Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Norman Mailer

Νόρμαν Μέιλερ


Ο Νόρμαν Κίνγκσλεϊ Μέιλερ γεννήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1923 και πέθανε στις 10 Νοεμβρίου 2007. Ήταν αμερικανός συγγραφέας, δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης.

Μαζί με τον Τρούμαν Καπότε, την Τζόαν Ντίντιον και τον Τομ Γουλφ, ο Μέιλερ ίδρυσε το ρεύμα της νέας δημοσιογραφίας, που αποτελεί διασταύρωση του δοκιμίου και του μη-λογοτεχνικού μυθιστορήματος. Τιμήθηκε δυο φορές με το Βραβείο Πούλιτζερ και μια φορά με το Εθνικό Βραβείου Βιβλίου. Το 1995 ο Εντ Φάνκερ, ο Νταν Γουλφ και ο Νόρμαν Μέιλερ ξεκίνησαν την έκδοση της Village Voice, μιας καλλιτεχνικής εβδομαδιαίας εφημερίδας που διανεμόταν δωρεάν, αρχικά στο Γκρίνουιτς Βίλατζ, κέντρο της εναλλακτικής κουλτούρας στη Νέα Υόρκη. Το 2005 τιμήθηκε με το Μετάλλιο Διακεκριμένης Συνεισφοράς στα Αμερικανικά Γράμματα από το Εθνικό Ίδρυμα Βιβλίου των ΗΠΑ.

Βιογραφία

Ο Μέιλερ γεννήθηκε στο Λονγκ Μπραντς του Νιού Τζέρσεϊ από εβραϊκή οικογένεια. Ο πατέρας του, Άιζακ Μπαρνέτ, ήταν λογιστής και καταγόταν από τη Νότια Αφρική, και η μητέρα του Φάννυ Σνάιντερ διατηρούσε πρακτορείο οικονόμων και νοσοκόμων. Μεγάλωσε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, πήγε σε γυμνάσιο αρρένων και το 1939 έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, όπου σπούδασε αεροναυπηγική. Στο Χάρβαρντ άρχισε να ασχολείται με το γράψιμο και το πρώτο του διήγημα εκδόθηκε όταν ήταν 18 ετών. Αποφοίτησε το 1943 και κλήθηκε από τον Αμερικανικό Στρατό να καταταγεί. Κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε στις Φιλιππίνες.

Συγγραφέας

Μυθιστορήματα

Το 1948, λίγο πριν εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στο Παρίσι, εξέδωσε ένα βιβλίο που τον έκανε παγκόσμια γνωστό: Οι νεκροί και οι γυμνοί, που βασιζόταν στις προσωπικές του εμπειρίες κατά τη διάρκεια του πολέμου. Το μυθιστόρημα χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα καλύτερα της εποχής του.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μέιλερ συνέχισε να γράφει κυρίως μυθιστορήματα. Οι ακτές της Μπαρμπαριάς του 1951 ήταν μια σουρεαλιστική παραβολή για την πολιτική της αριστεράς κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, και διαδραματιζόταν σ' ένα σπίτι του Μπρούκλιν. Το μυθιστόρημα του 1995 Το πάρκο των ελαφιών βασίστηκε στις εμπειρίες από τη δουλειά του ως σεναριογράφος στο Χόλυγουντ στις αρχές της δεκαετίας του '50. Το βιβλίο απορρίφθηκε αρχικά από έξι εκδότες λόγω του σεξουαλικού περιεχομένου του.

Δοκίμια

Στα μέσα της δεκαετίας του '50 έγινε γνωστός για τα ενναλακτικά δοκίμιά του. Ήταν ένας από τους ιδρυτές της εφημερίδας The Village Voice το 1955. Στο βιβλίο Διαφημίσεις του εαυτού μου του 1959, ο Μέιλερ εξέτασε τη βία, την υστερία, το σεξ, το έγκλημα και τη σύγχιση στην αμερικάνικη κοινωνία, τόσο με ανταποκρίσεις όσο και με λογοτεχνικά δοκίμια. Έγραψε επίσης κριτικές και δοκίμια για την New York Review of Books και το περιοδικό Dissent.

Βιογραφίες

Οι βιογραφίες που έγραψε περιέλαβαν πρόσωπα όπως ο Πάμπλο Πικάσο και ο Λι Χάρβεϊ Όσβαλντ. Το θεατρικό του 1986 Strawhead, στο οποίο πρωταγωνίστησε η κόρη του Κέιτ, αναφερόταν στη Μέριλιν Μονρόε. Η βιογραφία του για τη Μέριλιν, που εκδόθηκε στα 1973, ήταν ιδιαίτερη αντιφατική: στο τελευταίο κεφάλαιο ο Μέιλερ υποστηρίζει ότι η Μέριλιν δολοφονήθηκε από πράκτορες του FBI και της CIA λόγω της υποτιθέμενης ερωτικής της σχέσης με τον Ρόμπερτ Κένεντι. Αργότερα παραδέχτηκε ότι αυτοί οι ισχυρισμοί "δεν ήταν καλή δημοσιογραφία".

Γνωστά έργα

Ορισμένα από τα πιο γνωστά έργα του είναι: Τα προεδρικά έγγραφα (1963), Ένα Αμερικάνικο όνειρο (1965), συνέχεια του μυθιστορήματος Γιατί είμαστε στο Βιετνάμ; του 1967, Οι στρατιές της νύχτας (1968), που τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ και το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου, Το Μαϊάμι και η πολιορκία του Σικάγο (1968), Μια φωτιά στο φεγγάρι (1970), Μέριλιν (1973), Το τραγούδι του εκτελεστή (1979), βραβευμένο με Πούλιτζερ, Αρχαία δειλινά (1983).
Το 1968 τιμήθηκε με το Βραβείο Τζορτζ Πολκ για τις ανταποκρίσεις του στο περιοδικό Harper's.

Εκτός από μυθιστορήματα, ο Μέιλερ έγραψε μια θεατρική έκδοση του Πάρκου των ελαφιών, και κατά τα τέλη της δεκαετίας του '60 σκηνοθέτησε μια σειρά αυτοσχεδιαστικών πειραματικών φιλμ, παρόμοια με αυτά του Άντι Γουόρχολ. Μια από αυτές είναι το Μέιντστοουν του 1970, που περιλαμβάνει μια σκηνή βίαιου καυγά μεταξύ του Νόρμαν Κίνγκσλεϊ και του Ριπ Τορν, που δεν είναι σίγουρο ότι ήταν σκηνοθετημένος. Το 1987 διασκεύασε σε σενάριο και σκηνοθέτησε το μυθιστόρημά του Οι σκληροί δεν χορεύουν, με πρωταγωνιστή τον Ράιαν Ο' Νιλ.

Ακτιβισμός

Κάποια από τα μη λογοτεχνικά έργα του Μέιλερ, όπως οι Στρατιές της νύχτας και τα Προεδρικά έγγραφα, έχουν πολιτικό χαρακτήρα. Κάλυψε δημοσιογραφικά τα συνέδρια του Ρεπουμπλικανικού και του Δημοκρατικού Κόμματος του 1960, 1964, 1968, 1972, 1992 και 1996. Το 1967 συνελήφθη για τη συμμετοχή του στις διαδηλώσεις κατά του πολέμου του Βιετνάμ, μια εμπειρία που περιγράφει στις Στρατιές της νύχτας. Δυο χρόνια αργότερα διεκδίκησε χωρίς επιτυχία το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος για τη θέση του υποψήφιου δήμαρχου της Νέας Υόρκης, με κεντρικό σύνθημα την απόσχιση της πόλης της Νέας Υόρκης από την ομώνυμη Πολιτεία και τη μετατροπή της σε 51η Πολιτεία των ΗΠΑ.

