβιβάστηκε στη Σμύρνη και εγκαταστάθηκε εκεί ως αρχηγός του επιτελείου. Οι συγκρούσεις του με τον Αριστείδη Στεργιάδη, αρμοστή της Σμύρνης, ήταν αρκετές, με αποτέλεσμα να προταθεί από αυτόν και τον Παρασκευόπουλο η αντικατάστασή του. Ο Πάγκαλος εκείνη την εποχή αναχώρησε για το Παρίσι για κατ' ιδίαν συζητήσεις με τον Βενιζέλο και τους Ευρωπαίους στρατηγούς. Η καλή συνεργασία που είχαν είχε ως αποτέλεσμα την παραμονή του στη θέση του αρχηγού του επιτελείου.

Χάρη στην εξυπνάδα του ο ελληνικός στρατός προέλασε στη Μικρά Ασία και μάλιστα έφτασε να καταλάβει την Προύσα και να σώσει τους Άγγλους στρατιώτες που βρίσκονταν σε δεινή θέση. Η κίνηση αυτή όμως εξόργισε τον Βενιζέλο, αφού η Προύσα δεν εντασσόταν στο σχέδιο δράσης. Στις 22 Αυγούστου του 1920, και ύστερα από διαμάχη του Βενιζέλου με τον Παρασκευόπουλο, λόγω της κατάληψης της Προύσας, ο δεύτερος παραιτείται. Ο Πάγκαλος, παρών στο επεισόδιο, δηλώνει και αυτός την παραίτησή του. Τελικά δεν γίνονται δεκτές. Τις επόμενες μέρες ο Πάγκαλος προάγεται σε υποστράτηγο.

Με την άνοδο της φιλοβασιλικής κυβέρνησης Γούναρη, ο Πάγκαλος ανακαλείται από το μέτωπο και αποστρατεύεται τον Νοέμβριο του 1920. Μέχρι τα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής, ο Πάγκαλος είχε αποσυρθεί στην Ελευσίνα, απ' όπου παρακολουθούσε τις πολιτικές εξελίξεις.

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1922, παράλληλα με το στρατιωτικό κίνημα της Χίου, ο Πάγκαλος έχοντας συστήσει από καιρό μια ομάδα αξιωματικών, σχηματίζει την επιτροπή Αθηνών, η οποία προχωρεί κατευθείαν σε συλλήψεις πολιτικών και απελευθερώσεις φιλελεύθερων προσωπικοτήτων. Με την έλευση της επαναστατικής επιτροπής Πλαστήρα-Φωκά-Γονατά, ο Πάγκαλος διορίζεται διοικητής της σχολής Ευελπίδων. Μέχρι την έλευση της Επαναστατικής Επιτροπής συμπεριφερόταν ως αρχηγός αυτής καθώς είχε την πίστη ότι αυτή θα τίθετο υπό της διαταγές του. Παρ' όλα αυτά όχι μόνο αγνοήθηκε, αλλά αρκετές αποφάσεις για τη σύλληψη στελεχών της κυβέρνησης που είχαν πραγματοποιηθεί από αυτόν ακυρώθηκαν. Υποστηρίζεται δε ότι διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στην παραπομπή των οκτώ κατηγορουμένων σε δίκη (δίκη των έξι), και ότι ήταν αυτός ο οποίος πίεσε τον Πλαστήρα να λάβει αυτή την απόφαση.
Στις 5 Οκτωβρίου συστήθηκε ανακριτική επιτροπή για την τιμωρία των υπευθύνων της Μικρασιατικής Καταστροφής με πρόεδρο τον Θεόδωρο Πάγκαλο.

Στην επιτροπή κατέθεσαν όλοι οι κατηγορούμενοι και στις 24 Οκτωβρίου εκδόθηκε το πόρισμα αυτής με το οποίο καταλόγιζε ευθύνες στους κατηγορουμένους. Στη συνέχεια συστήθηκε έκτακτο στρατοδικείο, του οποίου τα μέλη, σε μεγάλο βαθμό, ορίστηκαν από τον Πάγκαλο. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε ο Πάγκαλος και στην ουσιαστική αθώωση του πρίγκιπα Ανδρέα, συμμαθητή του στη σχολή Ευελπίδων, τον οποίο μάλιστα συνόδευσε ο ίδιος στο Φάληρο απ' όπου αναχώρησε για το εξωτερικό. Παραδίδεται μάλιστα και χαρακτηριστικός διάλογος μεταξύ των δύο κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Στο ερώτημα του Πάγκαλου προς τον πρίγκιπα Ανδρέα αν έχει παιδιά, ο δεύτερος του απάντησε καταφατικά. Τότε ο Πάγκαλος αποκρίθηκε: «Κρίμα που θα μείνουν ορφανά», σίγουρος ότι, παρά τις διεθνείς πιέσεις, το δικαστήριο δεν θα τον αθώωνε, προκειμένου να ικανοποιήσει το λαϊκό αίσθημα. Μετά από χρόνια ο ίδιος ο Πάγκαλος δήλωσε ότι «οι έξι εκτελεσθέντες υπήρξαν μοιραία κατ' ανάγκην θύματα στο βωμό της πατρίδας σε κρίσιμες στιγμές».