Το 1980 ο Μέιλερ τέθηκε επικεφαλής της εκστρατείας για την αποδοχή της αίτησης αναστολής του φυλακισμένου για ανθρωποκτονία Τζακ Άμποττ. Οι δυο τους άρχισαν να αλληλογραφούν το 1977, όταν ο Άμποττ διάβασε ότι ο Μέιλερ ετοίμαζε το βιβλίο Το τραγούδι του εκτελεστή σχετικά με την εκτέλεση του Γκάρι Γκίλμορ και προσφέρθηκε να δώσει στον Μέιλερ υλικό για τη ζωή και τις συνθήκες στη φυλακή. Ο Μέιλερ συμφώνησε και βοήθησε να εκδοθεί το βιβλίο Στην κοιλιά του κτήνους, που αποτελούνταν από τα γράμματα του Άμποτ προς τον Μέιλερ. Μόλις έξι βδομάδες μετά τη χορήγηση αναστολής ο Άμποττ δολοφόνησε άλλο ένα άτομο στη Νέα Υόρκη, και φυλακίστηκε ξανά για το υπόλοιπο της ζωής του. Ο Μέιλερ δέχτηκε κριτική για τη συνεργασία του με τον Άμποττ και την υποστήριξη της αναστολής του. Το 1992 δήλωσε ότι δεν ήταν ιδιαίτερα περήφανος για την ανάμειξή του σε αυτή την υπόθεση.

Προσωπική ζωή και θάνατος

Ο Μέιλερ παντρεύτηκε έξι φορές και απέκτησε οκτώ παιδιά από τους διάφορους γάμους του, ενώ υιοθέτησε ακόμα ένα. Για πολλά χρόνια έζησε στην παραλία του Κέιπ Κοντ στο Πρόβινσταουν της Μασσαχουσέτης. Όπως και άλλοι συγγραφείς της γενιάς του, ο Μέιλερ αντιμετώπιζε προβλήματα με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.
Εμφανίστηκε σε ένα επεισόδιο της σειράς Gilmore Girls μαζί με το γιο του Στέφεν Μέιλερ. Το 2005 μαζί με τον άλλο του γιο Τζον Μπάφαλο Μέιλερ έγραψε το βιβλίο The Big Empty. Το 2007 ο εκδοτικός οίκος Random House κυκλοφόρησε το τελευταίο του μυθιστόρημα, Το κάστρο στο δάσος, που έχει σαν θέμα τα παιδικά χρόνια του Αδόλφου Χίτλερ.

Ο Νόρμαν Μέιλερ πέθανε από οξεία νεφρική ανεπάρκεια το πρωί της 10ης Νοεμβρίου του 2007, μετά από μια εγχείριση στους πνεύμονες στο νοσοκομείο Μάουντ Σάιναι του Μανχάτταν. Ήταν 84 ετών.

Επιλεγμένη βιβλιογραφία

Οι γυμνοί και οι νεκροί (The Naked and the Dead), 1948
Οι ακτές της Μπαρμπαριάς (Barbary Shore), 1951
Το πάρκο των ελαφιών (The Deer Park), 1955
Ο λευκός νέγρος (The White Negro), 1957
Τα προεδρικά έγγραφα (The Presidential Papers), 1963
Ένα αμερικάνικο όνειρο (An American Dream), 1965
Καννίβαλοι και χριστιανοί (Cannibals and Christians), 1966
Γιατί είμαστε στο Βιετνάμ; (Why Are We in Vietnam?), 1967
Οι στρατιές της νύχτας (Armies of the Night), 1968
Μια φωτιά στο φεγγάρι (Of a Fire on the Moon), 1969
Μέριλιν (Marilyn: a Biography), 1973
Το τραγούδι του εκτελεστή (The Executioner's Song), 1979
Αρχαία δειλινά (Ancient Evenings), 1983
Οι σκληροί δεν χορεύουν (Tough Guys Don't Dance), 1984
Το φάντασμα της πόρνης (Harlot's Ghost), 1991
το κατά υιόν ευαγγέλιο (The Gospel According to the Son)), 1997
Γιατί κάνουμε αυτόν τον πόλεμο; (Why Are We At War?), 2003
Το κάστρο στο δάσος (The Castle in the Forest), 2007

De Siris

Τραϊανός Δέλλας

Τραϊανός Δέλλας

Ο Τραϊανός Δέλλας γεννήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1976 και μεγάλωσε στο Μικρό Μοναστήρι, ένα χωριό που απέχει περίπου 40 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη. Η πρώτη του ομάδα ήταν η ακαδημία ποδοσφαίρου του Αρη σε ηλικία 11 ετών. Η πρώτη θέση στην οποία χρησιμοποιήθηκε ήταν αυτή του δεξιού εξτρέμ. 

Σε ένα καλοκαίρι όμως, εκεί γύρω στο ’90, γύρισε από τις θερινές διακοπές όντας 20 πόντους ψηλότερος, με συνέπεια να καθιερωθεί στο κέντρο της άμυνας. Πέρασε από όλες τις μικρές ομάδες της ακαδημίας του Αρη.

Εκανε ντεμπούτο στην Α’ Εθνική σε ηλικία 17 ετών, την περίοδο ’93-’94 με την φανέλα του Άρη. Επαιξε για δύο χρόνια στον Πανσερραϊκό ως δανεικός και το καλοκαίρι του ’96 επέστρεψε στον Άρη.

Ως μέλος μιας χρυσής εθνικής Ελπίδων, με συμπαίκτες τους Ελευθρόπουλο, Μαυρογενίδη, Καραγκούνη, Μπασινά, Σωτήρη Κωνσταντινίδη, Παντελή Κωνσταντινίδη, Λυμπερόπουλο, Γκούμα, Λάκη έκανε τα πρώτα διεθνή βήματα. Το καλοκαίρι του ’97 ο Άρης τον παραχώρησε στην Σέφιλντ Γιουνάιτεντ και ξεκίνησε την διεθνή καριέρα του.

Το καλοκαίρι του ’99 μεταγράφηκε στην ΑΕΚ, στην οποία έμεινε μέχρι το καλοκαίρι του 2001. Επόμενος σταθμός ήταν η Περούτζια. Και οκτώ παιχνίδια στο καμπιονάτο ήταν αρκετά για να βάλουν το όνομά του στην μεταγραφική λίστα των Ρόμα, Μίλαν, Γιουβέντους, Ιντερ.

Τον Μάιο του 2002 ο «Τράι» αποδεσμεύτηκε από την Περούτζια μετά από μια μεγάλη περιπέτεια και επέλεξε τη Ρόμα. Εμεινε στη Ρώμη μέχρι το καλοκαίρι του 2005. Εκανε 45 συμμετοχές στο καμπιονάτο με τη φανέλα της Ρόμα και πέτυχε δύο γκολ. Συμμετείχε δύο φορές στο Champions League. (3 συμμετοχές την περίοδο '02-'03 και 4 συμμετοχές την περίοδο '04-'05). Από τις 19 Σεπτεμβρίου 2005, ο Τραϊανός επέστρεψε στην ΑΕΚ, στην οποία αγωνίζεται μέχρι και σήμερα, με συμμετοχές στο ελληνικό πρωτάθλημα και το Champions League.

Το κεφάλαιο «Εθνική Ανδρών» άνοιξε για τον Δέλλα τον Απρίλιο του 2001, μετά από πρόσκληση του Βασίλη Δανιήλ. Αυτός όμως που τον καθιέρωσε στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της Ελλάδας ήταν ο Οτο Ρεχάγκελ, που τον προσκάλεσε για πρώτη φορά στις 21/8/2002 για ένα φιλικό παιχνίδι με τη Ρουμανία. Η κορυφαία προσωπική στιγμή του ήταν το χρυσό γκολ που πέτυχε στον ημιτελικό του Euro 2004 απέναντι στην Τσεχία την 1η Ιουλίου και η κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου στις 4 Ιουλίου.

Σε συλλογικό επίπεδο έχει κατακτήσει ένα κύπελλο Ελλάδας με την ΑΕΚ (2000).

De Siris

Έλενα Παπαρίζου

Έλενα Παπαρίζου

Η Έλενα Παπαρίζου γεννήθηκε στις 31 Ιανουαρίου, 1982 στο Borås, Västergötland, Σουηδία, από Έλληνες γονείς μετανάστες, Γεώργιος και Ευφροσύνη Παπαρίζου και μεγάλωσε στο Örgryte, Γκέτεμποργκ. Ο πατέρας της κατάγεται από το Βόλο και η μητέρα της από την Καρδίτσα. Έχει μια αδερφή, τη Ρίτα και έναν αδερφό, τον Ντίνο.

Στα επτά της ξεκίνησε πιάνο, μπαλέτο και παραδοσιακούς χορούς. Στα 13 της χρόνια απόλυτα συνειδητοποιημένη αποφασίζει ότι θέλει να ασχοληθεί με το τραγούδι. Τα πρώτα της ακούσματα είναι από την ελληνική μουσική.

Στη συνέχεια σε ηλικία 14 ετών φτιάχνει το πρώτο της συγκρότημα με το όνομα "Soul Funkomatic" στο οποίο συμμετείχαν τρείς Λατινοαμερικανοί και έπαιζαν μόνο hip hop. Mετά από δύο χρόνια το group διαλύθηκε.

Μετά από αυτό η Ελενα σε ηλικία περίπου 16 χρονών δίνει εξετάσεις και φοιτεί στο Art Performing School, όπου μαζί με τα κλασικά μαθήματα διδάσκεται θέατρο, τηλεόραση, σκηνοθεσία. Από τη σχολή της θα της ζητήσουν να ερμηνεύσει ένα τραγούδι όπου η ίδια ζητά να το τραγουδήσει με τον παιδικό της φίλο Νίκο Παναγιωτίδη είναι το "Οπα Οπα".

Μαζί με τον Νίκο Παναγιωτίδη δημιουργούν τους Antique. Mε τους Antique κυκλοφόρησε τρία album τα "Δυνατά Δυνατά", "Με λόγια ελληνικά" και "Αλλη μια φορά", καθώς και μία πολύ επιτυχημένη για τη χώρα μας συμμετοχή στη Eurovision το 2001 με το κομμάτι "Die for You" κατακτώντας την τρίτη θέση.

Μετά τους Antique, η Ελενα Παπαρίζου συνεχίζει σε νέους δρόμους κάνοντας solo καριέρα και μια καινούρια αρχή για νέες μεγάλες επιτυχίες.

Το πρώτο της album κυκλοφόρησε μέσα στο 2004 με τον τίτλο "Προτεραιότητα". Από το album ξεχώρισαν και σημείωσαν μεγάλη επιτυχία τα κομμάτια "Αναπάντητες κλήσεις", "Τρελή καρδιά", "Αντιθέσεις".

Τον Ιανουάριο του 2005, ανατέθηκε στην Ελενα Παπαρίζου να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στο διαγωνισμό της Εurovision, τον Μαϊο, στο Κίεβο, με το κομμάτι "Μy number one" σε μουσική Χρήστου Δάντη και στίχους Ναταλία Γερμανού και Χρήστου Δάντη.

Την 21η Μαϊου του 2005 η Ελενα Παπαρίζου κατέκτησε την πρώτη θέση στον 50ο διαγωνισμό της Εurovision στο Κίεβο της Ουκρανία αποσπώντας 230 βαθμούς.
Toν Απρίλιο του 2006, η Ελενα Παπαρίζουν κυκλοφορεί το νέο της cd με τον τίτλο "Υπάρχει Λόγος", που περιλαμβάνει συνολικά 29 κομμάτια: 15 ολοκαίνουρια, τα 4 κομμάτια του single "Mambo", ένα remix του πρώτου single, "Υπάρχει Λόγος", αλλά και 9 κομμάτια από το πρώτο Mad Secret Concert by Flocafe, όπου συμμετείχε με μεγάλη επιτυχία το Δεκέμβριο του 2005.

Το cd single "Heroes" της Ελενας Παπαρίζου που κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 2006, ήταν το επίσημο τραγούδι των Ευρωπαϊκών Αγώνων Στίβου 2006 στο Γκετενμποργκ της Σουηδίας. Το κομμάτι ανέβηκε κατευθείαν στο Νο1 των σουηδικών charts.

Μετά το πλατινένιο album "Υπαρχει Λόγος " η Ελενα Παπαρίζου κυκλοφορεί τον Νοέμβριο του 2006 και στην Ελλάδα το πολυαναμενόμενο ξένο της album "The Game Of Love".

Το Μάϊο του 2007 το πλατινένιο album "Υπάρχει Λόγος" επανακυκλοφορεί με πέντε καινούργια τραγούδια. Την ίδια χρονιά ερμηνεύει και το τραγούδι "Το Φιλί της ζωής" από την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία.

De Siris

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Μοχάντας Γκάντι

Μοχάντας Γκάντι

Ο Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι ήταν Ινδός πολιτικός, στοχαστής και επαναστάτης ακτιβιστής. Υπήρξε η κεντρική μορφή του εθνικού κινήματος για την ινδική ανεξαρτησία και εμπνευστής της μεθόδου παθητικής αντίστασης χωρίς τη χρήση βίας έναντι των καταπιεστών.

Η διδασκαλία του επηρέασε το διεθνές κίνημα για την ειρήνη και μαζί με τον ασκητικό βίο του συνέτειναν στο να καταστεί παγκόσμιο σύμβολο και ορόσημο της φιλοσοφικής και κοινωνικοπολιτικής διανόησης του 20ού αιώνα. Έγινε ευρύτερα γνωστός με την προσωνυμία Μαχάτμα, που φέρεται να του απέδωσε στα 1915 ο Ινδός νομπελίστας ποιητής και φιλόσοφος Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ και στα σανσκριτικά σημαίνει Μεγάλη Ψυχή.

Τα πρώτα χρόνια

Γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1869, στο Πορμπαντάρ, μια μικρή πόλη στη δυτική ακτή της Ινδίας στην επαρχία Γκουτζάρατ. Η οικογένειά του ανήκε στην κάστα Βανισίγια, σύμφωνα με την ινδουιστική παράδοση του κοινωνικού διαχωρισμού σε κάστες. Ο παππούς του ήταν τοπικός κυβερνήτης του Πορμπαντάρ θέση στην οποία τον διαδέχτηκε ο γιος του και πατέρας του Μαχάτμα, Καραμτσάντ. Η μητέρα του, Πουτλιμπάι, που ήταν η τέταρτη σύζυγος του Καραμτσάντ (οι τρεις προηγούμενες είχαν πεθάνει κατά τη διάρκεια της γέννας) επηρέασε καταλυτικά το χαρακτήρα του με την αγιότητα του βίου της, την ευγένειά της και τη θρησκευτική της πίστη.

Μεγάλωσε σε ένα οικογενειακό περιβάλλον, το οποίο ασπαζόταν τις απόψεις του τοπικού θρησκευτικού κινήματος της Γκουτζαράτ, Τζαΐν, που πρέσβευε τις αρχές του μη-τραυματισμού οποιουδήποτε ζωντανού πλάσματος, τη χορτοφαγία, τη νηστεία ως μέθοδο αυτοκάθαρσης και την αμοιβαία ανοχή μεταξύ των μελών των διάφορων καστών και θρησκευτικών κινημάτων.

Το 1876 η οικογένειά του μετακόμισε στην πόλη Rajkot και ο Μαχάτμα εγγράφηκε στο σχολείο. Την ίδια χρονιά αρραβωνιάστηκε την συνομήλική του Καστουρμπάι, κόρη του εμπόρου Gokuldas Makanji. Το 1881 εισήλθε στο Γυμνάσιο Alfred High School και δύο χρόνια αργότερα παντρεύτηκε την Καστουρμπάι. Μαζί απέκτησαν τέσσερα παιδιά το Χαριλάλ (1888), το Μανιλάλ (1892), το Ραμντάς (1897) και τον Ντεμντάς (1900).