Το θαύμα του Έβρου

Στις 14 Νοεμβρίου του 1922 διορίστηκε υπουργός εξωτερικών στην κυβέρνηση Στυλιανού Γονατά. Στις 12 Δεκεμβρίου παραιτήθηκε για να αναλάβει την αρχιστρατηγία. Εγκαταστάθηκε στην Αλεξανδρούπολη έχοντας έκτακτες εξουσίες. Για να διευκολυνθεί στο έργο του η κυβέρνηση, κατόπιν υποδείξεώς του, εξέδωσε δύο νόμους, σύμφωνα με τους οποίους η κλοπή υλικού από τον στρατό και η εκ δόλου έκδοση απαλλακτικού σε στρατιώτη από αξιωματικό της υγειονομίας θα τιμωρείτο με εκτέλεση. Οι δύο αυτοί νόμοι, καθώς και οι φήμες περί δεκάδων εκτελέσεων που επίτηδες άφησε να διαρρεύσουν ο ίδιος ο Πάγκαλος, επέβαλαν σε μεγάλο βαθμό την πειθαρχία στο καταπονημένο και διαλυμένο στράτευμα.

Σύντομα κατάφερε να μετατρέψει μια διασκορπισμένη μάζα στρατού με χαμηλό ηθικό σε ισχυρό και αξιόμαχο ετοιμοπόλεμο στρατό 115.000 ανδρών. Στην αντίθετη πλευρά ο τουρκικός στρατός της Θράκης δεν ήταν ικανός σε σχέση με αυτόν του Έβρου. Ο Πάγκαλος πίστευε ότι μπορούσε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, αφού οι συνθήκες τον ευνοούσαν. Η ελληνική διπλωματία, γνωρίζοντας το αξιόμαχο του στρατού, χρησιμοποίησε αυτόν ως όπλο προκειμένου να συνθηκολογήσει με την Τουρκία. Πράγματι στις 24 Ιουλίου του 1923 υπογράφηκε η ελληνοτουρκική Συνθήκη της Λωζάννης.

Η συνθηκολόγηση αυτή δεν ικανοποίησε τον Πάγκαλο, αφού θεωρούσε ότι η κατάληψη της Ανατολικής Θράκης δεν θα ήταν δύσκολη για έναν τέτοιο στρατό. Οι απόψεις του, οι οποίες αντιτίθεντο προς την επαναστατική κυβέρνηση, επέφεραν σύγκρουση μεταξύ της επαναστατικής κυβέρνησης και του ίδιου. Στην Θεσσαλονίκη μάλιστα συγκάλεσε και σύσκεψη με άλλους στρατηγούς προκειμένου να κινηθούν εναντίον της κυβέρνησης. Ο Πλαστήρας έλαβε γνώση της συνάντησης και τον εξανάγκασε σε παραίτηση. Ύστερα απο αυτή την εξέλιξη οι προτάσεις περί προσπάθειας πραξικοπήματος που του έγιναν απορρίφθηκαν.

Πολιτική καριέρα

Μετα την παραίτησή του, ο Θεόδωρος Πάγκαλος αναχώρησε για το εξωτερικό όπου επισκέφθηκε τη Γαλλία και την Ελβετία. Στη Βέρνη ήρθε μάλιστα σε επαφή με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, με τον οποίο διατηρούσε στενή επαφή.

Το κύρος που είχε αποκτήσει, καθώς και η μεγάλη απήχηση που είχε στους κύκλους των προσφύγων, τον οδήγησε στην απόφαση να συμμετάσχει στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1923. Πριν από αυτές όμως θα λάβει ενεργό συμμετοχή στην κατάπνιξη του φιλοβασιλικού κινήματος Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη. Το χρονικό διάστημα από το κίνημα μέχρι τις εκλογές ο Πάγκαλος με συνεχείς δηλώσεις και άρθρα προσπαθεί να συσπειρώσει τον δημοκρατικό κόσμο και παράλληλα να πετύχει την πραγματοποίηση δημοψηφίσματος για τον καθορισμό του πολιτειακού καθεστώτος.

Στις 16 Δεκεμβρίου του 1923 το κόμμα των Φιλελευθέρων κερδίζει τις εκλογές. Ο ίδιος ο Πάγκαλος εκλέγεται, έχοντας μάλιστα δική του κοινοβουλευτική ομάδα δεκαπέντε βουλευτών. Οι διαμάχες εντός και εκτός της Βουλής με φόντο το πολιτειακό ζήτημα ήταν ιδιαίτερα έντονες. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ είχε εγκαταλείψει την Ελλάδα και ο Βενιζέλος είχε αναλάβει τα ηνία της χώρας. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1924 δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ του Πάγκαλου και του βουλευτή Άρτας Τζώνη, όταν ο δεύτερος επιτέθηκε στον πρώτο στο προαύλιο της βουλής.