Η μετάβαση στο Λονδίνο

Στις 16 Νοεμβρίου 1885 πέθανε ο πατέρας του σε ηλικία 63 ετών. Το 1887 επέτυχε στις εισαγωγικές εξετάσεις και εισήλθε στο Κολλέγιο Samaldas, αλλά οι σπουδές εκεί του φάνηκαν δύσκολες και η ατμόσφαιρα δυσάρεστη οπότε παρακολούθησε μόνο ένα ακαδημαϊκό έτος. Μετά από αυτό ένας οικογενειακός φίλος πρότεινε πως εάν ο Μαχάτμα επιθυμούσε να αναλάβει τη θέση του πατέρα του θα ήταν καλό να σπουδάσει νομικά, σπουδές που θα διαρκούσαν τρία χρόνια στο Λονδίνο. Έτσι ο νεαρός Γκάντι εκμεταλλευόμενος αυτή την πρόταση μετέβη στην πρωτεύουσα της τότε Βρετανικής Αυτοκρατορίας στις 4 Σεπτεμβρίου 1888 και εγγράφηκε στο University College London. Ο Γκάντι φανταζόταν την Αγγλία σαν το κέντρο του πολιτισμού, χώρα φιλοσόφων και ποιητών. Η φανταστική του εικόνα, όμως, υπεχώρησε όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με τον χλευασμό των συμφοιτητών του για τις ιδιαίτερες πολιτισμικές του συνήθειες ενώ συνάμα δυσκολευόταν να προσαρμοστεί προς τον δυτικό τρόπο ένδυσης και συμπεριφοράς.

Η παραμονή του στο Λονδίνο επηρεάστηκε από την υπόσχεση, που είχε δώσει στη μητέρα του, ενώπιον του μοναχού Becharji της ομάδας Τζαΐν, να απέχει από την κρεοφαγία, την οινοπνευματοποσία και την ερωτική ελευθεριότητα. Αν και πειραματίστηκε στην υιοθέτηση ορισμένων αγγλικών συνηθειών, εντούτοις, παρέμεινε χορτοφάγος συμμετέχοντας στην Ένωση Χορτοφάγων του Λονδίνου, όπου ανήκε και ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, εκλεγόμενος μάλιστα και μέλος της εκτελεστικής της επιτροπής.

Ορισμένα από τα μέλη της Ένωσης ήταν επίσης μέλη της Θεοσοφικής Εταιρείας, η οποία είχε ιδρυθεί το 1875 με σκοπό την προώθηση της παγκόσμιας συναδέλφωσης και επικέντρωνε στη μελέτη της βουδιστικής και ινδικής βραχμανικής λογοτεχνίας. Αυτοί παρότρυναν τον Γκάντι να διαβάσει τη Bhagavad-Gita. Το ίδιο διάστημα ένας Χριστιανός φίλος του του πρότεινε να διαβάσει τη Βίβλο. Αν και βρήκε δύσκολη και ανιαρή την ανάγνωση της Παλαιάς Διαθήκης ενθουσιάστηκε με την Καινή Διαθήκη και ιδιαίτερα με την «Επί του Όρους ομιλία». Μη έχοντας επιδείξει προηγουμένως ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη θρησκεία μελέτησε θρησκευτικά έργα και πραγματείες, γεγονός που του ενεφύσησε την αρχή για το σεβασμό κάθε θρησκείας και την υπεράσπιση της θρησκευτικής ιδιαιτερότητας.

Επιστροφή στην Ινδία

Αφού πέρασε με επιτυχία τις εξετάσεις του τελευταίου έτους και έλαβε το πτυχίο του απέπλευσε για την Ινδία στις 10 Ιουνίου του 1891. Φθάνοντας στη Βομβάη πληροφορήθηκε ότι η μητέρα του είχε πεθάνει. Οι συγγενείς του σκόπιμα του είχαν κρύψει την είδηση προκειμένου να αποφύγει το συναισθηματικό κλονισμό, όντας τόσο μακριά από την πατρίδα. Αρχικά έμεινε για λίγο στο Rajkot αναλαμβάνοντας την εκπαίδευση του μικρού γιου του και των παιδιών του αδελφού του ενώ λίγο αργότερα αποφάσισε να ανοίξει δικηγορικό γραφείο στη Βομβάη. Εκεί παρέμεινε μερικούς μήνες αναλαμβάνοντας μόνο μια μικρή υπόθεση. Όταν, όμως, προσήλθε στο δικαστήριο για να αγορεύσει έχασε το θάρρος του και δεν κατάφερε να αρθρώσει ούτε μία λέξη.

Η αποτυχία του στη Βομβάη τον έφερε πίσω στο Rajkot όπου προσπάθησε να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά. Και εκεί όμως δεν κατάφερε να προοδεύσει και επιπλέον ένιωθε άβολα μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο ασήμαντες δολοπλοκίες και μικροπρέπειες. Τότε του έγινε πρόταση από την εταιρεία Dada Abdulla & Co. να την αντιπροσωπεύσει σε μία δικαστική υπόθεση στη Νότια Αφρική. Ο Γκάντι ενθουσιάστηκε από την προσφορά και ξεκίνησε για την Αφρική τον Απρίλιο του 1893.

Ενάντια στο απαρτχάιντ

Φτάνοντας στη Νότια Αφρική βρέθηκε αντιμέτωπος με το φυλετικό διαχωρισμό του απαρτχάιντ, ο οποίος εκδηλωνόταν από τους λευκούς εποίκους σε βάρος των ντόπιων έγχρωμων και των Ινδών μεταναστών. Ο ίδιος ο Γκάντι εκδιώχθηκε από την αίθουσα του δικαστηρίου επειδή αρνούνταν να βγάλει το παραδοσιακό ινδικό τουρμπάνι του ενώ ακόμη μία φορά δέχθηκε βία από τον οδηγό ταχυδρομικής άμαξας λόγω του ότι αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση του σε κάποιον Ευρωπαίο επιβάτη. Αυτή η κατάσταση τον οδήγησε να δραστηριοποιηθεί πολιτικά, υπερασπιζόμενος τα ανθρώπινα δικαιώματα των συμπατριωτών του.

Κατά την εικοσάχρονη παραμονή του στη Ν. Αφρική φυλακίστηκε πολλές φορές για τους αγώνες του. Εκεί για πρώτη φορά ξεκίνησε να διδάσκει την τακτική της παθητικής αντίστασης, μίας μεθόδου με σαφείς αναφορές στη σκέψη του κορυφαίου Ρώσου συγγραφέα Λέοντα Τολστόι. Στην άρνησή του για τη χρήση βίας έναντι των καταπιεστών επηρεάστηκε, όπως ο ίδιος έλεγε, από τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού και τον Αμερικανό συγγραφέα Χένρι Θορό, ο οποίος είχε γράψει ένα δοκίμιο για την πολιτική ανυπακοή.

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος των Μπόερς ο Γκάντι οργάνωσε σώμα τραυματιοφορέων για το βρετανικό στρατό και διηύθυνε μία μονάδα του Ερυθρού Σταυρού. Μετά τη λήξη του πολέμου επέστρεψε στον αγώνα του για τα δικαιώματα των Ινδών μεταναστών και στα 1910 ίδρυσε το αγρόκτημα Τολστόι, κοντά στο Ντάρμπαν, μια συνεταιριστική παροικία για Ινδούς.

Το 1914 η κυβέρνηση της Νοτιοαφρικανικής Ένωσης έκανε σημαντικές παραχωρήσεις στις απαιτήσεις του Γκάντι, συμπεριλαμβανομένης της αναγνώρισης των ινδικών γάμων και της κατάργησης του κεφαλικού φόρου. Έτσι αφού κατάφερε την απόδοση ουσιωδών δικαιωμάτων στους συμπατριώτες του αποφάσισε να επιστρέψει τον ίδιο χρόνο στην Ινδία.

Πορεία προς την ινδική ανεξαρτησία

Για δύο περίπου χρόνια ταξίδεψε σε πολλές περιοχές της Ινδίας προκειμένου να έρθει σε επαφή με τις απόψεις της σύγχρονης ινδικής κοινωνίας. Το ενδιαφέρον του επικεντρώθηκε στο πρόβλημα της επαγγελματικής μαθητείας, σύστημα στα πλαίσια του οποίου φτωχοί και αγράμματοι εργάτες δελεάζονταν ώστε να εγκαταλείψουν την Ινδία εργαζόμενοι σε άλλες βρετανικές αποικίες.