Σε μια κατάσταση έντονων πολιτικών συγκρούσεων ο δημοκρατικός συνασπισμός διαλύεται. Ο Βενιζέλος παραιτείται από πρωθυπουργός, ενώ ο Γεώργιος Καφαντάρης, ο οποίος τον έχει αντικαταστήσει, πράττει το ίδιο λίγες εβδομάδες μετά. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος ηγείται πια του κόμματος των Δημοκρατικών Φιλελευθέρων. Στις 25 Μαρτίου η κυβέρνηση Παπαναστασίου ανακηρύσσει την αβασίλευτη Δημοκρατία, η οποία θα επικυρωνόταν λίγες μέρες αργότερα με δημοψήφισμα, και στις 31 Μαρτίου ο Πάγκαλος αναλαμβάνει το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου εννόμου τάξεως. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους αναλαμβάνει και το υπουργείο των στρατιωτικών. Στις 19 Ιουλίου όμως, η κυβέρνηση παραιτείται και εντολή σχηματισμού παίρνει ο Θεμιστοκλής Σοφούλης. Η πολιτική κρίση συνεχίζεται μέχρι και το τέλος του χρόνου. Από τα τέλη του 1924 η φήμη περί ανατροπής της κυβέρνησης από τον Πάγκαλο έχει κυκλοφορήσει. Ήδη αρκετοί στρατιωτικοί τού έχουν φανερώσει την υποστήριξή τους. Οι απεργίες, καθώς και οι προκλήσεις της Τουρκίας επιδεινώνουν και άλλο το σκηνικό. Η κυβερνητική διαφθορά, η καθυστέρηση της Δ΄ Συντακτικής Συνέλευσης και η κυβερνητική αστάθεια έχουν διαμορφώσει το κατάλληλο σκηνικό για την επικείμενη επιβολή δικτατορίας.

Αξιωματικοί από τη Μακεδονία, όπως ο Αλέξανδρος Οθωναίος κ.ά. έχουν ήδη αρχίσει να οργανώνονται. Χαρακτηριστική και η συζήτηση του Δημητρίου Γόντικα με τον Πάγκαλο: «Αλήθεια, Θόδωρε, θα κάμης κίνημα;», ρωτάει ο Γόντικας, υπουργός των στρατιωτικών, για να εισπράξει την απάντηση του Πάγκαλου: «Και βέβαια θα κάμω κίνημα. Θα σας φοβηθώ;».

Κίνημα της 25ης Ιουνίου 1925

Το βράδυ της 24ης Ιουνίου ο Πάγκαλος πληροφορείται ότι επίκειται σύλληψή του. Αμέσως διατάζει τους μυημένους αξιωματικούς να καταλάβουν στρατηγικές θέσεις. Στο στρατιωτικό νοσοκομείο, το οποίο λειτουργούσε και ως φυλακή, εκδηλώνεται αρχικά το κίνημα. Στη Θεσσαλονίκη ο στόλος θα προσχωρήσει στο κίνημα, ενώ το θωρηκτό Αβέρωφ θα καταληφθεί από μυημένους αξιωματικούς του πολεμικού ναυτικού. Στη συνέχεια ακολουθεί και η Καβάλα. Σύντομα η Θράκη και η Μακεδονία ελέγχονται από τους κινηματίες.

Στην Αθήνα ο πρωθυπουργός Ανδρέας Μιχαλακόπουλος συγκαλεί σε σύσκεψη τους πολιτικούς αρχηγούς Καφαντάρη και Κονδύλη. Ακολουθεί νέα σύσκεψη υπό τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Παύλο Κουντουριώτη. Ο Μιχαλακόπουλος δεν φαίνεται διατεθειμένος να παραιτηθεί, αλλά ζητάει τη συμμετοχή του Καφαντάρη και του Κονδύλη στην κυβέρνηση. Και οι δύο αρνούνται. Ο Μιχαλακόπουλος παραιτείται. Στις 10 π.μ. της 25ης Ιουνίου ο Θεόδωρος Πάγκαλος στέλνει τελεσίγραφο στον πρόεδρο της δημοκρατίας, με το οποίο ζητάει την παραίτηση της κυβέρνησης. Η χλιαρή στάση που επέδειξε ο Μιχαλακόπουλος ήταν καθοριστική για την επιτυχία του κινήματος. Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ύστερα από σύσκεψη μεταξύ του προέδρου της δημοκρατίας και άλλων, παίρνει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης και κατευθύνεται στο στρατόπεδο του Ρουφ για να συναντήσει τον Πάγκαλο. Ο Πάγκαλος αρχικά φάνηκε διατεθειμένος να πάρει μέρος στην κυβέρνηση, αλλά στη συνέχεια, και αφού έχει βεβαιωθεί ότι το κίνημα έχει επικρατήσει, του διαμηνύσε ότι μόνο ως πρωθυπουργός θα έπαιρνε μέρος σε κυβέρνηση. Σε νέα συγκέντρωση που γίνεται ο Παπαναστασίου καταθέτει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.

Έτσι ο Θεόδωρος Πάγκαλος αναλαμβάνει την πρωθυπουργία την 26η Ιουνίου του 1925. Στην κυβέρνηση που σχημάτισε, κράτησε ο ίδιος το υπουργείο στρατιωτικών. Στη βουλή παρουσιάστηκε ως πρωθυπουργός και πήρε ψήφο εμπιστοσύνης από όλους τους βουλευτές, πλην δεκατεσσάρων. Τα κόμματα Μιχαλακόπουλου και Καφαντάρη απείχαν. Με διάταγμα της 30ης Σεπτεμβρίου του 1925 κατήργησε τη βουλή με το αιτολογικό ότι "είχε χάσει την εμπιστοσύνη του Έθνους". Οι πολιτικοί αρχηγοί, πιστεύοντας στις δεσμεύσεις Πάγκαλου, του επέτρεψαν ουσιαστικά να αναλάβει αναίμακτα τα ηνία της χώρας.

Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου πραγματοποιήθηκαν δημοτικές εκλογές. Στη Θεσσαλονίκη εξελέγη δήμαρχος ο Μηνάς Πατρίκιος, ο οποίος όμως καθαιρέθηκε με ειδικό νόμο, επειδή είχε υποστηριχθεί από την αριστερά και το Εργατικό Κέντρο της πόλης. Τον Δεκέμβριο οι εκλογές επαναλήφθηκαν, ο Πατρίκιος επανεξελέγη και ο Πάγκαλος, μη θέλοντας να διώξει τον δήμαρχο, εξόρισε τους φίλα προσκείμενους δημοτικούς συμβούλους, αντικαθιστώντας τους με δικούς του.

Στις 3 Ιανουαρίου 1926 παραιτήθηκε ο ναύαρχος Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος από το υπουργείο των ναυτικών, ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του Πάγκαλου. Τον Φεβρουάριο αποτράπηκε η πραγματοποίηση κινήματος από τον Κονδύλη. Στις 15 Μαρτίου παραιτήθηκε και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Παύλος Κουντουριώτης, διαμαρτυρόμενος για τις αυθαιρεσίες της δικτατορίας Πάγκαλου. Η είδηση της παραίτησής του κυκλοφόρησε τρεις μέρες αργότερα, καθώς δεν δημοσιεύθηκε για λόγους σκοπιμότητας αμέσως. Ο Πάγκαλος αμέσως προκήρυξε εκλογές για την ανάδειξη νέου προέδρου, προερχόμενου αυτή τη φορά από το λαό. Τα δημοκρατικά κόμματα όμως δεν κατάφεραν να εκμεταλευθούν αυτή την ευκαιρία. Ο Κωνσταντίνος Δεμερτζής, τον οποίο πρότειναν για την προεδρία, δεν είχε μεγάλη απήχηση στο λαό, ενώ η αποχή που ζήτησαν δεν είχε αποτέλεσμα. Ο Πάγκαλος εξελέγη άνετα πρόεδρος της Δημοκρατίας, λαμβάνοντας 782.589 ψήφους έναντι 56.126 του Δεμερτζή. Έτσι στις 18 Απριλίου ορκίστηκε πρόεδρος της Δημοκρατίας, διατηρώντας παράλληλα το αξίωμα του πρωθυπουργού.

Τον Ιούλιο του 1926 άρχισαν οι προσπάθειες για την εύρεση κάποιου που θα αναλάμβανε την πρωθυπουργία. Αρχικά η πρόταση σχηματισμού κυβέρνησης ανατέθηκε στον Λεωνίδα Παρασκευόπουλο, που γι' αυτόν τον λόγο ήρθε στην Αθήνα από το Παρίσι. Την τελευταία στιγμή όμως άλλαξε γνώμη και αρνήθηκε. Και ενώ όλα έδειχναν ότι κυβέρηση θα σχημάτιζε ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο Πάγκαλος διόρισε στις 19 Ιουλίου του 1926 πρωθυπουργό τον Αθανάσιο Ευταξία. Για μια από τις πράξεις που επικρίθηκε, αλλά και σχολιάστηκε ειρωνικά ο Πάγκαλος από τους σύγχρονους ιστορικούς ήταν η απονομή στον εαυτό του του μεγαλόσταυρου του Σωτήρος.

Εσωτερική πολιτική

Η δικτατορία Πάγκαλου έμεινε στην ιστορία κυρίως για δύο πράγματα: Όσον αφορά την εσωτερική πολιτική, για την αστυνομική διάταξη που απαγόρευε στις γυναίκες να φοράνε φούστες που απέχουν πάνω από 30 πόντους από το έδαφος, και για τα σκάνδαλα, στα οποία αναμείχθηκαν μέλη της κυβέρνησης.
Στον οικονομικό τομέα, η δικτατορία Πάγκαλου αναγκάστηκε να συνάψει εσωτερικό δάνειο, διχοτομώντας το χαρτονόμισμα. Έτσι εξοικονομήθηκαν δύο δισεκατομμύρια δραχμές, ποσό πολύ σημαντικό, αν σκεφτούμε πόσοι πρόσφυγες βρίσκονταν εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Αυξημένο είναι και το ποσοστό ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα, καθώς και πολλών ξένων εταιρειών, όπως η αγγλική εταιρεία ηλεκτροφωτισμού Πάουερ.

Η δικτατορία Πάγκαλου επιδόθηκε σε άγριες διώξεις πολιτικών προσώπων και δημοσιογράφων, καθώς και των κομμουνιστών. Μεταξύ των συλληφθέντων συγκαταλέγονται οι Ιωάννης Μεταξάς, Αλέξανδρος Παπαναστασίου, Νικόλαος Πλαστήρας, Γεώργιος Παπανδρέου, Κύρος Κύρου, διευθυντής της εφημερίδας «Εστία», Γεώργιος Βεντήρης, δημοσιογράφος κ.ά. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας απαγορεύθηκε και η λειτουργία των εφημερίδων «Καθημερινή» και «Ριζοσπάστης». Επίσης είχε ιδρυθεί και ειδικό δικαστήριο, το οποίο είχε καταδικάσει σε θάνατο διά απαγχονισμού δύο καταχραστές αξιωματικούς, τους Δρακάτο και Ζαρειφόπουλο, οι οποίοι και κρεμάστηκαν στο Γουδί.
Στα θετικά της δικτατορίας είναι η ίδρυση της Ακαδημίας Αθηνών και η αναδιοργάνωση του στρατού και του στόλου.