Ο Γκάντι χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της παθητικής αντίστασης κατάφερε να προκαλέσει μεγάλη κινητοποίηση για αυτό το θέμα. Στη Βομβάη πραγματοποιήθηκε συνέλευση όλων των Ινδών ηγετών και καθορίστηκε η 31η Μαΐου 1917 ως η τελευταία ημερομηνία για την κατάργηση της επαγγελματικής μαθητείας. Στη συνέχεια ταξίδεψε σε όλη τη χώρα με στόχο να λάβει υποστήριξη στον αγώνα του. Οι συγκεντρώσεις σε κάθε σταθμό της περιοδείας του ήταν τέτοιες, που ανάγκασαν την κυβέρνηση να αναγγείλει ότι το συγκεκριμένο σύστημα εργασίας θα έπαυε πριν την 31η Μαΐου.

Την περίοδο του Μεσοπολέμου αναδείχθηκε σε κεντρική μορφή του εθνικού αγώνα των Ινδών για ανεξαρτησία. Το κίνημα της ανεξαρτησίας άρχισε σύντομα να εξαπλώνεται και όταν στα 1919 το Βρετανικό Κοινοβούλιο, μέσω της πράξης του Rowlatt, παρεχώρησε στις αποικιακές δυνάμεις έκτακτες εξουσίες για την αντιμετώπισή του, η τακτική της παθητικής αντίστασης απέκτησε εκατομμύρια θιασώτες σε όλη τη χώρα. Μία διαδήλωση εναντίον της πράξης του Rowlatt στην πόλη Αμριτσάρ κατέληξε σε λουτρό αίματος από τις βρετανικές δυνάμεις (Σφαγή του Αμριτσάρ). Ως αντίδραση στην απάνθρωπη αποικιοκρατική αυτή πράξη ο Μαχάτμα όρισε την 16η Απριλίου ημέρα νηστείας και προσευχής για τα θύματα της σφαγής. Το 1920 μετά την αποτυχία των Βρετανών να επανορθώσουν ο Γκάντι προώθησε μία οργανωμένη εκστρατεία μη συνεργασίας. Παραιτήθηκαν οι Ινδοί κρατικοί αξιωματούχοι, οι πολίτες αρνούνταν τη συμμετοχή σε κρατικούς οργανισμούς και τα παιδιά αποχώρησαν από τα κρατικά σχολεία.

Το τέλος

Ο Μαχάτμα Γκάντι δολοφονήθηκε στο Νέο Δελχί στις 30 Ιανουαρίου 1948 από έναν εθνικιστή Ινδό ονόματι Γκόντσε.

De Siris

Ούλωφ Πάλμε

Ούλωφ Πάλμε

Ο Σβεν Ούλωφ Γιοαχίμ Πάλμε γεννήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 1927 και πέθανε στις 28 Φεβρουαρίου 1986. Ήταν Σουηδός πολιτικός. Υπήρξε ηγέτης του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος από το 1969 εώς το 1986 και Πρωθυπουργός της Σουηδίας μαζί με ένα Ιδιωτικό Κυβερνητικό Συμβούλιο από τον Οκτώβριο του 1969 ως τον Οκτώβριο του 1976 και μαζί με Υπουργική Κυβέρνηση από τον Οκτώβριο του 1982. Ο Πάλμε δολοφονήθηκε το 1986 και στη θέση του τον διαδέχτηκε ο Ίνγκβαρ Κάρλσσον.

Πρώτα χρόνια και εκπαίδευση

Ο Ούλωφ Πάλμε γεννήθηκε στο Ουστερμάλμ, στη Στοκχόλμη της Σουηδίας. Προερχόταν από ανώτερη τάξη. Ωστόσο, ο πολιτικός του προσανατολισμός επηρεάστηκε από τις Σοσιαλδημοκρατικές ιδέες και ιδανικά. Αυτό οφειλόταν βασικά στα ταξίδια του σε αναπτυσσόμενες χώρες ως φοιτητικός ηγέτης.

Σπούδασε με υποτροφία στο Κολέγιο Κένυον στο Οχάιο το 1947-1948. Αφού γύρισε τις ΗΠΑ με ώτο-στοπ, επέστρεψε στη Σουηδία για να σπουδάσει νομική στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Κατά τη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων στο πανεπιστήμιο, αναμείχθηκε με τα φοιτητικά πολιτικά πράγματα, δουλεύοντας με την Σουηδική Εθνική Ένωση Φοιτητών.Το 1951 έγινε μέλος του σοσιαλδημοκρατικού φοιτητικού συνδέσμου στη Στοκχόλμη, αν και απ’ ό,τι φαίνεται δεν παρεβρισκόταν στις πολιτικές τους συναντήσεις την περίοδο εκείνη. Την επόμενη χρονιά εξελέγη Πρόεδρος της Σουηδικής Εθνικής Ένωσης Φοιτητών, μια θέση που καθιστούσε αναγκαίο το κατέβασμα των τόνων για τα κομματικά πιστεύω.

Πολιτική καριέρα

Το 1953 ο Πάλμε προσελήφθη από τον σοσιαλδημοκράτη Πρωθυπουργό Τάγκε Ερλάντερ για να δουλέψει στη γραμματεία του. Από το 1955 ήταν μέλος της διοικητικής ομάδας της Σουηδικής Σοσιαλδημοκρατικής Συνομοσπονδίας Νεολαίας. Το 1958 εξελέγη μέλος στο κοινοβούλιο.

Ο Ούλωφ Πάλμε κατείχε διάφορες κυβερνητικές θέσεις από το 1963 και μετά. Το 1967 έγινε Υπουργός Παιδείας και τον επόμενο χρόνο υπήρξε στόχος δριμείας κριτικής από αριστερούς φοιτητές που διαμαρτύρονταν κατά των σχεδίων της κυβέρνησης για πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση. Όταν ο ηγέτης του κόμματος Τάγκε Ερλάντερ παραιτήθηκε το 1969, ο Πάλμε εξελέγη ομοφώνως ως ο νέος ηγέτης από το συνέδριο του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και διαδέχτηκε τον Ερλάντερ ως πρωθυπουργός.

Η επακόλουθη 125-μηνη θητεία του Πάλμε ως Πρωθυπουργός και ο πρόωρος θάνατός του, τον κατέστησαν τον περισσότερο διεθνώς γνωστό Σουηδό πολιτικό του 20ου αιώνα (με την πιθανή εξαίρεση των δύο «ανθρωπιστών» Ραούλ Βάλλενμπεργκ και Νταγκ Χαμμαρσκγιούλντ).

Ο προστατευόμενός του και πολιτικός του σύμμαχος Μπερντ Κάρλσσον, ο οποίος είχε οριστεί Επίτροπος των Ηνωμένων Εθνών για τη Ναμίμπια τον Ιούλιο του 1987, επίσης είχε πρόωρο θάνατο. Ο Κάρλσσον πέθανε στη συντριβή της Πτήσης Παν Αμ 103 στις 21 Δεκεμβρίου 1988 στο δρόμο για την τελετή υπογραφής των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη, με την οποία η Νότια Αφρική παραχωρούσε την κατά πολύ αργοπορημένη ανεξαρτησία στη Ναμίμπια.