Εξωτερική πολιτική

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος κατά τη διάρκεια της εξουσίας του υιοθέτησε εθνικιστική ρητορεία, δημιουργώντας συγκρούσεις με τα γειτονικά κράτη. Η εμμονή του στην ιδέα περί εκδίκησης των Τούρκων για τη Μικρασιατική καταστροφή, τον οδήγησαν σε απαράδεκτα διπλωματικά λάθη.

Τον Οκτώβριο του 1926 δημιουργήθηκε μια μικροσυμπλοκή μεταξύ βουλγαρικών και ελληνικών σωμάτων στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Ο Πάγκαλος αμέσως διέταξε την είσοδο ελληνικών στρατευμάτων στη Βουλγαρία. Η προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων, όπως ήταν φυσικό αναχαιτίστηκε από την Κοινωνία των Εθνών, η οποία με ψήφισμά της δικαίωσε τη Βουλγαρία και υποχρέωσε την Ελλάδα να καταβάλει ως πολεμική αποζημίωση 30 εκατομμύρια βουλγαρικά λέβα, δηλαδή 50 χιλιάδες χρυσές λίρες. Το περιστατικό αυτό είναι χαρακτηριστικό των κακών χειρισμών της δικτατορίας Πάγκαλου στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής και έμεινε στην ιστορία ως «Επεισόδιο του Πετριτσίου».
Το μεγαλύτερο όμως ατόπημα του Πάγκαλου ήταν η σύναψη συνθήκης με τη Γιουγκοσλαβία, η οποία επισπεύθηκε προκειμένου να επικεντρωθούν τα επιτελεία του στρατού στην απειλή της Τουρκίας. Στις 17 Αυγούστου 1926 υπογράφηκε συνθήκη μεταξύ των δύο χωρών, για την οποία αντέδρασε όλος ο πολιτικός και επιχειρηματικός κόσμος. Υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας εκείνη την περίοδο ήταν ο Λουκάς Κανακάρης-Ρούφος.

Μεταξύ των άλλων, η συνθήκη προέβλεπε την συγκυριαρχία της Γιουγκασλαβίας στον λιμένα της Θεσσαλονίκης και στην κοιλάδα Αξιού, την παραχώρηση του ελέγχου της σερβικής μονής στο Άγιο Όρος, καθώς και τη μετατροπή της σιδηροδρομικής γραμμής Γευγελής σε ελληνοσερβική, με την προϋπόθεση όμως ότι οι υπάλληλοι θα μιλούσαν τη σερβική γλώσσα. Η συνθήκη αυτή προξένησε επίσης έντονη δυσαρέσκεια και στους κύκλους των στρατιωτικών, δυσαρέσκεια η οποία φάνηκε στη συνέχεια. Μετά την πτώση του Πάγκαλου η κυβέρνηση έσπευσε να ακυρώσει τη συμφωνία μεταξύ των δύο κρατών.

Ανατροπή

Ύστερα από την ελληνογιουγκοσλαβική συνθήκη και το «Επεισόδιο του Πετριτσίου», το οποίο προκάλεσε οργή στους κύκλους των αξιωματικών και των πολιτικών, η θέση του Πάγκαλου ήταν δύσκολη. Επίσης οι συνεχείς διώξεις των πολιτικών είχαν προκαλέσει δυσφορία στο λαό. Η απαξίωση του πολιτικού λόγου και των θεσμών, η αυθαιρεσία, καθώς και η έλλειψη σεβασμού στη δημοκρατία, επέφεραν την ανατροπή της δικτατορίας Πάγκαλου.

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος, αν και γνώριζε για ύποπτες κινήσεις αξιωματικών δεν έδωσε σημασία, συνεχίζοντας την περιοδεία του στην επαρχία, όπου ετύγχανε ενθουσιώδους υποδοχής. Στις Σπέτσες τον βρήκε το κίνημα του Κονδύλη, ο οποίος σε συνεργασία με άλλους αξιωματικούς (Ντερτιλής, Κατσώτας, Κοκκαλάς) επιχείρησε να τον ανατρέψει. Το βράδυ της 22ας Αυγούστου οι κινηματίες κατέλαβαν το υπουργείο στρατιωτικών και το φρουραρχείο, ενώ στη συνέχεια όλα τα τάγματα προσχώρησαν στο κίνημα. Αμέσως στάλθηκαν 70 άντρες με ακτοπλοϊκό για να συλλάβουν τον Πάγκαλο που παραθέριζε στις Σπέτσες. Ο Πάγκαλος επιβιβάστηκε στο τορπιλοβόλο «Πέργαμος» και προσπάθησε να διαφύγει απο τον Ισθμό της Κορίνθου, με σκοπό να ενωθεί με τη μοίρα του πλοιάρχου Κολιαλέξη, ο οποίος βρισκόταν στη Ζάκυνθο. Μη μπορώντας όμως να περάσει από τον Ισθμό, επιχείρησε να κάνει τον περίπλου της Πελοποννήσου. Το τορπιλοβόλο «Πέργαμος», παρά τους βομβαρδισμούς που δέχθηκε, δεν παραδόθηκε και συνέχισε κανονικά την πορεία του. Όμως κοντά στα Κύθηρα, το πολεμικό πλοίο «Λέων» πλεύρισε το «Πέργαμος» αποβιβάζοντας στρατιώτες. Μπροστά στο φάσμα της αιματοχυσίας και πληροφορούμενος παράλληλα την παραίτηση του Κολιαλέξη, λόγω στάσης των πληρωμάτων μερικών πλοίων της μοίρας του, ο Πάγκαλος παραδόθηκε στους κινηματίες, αντιλαμβανόμενος πια ότι όλα είχαν τελειώσει. Μετά τη σύλληψή του αποβιβάστηκε στο Κερατσίνι, απ' όπου και οδηγήθηκε, ύστερα από μερικές μέρες, στις φυλακές Ιτζεντίν της Κρήτης.

Η κράτησή του δημιούργησε πολλές αντιδράσεις, καθώς δεν υπήρχαν επαρκείς κατηγορίες που να δικαιολογούν την παραμονή του στη φυλακή. Ο τρόπος με τον οποίο είχε αναλάβει την εξουσία ο Πάγκαλος ήταν συνταγματικός, τουλάχιστον επιφανειακά, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση Κονδύλη να προσπαθεί να τον επιβαρύνει με σκάνδαλα που συνέβησαν επί εξουσίας του, όπως αυτό με το καζίνο Ελευσίνας, για την προμήθεια 512 γερμανικών αυτοκινήτων κ.ά., κατηγορίες τις οποίες ο ίδιος αρνήθηκε ενώπιον του Ανώτατου Ανακριτικού Συμβουλίου. Ο Πάγκαλος δεν προσήχθη σε δίκη και τελικά με απόφαση της 13ης Ιουλίου 1928 της κυβέρνησης Βενιζέλου αποφυλακίστηκε. Αξίζει να σημειωθεί ότι το χρονικό όριο προφυλάκισης είχε παρέλθει και ουσιαστικά κρατείτο παράνομα.

Τα τελευταία χρόνια

Μετά την αποφυλάκισή του συμμετείχε στις εκλογές της 23ης Αυγούστου 1928 ως αρχηγός της Εθνικής Ενώσεως, αλλά απέτυχε να εκλεγεί. Στις 16 Μαΐου του 1929 συνελήφθη πάλι για τα αδικήματα της δικτατορίας. Στη συνέχεια αποφυλακίστηκε με εγγύηση και στις 17 Μαρτίου του 1930 προσήχθη σε δίκη ενώπιον τριαντακονταμελούς επιτροπής της Γερουσίας με βάση τον νόμο περί ευθύνης υπουργών με την κατηγορία της απιστίας για το σκάνδαλο του καζίνο της Ελευσίνας. Η κατηγορία αφορούσε την εκχώρηση άδειας λειτουργίας καζίνο στην Ελευσίνα σε φίλα προσκείμενο επιχειρηματία έναντι χαμηλότερου αντιτίμου από ό,τι προσέφερε ο πλειοδότης. Τελικά καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση και πενταετή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Παράλληλα οι οπαδοί του Πάγκαλου στο στράτευμα εκτοπίστηκαν στην Μακεδονία.

Στις 30 Οκτωβρίου 1930 συνελήφθη μαζί με άλλους 36 αξιωματικούς και τον γαμπρό του, Γ. Δομεστίκο, και φυλακίστηκε στις φυλακές Συγγρού για οργάνωση υποτιθέμενου πραξικοπήματος για την ανατροπή της κυβέρνησης Βενιζέλου, ο οποίος εκείνη την περίοδο βρισκόταν στην Τουρκία για την υπογραφή συνθήκης φιλίας μεταξύ των δύο χωρών, κίνηση στην οποία αντιτίθετο μερίδα αξιωματικών. Ύστερα από λίγους μήνες αποφυλακίζεται και εγκαθίσταται μόνιμα στην Ελευσίνα. Ένα χρόνο αργότερα παραπέμφθηκε σε νέα δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας για την προετοιμασία του κινήματος του 1930, ενώ στις 31 Μαΐου του ίδιου χρόνου εκτοπίστηκε στην Αιδηψό. Το 1935 έλαβε μέρος στις εκλογές ως επικεφαλής του Εθνικού Κόμματος μόνο στην περιφέρεια Δράμας, αλλά απέτυχε πάλι να εκλεγεί. Όλη αυτή την περίοδο ο ίδιος αρθρογραφούσε σε διάφορες εφημερίδες.

Στις 19 Απριλίου 1941 προτάθηκε στον βασιλιά Γεώργιο να συμπεριλάβει στη νέα κυβέρνηση και τον Πάγκαλο, αλλά η πρόταση δεν καρποφόρησε. Με την έλευση των Γερμανών και τον διορισμό του Τσολάκογλου στη θέση του πρωθυπουργού, πολλές πολιτικές προσωπικότητες, μεταξύ αυτών και ο Πάγκαλος, τον επισκέφθηκαν στο γραφείο του, κίνηση που σχολιάστηκε αρνητικά.