Πρόκληση εχθρών

Ο Πάλμε ήταν ένας πολιτικός με ισχυρές πολιτικές θέσεις που προκαλούσε συζητήσεις στη διεθνή σκηνή: η οξεία κριτική του εναντίον των ΗΠΑ για τον πόλεμο του Βιετνάμ, οι εκστρατείες του εναντίον της εξάπλωσης των πυρηνικών όπλων, η καταδίκη του απαρτχάιντ και η συνηγορία υπέρ οικονομικών κυρώσεων εναντίον της Νότιας Αφρικής, η υποστήριξή του – οικονομική και πολιτική – για το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο (ANC) και την Οργάνωση Απελευθέρωσης της Παλαιστίνης (PLO), η συνάντησή του με τον Φιντέλ Κάστρο της Κούβας, και άλλα έκαναν βέβαιο το γεγονός πως ο Πάλμε διέθετε μεγάλο αριθμό εχθρών στο εξωτερικό. Αλλά και εντός της χώρας του, οι αριστερές απόψεις του δημιούργησαν μεγάλη εχθρότητα από τους δεξιούς της Σουηδίας.
Την εποχή του θανάτου του ο Πάλμε είχε κατηγορηθεί ως φιλο-σοβιετικός και πως δεν προστάτευε τα συμφέροντα της Σουηδίας. Επομένως είχε κανονιστεί να επισκεφτεί τη Μόσχα για να συζητήσει μια σειρά από μαχητικά θέματα, συμπεριλαμβανομένων των υποτιθέμενων Σοβιετικών υποβρύχιων εισβολών στα Σουηδικά ύδατα.

Δολοφονία

Ο Ούλωφ Πάλμε συχνά κυκλοφορούσε χωρίς καμία προστασία από σωματοφύλακες, και η νύχτα της δολοφονίας του ήταν μία από αυτές τις περιπτώσεις. Επιστρέφοντας πεζός στο σπίτι του από έναν κινηματογράφο με τη σύζυγό του Λίσμπετ στον κεντρικό δρόμο Σβεαβέγκεν (Sveavägen) της Στοκχόλμης, γύρω στα μεσάνυχτα της 28 Φεβρουαρίου 1986, το ζευγάρι έπεσε θύμα επίθεσης από έναν δολοφόνο. Ο Πάλμε πυροβολήθηκε δύο φορές στο στομάχι, και η σύζυγός του στην πλάτη.

Η αστυνομία ανέφερε πως ένας οδηγός ταξί χρησιμοποίησε το κινητό ραδιόφωνό του για να σημάνει συναγερμό. Δύο νεαρά κορίτσια που κάθονταν σε ένα αυτοκίνητο κοντά στη σκηνή του εγκλήματος προσπάθησαν να βοηθήσουν τον Πρωθυπουργό. Μεταφέρθηκε επειγόντως στο νοσοκομείο αλλά ήταν νεκρός όταν έφτασε. Η κυρία Πάλμε θεραπεύτηκε από τον τραυματισμό της και ανέρρωσε. Ο δολοφόνος δραπέτευσε προς τα ανατολικά στη διασταύρωση Τουννελγκάταν και εξαφανίστηκε.

Η δολοφονία του Πάλμε παραμένει ανεξιχνίαστη και μια σειρά από θεωρίες συνωμοσίας περιβάλλει το φόνο. Πριν λίγες μέρες ανακοινώθηκε ότι την δολοφονία διέταξαν οι μυστική υπηρεσία της Γιουγκοσλαβίας.

De Siris

Νίκος Κούρκουλος

Νίκος Κούρκουλος

Ο Νίκος Κούρκουλος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 1934 και πέθανε στις 30 Ιανουαρίου 2007. Ήταν ηθοποιός, που υπηρέτησε το Εθνικό Θέατρο, το οποίο και τον γαλούχησε. Υπήρξε αθλητής του Παναθηναϊκού

Θεατρική Προσφορά

Στα νιάτα του υπήρξε ποδοσφαιριστής στον Παναθηναϊκό και από σύμπτωση έλαβε την απόφαση να γίνει ηθοποιός, όπως ο ίδιος έλεγε. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στο πλευρό του Μάνου Κατράκη, από την οποία αποφοίτησε το 1958. Την πρώτη θεατρική του εμφάνιση έκανε στο έργο «H κυρία με τις καμέλιες» με τον θίασο Λαμπέτη-Xορν (1958-59). Η θεατρική του πορεία στη συνέχεια έχει ως εξής: 1959-60: Συμμετοχή στο θίασο Βεργή στο έργο «Nίκη χωρίς φτερά». 1964: «Πύργος» του Φραντς Kάφκα και «Iούλιος Kαίσαρ» του Oυίλλιαμ Σαίξπηρ. 1967: «Ποτέ την Kυριακή» («Iλια Nτάρλιγκ») στις H.Π.A., σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασέν με τη Μελίνα Μερκούρη, παράσταση για την οποία κέρδισε την υποψηφιότητα για το Βραβείο Tony. 1971: «H Δίκη» του Φραντς Kάφκα. 1972: Συγκροτεί δικό του θίασο. Ανεβάζει το «Tάνγκο» του Σλ. Mρόζεκ. 1974: Δημιουργεί το θέατρο «KAΠΠA» όπου στεγάζει τον θίασό του. 1975: «Όπερα της πεντάρας» του Μπέρτολτ Μπρεχτ. 1976: «O Γλάρος» του Άντον Tσέχοφ. 1982: «Oιδίποδας τύραννος» του Σοφοκλή. 1983: «Aνταπόκριση» του Oύγκο Mπέτι. 1986: «Ψηλά από τη Γέφυρα» του Άρθουρ Mίλερ. 1987: «Στη Φωλιά του Kούκου» του Nτέιλ Bάσερμαν. 1988: Σκηνοθέτησε το «Φτωχέ μου φονιά» του Πάβελ Kόχοτ. 1992: Tελευταία εμφάνιση στο θέατρο, με τον «Φιλοκτήτη» του Σοφοκλή, στην Eπίδαυρο. 1993: Πρόεδρος του Δ.Σ. του Eθνικού Θεάτρου. 1994: Kαλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού θεάτρου. Ίδρυσε την Πειραματική Σκηνή και το Εργαστήρι Ηθοποιών, έθεσε σε μόνιμη λειτουργία την παιδική Σκηνή του Θεάτρου, ενώ στις καινοτομίες του καταγράφηκε και η τεράστια επιτυχία του μιούζικαλ «Βίρα τις άγκυρες» των Β. Παπαθανασίου- Μ. Ρέππα, σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή, ως το πρώτο μουσικό έργο στην ιστορία του Εθνικού Θεάτρου, αφιερωμένο στην ελληνική επιθεώρηση.

Κινηματογραφική και τηλεοπτική παρουσία

Στον κινηματογράφο διακρίθηκε σε ρόλους "ζεν-πρεμιέ" και πρωταγωνίστησε σε κοινωνικά δράματα, όπως "Οργή", "Κατήφορος" (1961), "Ορατότης Μηδέν" (1970). Αξιόλογη ήταν και η ερμηνεία του σε πολεμικά δράματα, όπως "Το Χώμα Βάφτηκε Κόκκινο", ενώ από τη φιλμογραφία του δεν έλειψε και η παρουσία του σε ξενόγλωσσες ταινίες. Στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πήρε δύο φορές το βραβείο α' ανδρικού ρόλου γιά την ερμηνεία του στις ταινίες "Οι Αδίστακτοι" (1965) και "Ο Αστραπόγιαννος" (1970). Η τελευταία του κινηματογραφική ήταν στην ταινία Το Φράγμα (1982). Στην τηλεόραση, πρωταγωνίστησε στη σειρά "Το 13ο κιβώτιο" στον ΑΝΤ-1.

Προσωπική ζωή

Η Μελίτα Κουτσογιάννη - Κούρκουλου, με την οποία δούλεψαν μζί στο θέατρο - είναι βοηθός σκηνοθέτη - και δημιούργησαν το Θέατρο ΚΑΠΠΑ. Γνωρίστηκαν σε ένα πάρτι στις αρχές της δεκαετίας του '60. Εκείνη γόνος μεγάλης και ισχυρής οικογένειας με επιχειρηματικές δραστηριότητες στην Αθήνα. Ο έρωτας ήρθε 2 χρόνια αργότερα, όταν η γοητευτική κοπέλα χτύπησε την πόρτα του στο καμαρίνι του θεάτρου ΡΕΞ, για να τον συγχαρεί για την ερμηνεία του στην παράσταση «Η γειτονιά των Αγγέλων», όπου έπαιζε με την Τζένη Καρέζη. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος. Ο Νίκος Κούρκουλος και η Μελίτα παντρεύτηκαν το 1966, την περίοδο που ξεκίνησε να γυρίζεται η ταινία «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο». Κουμπάρος ήταν ο ηθοποιός και συγγραφέας Νότης Περγιάλης.

Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Αλκη Κούρκουλο(Αλκίνοος) ο οποίος ακολούθησε το δρόμο του πατέρα του και την Μελίτα Κούρκουλου - Κυριακοπούλου - ο μπαμπάς της επέμενε να πάρει το όνομα της γυναίκας που λάτρεψε, Μελίτα - η οποία ασχολείται με τη διαφήμιση και τις δημόσιες σχέσεις. Γι’ αυτές τις γυναίκες, τις γυναίκες της ζωής του, ο Νίκος Κούρκουλος τραγούδησε το 1984 με τον Γιάννη Πάριο ένα τραγούδι όμως το οποίο δεν κυκλοφόρησε ποτέ στο εμπόριο.

Σταθμός στη ζωή του Νίκου Κούρκουλου ήταν η γνωριμία του με τη Μαριάννα Λάτση (1963) το καλοκαίρι του 1986 κατά την διάρκεια παράστασης στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Ο ίδιος σε συνέντευξή του το 1994 στον Νίκο Χατζηνικολάου περιέγραψε με το ίδιο πάθος και το ίδιο καρδιοχτύπι την πρώτη στιγμή που αντίκρισε τον μεγάλο και τελευταίο έρωτα της ζωής του, λέγοντας: «Κάνω έτσι και παγώνω… Ξαφνικά βλέπω ένα πλάσμα να ανεβαίνει τις κερκίδες και αυτό ήταν».

Εκέινη την εποχή η Μαριάννα Λάτση ήταν παντρεμένη με τον δασκαλο του σκι και πρώην Δήμαρχο Βουλιαγμένης Γρηγόρη Κασιδόκωστα με τον οποίο απέκτησε έναν γιο τον Πάρη (1983)το διαζύγιο τους βγήκε το 1987. Παράλληλα ο Νικος Κούρκουλος ζητά αμέσως διαζύγιο από τη σύζυγο του Μελίτα. Διατήρησαν μια άψογη σχέση αγάπης και σεβασμού όλα τα μετέπειτα χρόνια.

Ο Νίκος Κούρκουλος είχε τέσσερα παιδιά. Δύο από τον πρώτο γάμο του με την Μελίτα, τη Μελίτα και τον ηθοποιό Άλκη Κούρκουλο και άλλα δύο από τον γάμο του με την Μαριάννα Λάτση, την Εριέτα (1994) και τον Φίλιππο (1998).

Η τελευταία γυναίκα που "μπήκε" στη ζωή του Νίκου Κούρκουλου είναι η εγγονή του Αμαλία (2004. Καρπός του γάμου της κόρης του Μελίτας (2003 - Σπέτσες)με τον επιχειρηματία Μενέλαο Κυριακόπουλο.

Θάνατος

Το 2001 ο ηθοποιός διαγνώστηκε ότι έπασχε από καρκίνο στο ρινοφάρυγγα. Παρά τα προβλήματα υγείας, συνέχιζε να αγωνίζεται για το Εθνικό Θέατρο. Απεβίωσε στις 30 Ιανουαρίου 2007 και κηδεύτηκε στις 31 Ιανουαρίου 2007 από το νεκροταφείο του Ζωγράφου, στη γειτονιά όπου μεγάλωσε.

Φιλμογραφία

Ταινίες

Ο μπαρμπα-Γιάννης o κανατάς (1957) .... Χρόνης

Το τελευταίο ψέμα (1957)

Aμαρυλλίς, το κορίτσι της αγάπης (1959)

Μπουμπουλίνα (1959)

Ερωτικές ιστορίες (1959) .... Πέτρος

Καλημέρα Αθήνα (1960) .... Μίμης Αποστολόπουλος

Η κυρία δήμαρχος (1960) .... Δημήτρης Προκόπης

Το χαμίνι (1960)

2000 ναύτες και ένα κορίτσι (1960) .... Ρένος

Μάνα μου, τον αγάπησα (1961)

Για σένα Τίνα, αγάπη μου (1961) .... Άρης

Ο κατήφορος (1961) .... Kώστας Πετράκης

Οργή (1962)

Το ταξίδι (1962) .... Στέφανος

Δίψα για ζωή (1963) .... Στέφανος

Aμφιβολίες (1964) .... Γιάννης

Ένας μεγάλος έρωτας (1964) .... Aλέξης Βαλσάμης

Το χώμα βάφτηκε κόκκινο (1964) .... Οδυσσέας Χορμόβας

Λόλα (1964) ....Άρης

Συντρίμμια της ζωής (1964)

Lady, Die (1964)

Αδίστακτοι (1965) .... Στάθης Κούγιας. Bραβείο Α΄ Aνδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Kινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Επιτάφιος για εχθρούς και φίλους (1965) .... Τζίμι Μέρφι

Κατηγορώ τους ανθρώπους (1965) .... Φίλιππος Γιαννάς

Κοινωνία, ώρα μηδέν (1966) .... Άγγελος Μουρούζης

Kατάσκοποι στο Σαρωνικό (1968) (ως Nicholas Kirk) .... Νταν Χόλαντ

Roma come Chicago (1968) .... Ενρίκο

Γυμνοί στο δρόμο (1969).... Ανδρέας

Ορατότης μηδέν (1970).... Άγγελος Κρεούζης

Ο Αστραπόγιαννος (1970) .... Γιάννος Ζαχαρής / Αστραπόγιαννος. Bραβείο Α΄ Aνδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Kινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Κατάχρηση εξουσίας (1971) .... Χαρίδημος Σιώντης

Με φόβον και με πάθος (1972) .... Νίκος Φαναριώτης

Ο εχθρός του λαού (1972) .... Σταύρος Βουτσινάς

Θέμα συνειδήσεως (1973) .... Γεραλής

Η δίκη των δικαστών (1974) .... Αθανάσιος Πολυζωίδης

Ένα γελαστό απόγευμα (1979) .... Δημήτρης Βενιέρης

Έξοδος κινδύνου (1980) .... Νίκος

Το φράγμα (1982)

Τηλεόραση

"H Ανταπόκριση" - Θέατρο της Δευτέρας (1984)

"Το 13o Κιβώτιο " (1992)

De Siris

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Ιωάννης Μεταξάς

Ιωάννης Μεταξάς

Ο Ιωάννης (Μιχαήλ) Μεταξάς γεννήθηκε στην Ιθάκη 12 Απριλίου 1871 και πέθανε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 1941, υπήρξε ανώτατος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού και στη συνέχεια πρωθυπουργός και δικτάτορας (1936-1941). 

Έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους και το 1917 εξορίστηκε στην Κορσική. Με την επιστροφή του ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, το οποίο κατάφερε πολλές φορές να εισέλθει στη Βουλή συγκεντρώνοντας όμως χαμηλά ποσοστά. Το 1936, κατόπιν διαφόρων συγκυριών, διορίστηκε Πρωθυπουργός της Ελλάδας, στη θέση του αποβιώσαντος Δεμερτζή, και στη συνέχεια πρωτοστάτησε στην επιβολή του δικτατορικού "καθεστώτος της 4ης Αυγούστου", κυβερνώντας έως το θάνατό του το 1941. Έμεινε στην ιστορία για την απάντηση που έδωσε στο Ιταλικό φασιστικό τελεσίγραφο της 28ης Οκτωβρίου 1940 και για την ταχεία πολεμική προπαρασκευή της Ελλάδας ενόψει του ελληνοϊταλικού πολέμου και της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα. Ως στρατιωτικός είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στους Βαλκανικούς πολέμους και στον λεγόμενο Εθνικό διχασμό.