Τον Νοέμβριο του 1941 με ειδική ρύθμιση ο Πάγκαλος άρχισε να λαμβάνει σύνταξη ως πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας, η οποία συνεχίστηκε και μετά την κατοχή. Στις 16 Οκτωβρίου του '44 μέλη του ΕΑΜ αποπειράθηκαν να τον συλλάβουν, αλλά η προσωπική του φρουρά τους εμπόδισε. Στις 26 του ίδιου μήνα συνελήφθη από την κυβέρνηση Παπανδρέου και οδηγήθηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Τον Δεκέμβριο του 1944 αποφυλακίστηκε.

Στις 25 Αυγούστου 1945 συνελήφθη ως δωσίλογος, κατόπιν αποφάσεως του 6ου ανακριτικού γραφείου δωσίλογων. Λίγες μέρες νωρίτερα του είχε ασκηθεί ποινική αγωγή για τα δημοσιευθέντα άρθρα του κατά την περίοδο της κατοχής, τα οποία, σύμφωνα με την αγωγή, εξυπηρετούσαν το έργο των εχθρών.

Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1945 αθωώθηκε οριστικά με απαλλακτικό βούλευμα από τις κατηγορίες που τον βάρυναν για συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις. Η κατηγορία περί συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις στηριζόταν στο γεγονός ότι είχε συμμετάσχει στην ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας επί κατοχής.
Υπάρχει η άποψη ότι η δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας υποστηρίχθηκε από τον Πάγκαλο για να αποτραπεί ενδεχόμενη επαναφορά του βασιλιά. Στις εκλογές του Μαρτίου του 1950 ο Πάγκαλος κατέβηκε ως υποψήφιος με το Εθνικό Κόμμα υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα. Στις εκλογές το Εθνικό Κόμμα κατέλαβε επτά έδρες, οι οποίες όμως κερδήθηκαν κατά κύριο λόγο στην Ήπειρο, με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην εκλεγεί.

Απεβίωσε στις 27 Φεβρουαρίου 1952 από φυματίωση στο ξενοδοχείο «Χλόη» της Κηφισιάς, όπου διέμενε. Η κηδεία του έγινε την επομένη, δημοσία δαπάνη. Το 1950 είχαν εκδοθεί τα απομνημονεύματά του.

De Siris

Κωνσταντίνος Ε’


Κωνσταντίνος Ε’

Ο Κωνσταντίνος Ε΄ (κατά κόσμον Κωνσταντίνος Βαλιάδης) ήταν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως από το 1897 ως το 1901, οπότε και επαύθη από τις Οθωμανικές Αρχές.

Γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1833 στη Βέσσα Χίου. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και δάσκαλος. Από αυτόν έμαθε και τα πρώτα του γράμματα. Αφού τελείωσε το σχολείο στο νησί του, μπήκε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από την οποία αποφοίτησε το 1857 αριστούχος. Κατόπιν σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Όταν έγινε Πατριάρχης ο θείος του, ο Αμασείας Σωφρόνιος, τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη ως γραμματέας του. Το 1864 χειροτονήθηκε διάκονος. Ακολούθησε το θείο του και μετά την αποχώρησή του από τον Οικουμενικό Θρόνο. Αυτός τον έστειλε για μεταπτυχιακές σπουδές στο Στρασβούργο, την Ελβετία και τη Χαϊδελβέργη.

Το 1872 έγινε γραμματέας της Ιεράς Συνόδου. Το 1874 χειροτονήθηκε ιερέας. Το 1876 εξελέγη Μητροπολίτης Μυτιλήνης και χειροτονήθηκε επίσκοπος. Έμεινε στη Μητρόπολη αυτή ως το 1893, οπότε μετατέθηκε στη Μητρόπολη Εφέσου. Στο μεταξύ, ήταν υποψήφιος (στο τριπρόσωπο) στις Πατριαρχικές εκλογές του 1884, του 1887 και του 1891. Στις 2 Απριλίου 1897, μετά την παραίτηση του Πατριάρχη Άνθιμου Ζ΄, εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης.

Ως Πατριάρχης, όρισε επιτροπή η οποία θα εξέδιδε την Καινή Διαθήκη στο αρχαίο κείμενο, ως επίσημη έκδοση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η έκδοση αυτή έγινε μετά την απομάκρυνσή του από το Θρόνο, το 1904, δαπάναις του. Ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για το κήρυγμα και την εκκλησιαστική βυζαντινή μουσική. Ασχολήθηκε επίσης ιδιαιτέρως με το πρόβλημα της διακοπής των σχέσεων με το Πατριαρχείο Αντιοχείας και προσέγγισε την Αγγλικανική Εκκλησία.

Κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1901, ως αποτέλεσμα εσωτερικών έριδων στο Πατριαρχείο, ομάδα Μητροπολιτών ζήτησε την παραίτηση του Πατριάρχη. Μεσολάβησε εκπρόσωπος της Υψηλής Πύλης, ο οποίος προσπάθησε να συμβιβάσει τις αντιμαχόμενες «παρατάξεις», χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τελικά, τη Μεγάλη Παρασκευή του 1901 υπεγράφη αυτοκρατορικό διάταγμα, το οποίο έπαυε τον Πατριάρχη και άνοιγε το δρόμο για εκλογή Τοποτηρητή, ο οποίος εξελέγη αυθημερόν.

Ο παυθείς Πατριάρχης Κωνσταντίνος μετά από αυτά απεσύρθη στη Χάλκη. Ταλαιπωρημένος από διαβήτη, πέθανε εκεί στις 27 Φεβρουαρίου 1914.

De Siris

Γιάννης Κεφαλληνός


Γιάννης Κεφαλληνός

Ο Γιάννης Κεφαλληνός γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 12 Ιουλίου 1894 και πέθανε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 1957, γνωστός και ως Jean Kefalinos, ήταν διακεκριμένος έλληνας χαράκτης, σχεδιαστής βιβλίων και καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας.

Βιογραφία

Οι γονείς του Κεφαλληνού ήταν ευκατάστατοι αστοί με καταγωγή από την Ζάκυνθο και την Χίο και είχαν άλλα όνειρα για τον γιο τους. Ο νεαρός Κεφαλληνός ξεκίνησε σπουδές μηχανικού στην Γάνδη του Βελγίου. Όμως, παρά τις εξαιρετικές του επιδόσεις στα μαθηματικά και παρά τις παραινέσεις των γονέων του, ο Κεφαλληνός αποφάσισε να εγκαταλείψει τις σπουδές του στην Γάνδη για να σπουδάσει στο Παρίσι Ιστορία της Τέχνης και ζωγραφική.

Κατά την περίοδο 1914–1918 επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια για να μείνει μακριά από την δίνη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά την περίοδο αυτή δημιούργησε και τα πρώτα του χαρακτικά για το σατυρικό περιοδικό Μάσκα (1918). Με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, επέστρεψε στο Παρίσι όπου συνέχισε να ασχολείται με την χαρακτική και την εικονογράφηση βιβλίων. Το 1922 εικονογράφησε το βιβλίο του Ζοζέφ Ριβιέρ (Joseph Rivière) Mer océane και δύο χρόνια αργότερα εικονογράφησε το βιβλίο του Ανατόλ Φρανς (Anatole France) Sur la pierre blanche.

Το 1930 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και το 1931 ανέλαβε το Εργαστήριο Χαρακτικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Στο Εργαστήριο του, το οποίο ήταν μία όαση δημιουργική και δημοκρατική σε δύσκολους καιρούς, φοίτησαν μεγάλοι κατοπινοί έλληνες χαράκτες όπως η Βάσω Κατράκη, ο Κώστας Γραμματόπουλος, ο Τάσσος (Αλεβίζος), ο Γιάννης Μόραλης, ο Γιώργος Βαρλάμος, ο Τηλέμαχος Κάνθος και άλλοι πολλοί.

Αν και δεδηλωμένος ειρηνιστής, με την κήρυξη του πολέμου του 1940, ο Κεφαλληνός έθεσε το Εργαστήριό του και τους μαθητές του στην υπηρεσία της μαχόμενης Ελλάδας εκδίδοντας αφίσες με πατριωτικό/προπαγανδιστικό περιεχόμενο. Το 1943 συνελήφθη και φυλακίστηκε, επειδή τρεις ξυλογραφίες του με θέμα την πείνα, τις οποίες παρουσίασε στην Γ΄ Καλλιτεχνική Επαγγελματική Έκθεση, ενόχλησαν τις ιταλικές Αρχές κατοχής. Αργότερα τάχθηκε ανοιχτά υπέρ του αγώνα της Κύπρου για ανεξαρτησία από τους Βρετανούς.

Κατά την περίοδο 1950–1954 ασχολήθηκε με τον σχεδιασμό γραμματοσήμων για λογαριασμό των ΕΛΤΑ. Σχεδίασε επίσης μία γραμματοσειρά με την επωνυμία Θεόκριτος για την έκδοση του λευκώματος Δέκα λευκαί λήκυθοι του Μουσείου Αθηνών (1956).

Από το 1954 μέχρι τον θάνατό του (1957) διετέλεσε διευθυντής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών.

Το έργο του

Ο Κεφαλληνός, «ο σιωπηλός» όπως τον αποκάλεσε ο Παντελής Πρεβελάκης και «ο Καλογιάννης» όπως τον αποκαλούσαν οι δικοί του, δεν φρόντισε για την προβολή του έργου του. Τα δημιουργήματά του είναι διάσπαρτα εδώ και εκεί, κυρίως σε βιβλία που σχεδίασε και εικονογράφησε. Τέτοια βιβλία είναι οι Σκλάβοι στα δεσμά τους του Κώστα Βάρναλη (1928), Ο θάνατος του Μεδίκου του Παντελή Πρεβελάκη (1939)., Το παγώνι του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1946), η Ασκητική του Νίκου Καζαντζάκη (1927), κ.ά.

Το έργο του Κεφαλληνού προσμετράται επίσης από την επιρροή που είχε στους μαθητές του. Και ήταν οι μαθητές του που φρόντισαν να γίνει μία αναδρομική έκθεση στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών λίγους μήνες μετά τον θάνατό του. Σήμερα το έργο του Κεφαλληνού, το οποίο διακρίνεται για την αρτιότητά του και τον πρωτοποριακό του δυναμισμό, είναι πλέον γνωστό χάρη στις άοκνες προσπάθειες του Εμμανουήλ Χ. Κάσδαγλη, που πρόβαλε εκτενώς το έργο του μεγάλου έλληνα χαράκτη.

De Siris