Πρώιμα χρόνια

Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν γιος του Παναγή Μεταξά και της Ελένης Τριγώνη από το Αγρίνιο και γεννήθηκε στην Ιθάκη, όπου ο πατέρας του ήταν έπαρχος. Ήταν γόνος του οικονομικά ξεπεσμένου Κεφαλληνιακού κλάδου των Αντζουλακάτων της παλαιάς Βυζαντινής οικογένειας των Μεταξάδων ενώ η οικογένεια του διατηρούσε τον τίτλο του Κόμη. Είχε δύο αδέρφια, τον Κωνσταντίνο, ο οποίος σπούδασε νομικά αλλά σχετικά νέος οδηγήθηκε στο ψυχιατρείο γι' αυτό και ο Ιωάννης Μεταξάς του είχε ιδιαίτερη αδυναμία, και την Μαριάνθη. Τα παιδικά του χρόνια ήταν ευτυχισμένα παρ' ολες τις οικονομικές δυσκολίες της οικογενείας του. Η κατάσταση επιδεινώθηκε το 1879, όταν ο πατέρας του έχασε την πολιτική θέση που κατείχε και αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Κεφαλονιά. Εκεί ο Μεταξάς γράφτηκε στο γυμνάσιο της πόλης απ' όπου και αποφοίτησε με επιτυχία. Από τότε είχε φανεί η ιδιαίτερη κλίση που είχε στα μαθηματικά.

Στρατιωτική σταδιοδρομία

Στις 24 Σεπτεμβρίου του 1885, σε ηλικία 14 ετών, εισήλθε στην στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, επιλέγοντας το Σώμα Μηχανικών. Η επιλογή του δεν ήταν τυχαία αφού στο ίδιο σώμα υπηρετούσαν δύο συγγενείς του, ο Γεράσιμος και ο Νικόλαος Μεταξάς, μετέπειτα υπουργός των Στρατιωτικών. Το 1890 εξήλθε από την σχολή ως ανθυπολοχαγός του Μηχανικού. Τον Σεπτέμβριο του 1892 μπήκε στην σχολή Μηχανικών Στρατού και δύο χρόνια αργότερα βρέθηκε στην τοπική φρουρά του Ναυπλίου. Εκεί ζούσε με την οικογένεια του, αφού ο πατέρας του είχε μετατεθεί στο Ναύπλιο. Το 1897 μετατέθηκε στο υπουργείο Στρατιωτικών, δίπλα στον θείο του, τον υπουργό Νικόλαο Μεταξά. Ύστερα από πιέσεις του ίδιου μετατέθηκε στο επιτελείο του τότε Αντιστράτηγου, στη θέση του υπευθύνου των εμπιστευτικών αρχείων του επιτελείου. Εκεί είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο και να συνδεθεί φιλικά. Η συμμετοχή στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 τού δίδαξε πολλά και τον βοήθησε να κερδίσει την εύνοια του Βασιλιά. Το 1889 κέρδισε υποτροφία από τον Βασιλιά και έτσι συμπλήρωσε τις σπουδές του στη Γερμανία στην Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου, από την οποία και αποφοίτησε, το 1902, με ιδιαίτερες διακρίσεις, δεχόμενος εμφανείς επιρροές από τον πρωσικό μιλιταρισμό.

Επανερχόμενος στην Ελλάδα το 1903 τοποθετήθηκε στο τότε νεοσύστατο κατά τα ξένα πρότυπα Γενικό Επιτελείο Στρατού συμβάλλοντας σημαντικά στην οργάνωση του στρατού. Εκεί συνεργάστηκε με τον Βίκτωρα Δούσμανη για την σύνταξη των νέων στρατιωτικών κανονισμών, οι οποίοι ψηφίστηκαν στην Βουλή το 1904, ύστερα από εισήγηση του Θεοτόκη. Δύο χρόνια αργότερα, το 1906, προήχθη σε Λοχαγό πρώτης τάξεως. Ως μέλος του επιτελείου ανέπτυξε στενή φιλία με τον πρίγκηπα Ανδρέα, αδερφό του διαδόχου Κωνσταντίνου ενώ το 1907 του ζητήθηκε να αναλάβει τη στρατιωτική εκπαίδευση του μετέπειτα Βασιλιά Γεωργίου Β'. Για τα επόμενα δύο χρόνια ο Ιωάννης Μεταξάς τού δίδασκε στρατιωτική ιστορία και τακτική.

Με την έκρηξη του στρατιωτικού κινήματος το 1909, οι επαναστάτες μετέθεσαν τον Μεταξά στη Λάρισα αφού ήταν γνωστός για τις σχέσεις του με την βασιλική οικογένεια. Χαρακτηριστικό της στενής του σχέσης είναι ότι η Βασίλισσα Σοφία τον αποκαλούσε Γιαννάκη. Στις 19 Οκτωβρίου του 1910 ο Βασιλιάς διόρισε πρωθυπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Την ίδια μέρα ο Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος είχε ανακληθεί πίσω στην Αθήνα, έλαβε πρόσκληση να επισκεφθεί τον Βενιζέλο στο ξενοδοχείο που διέμενε. Όταν τον συνάντησε, ο Βενιζέλος του πρόσφερε την θέση του πρώτου υπασπιστού του. Έτσι ο Μεταξάς έγινε ο ουσιαστικός σύνδεσμος μεταξύ του πρωθυπουργού και των ανακτόρων. Αυτόν τον σκοπό εξυπηρετούσε ο διορισμός του ως υπασπιστή και στρατιωτικού συμβούλου του Βενιζέλου.

Το 1912, λίγο πριν την έκρηξη του πρώτου Βαλκανικού πολέμου, ο Βενιζέλος έστειλε τον Μεταξά στη Σόφια για να διαπραγματευτεί τη στρατιωτική συνθήκη μεταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας. Στις 5 Οκτωβρίου η συνθήκη είχε υπογραφεί. Μετά την υπογραφή της συνθήκης αναχώρησε για το Βελιγράδι και τέλος στις 17 Οκτωβρίου έφτασε στη Λάρισα όπου είχε εγκατασταθεί το Γενικό Επιτελείο. Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν τέταρτος στην ιεραρχία του επιτελείου αλλά μπορεί να θεωρηθεί ως ο εγκέφαλός του. Συμμετείχε σε όλες τις μάχες του πρώτου Βαλκανικού πολέμου ενώ μαζί με τον Δουσμάνη διαπραγματεύτηκε την παράδοση της Θεσσαλονίκης από τον Ταξίν Χασάν Πασά. Το σχετικό πρωτόκολλο υπεγράφη στις 26 Οκτωβρίου 1912 δια του οποίου παραδόθηκε ο Τούρκος στρατηγός Ταξίν Χασάν Πασάς με όλο το σώμα στρατού που διοικούσε.

Τον Δεκέμβριο του 1912 ο Μεταξάς μετέβη στο Λονδίνο ως στρατιωτικός σύμβουλος του τότε Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου προς διαπραγμάτευση των όρων της σύναψης ειρήνης με την Τουρκία. Όμως στις 16 Ιανουαρίου του 1913 ο Μεταξάς ανακλήθηκε από την κυβέρνηση και στάλθηκε αμέσως στην Ήπειρο όπου ο στρατός αντιμετώπιζε προβλήματα. Θεωρείται ο εμπνευστής και ο δημιουργός του σχεδίου κατάληψης του Μπιζανίου, που περιέλαβε τον μεγαλύτερο μέχρι τότε βομβαρδισμό της ιστορίας, ενώ ήταν και αντιπρόσωπος των Ελλήνων στην παράδοση των Ιωαννίνων.

Τον Απρίλιο του 1913 προήχθη στο βαθμό του ταγματάρχη λόγω αρχαιότητας και διορίστηκε διοικητής του επιτελείου. Από αυτή τη θέση πήρε μέρος στον δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο, μετά δε το πέρας αυτών των πολέμων προήχθη σε αντισυνταγματάρχη και τοποθετήθηκε ως διευθυντής των Επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού καθώς και ως διευθυντής της Ανώτερης Στρατιωτικής Ακαδημίας. Λίγο αργότερα, τον Οκτώβριο του 1913, παρασημοφορήθηκε απο τον Βασιλιά με τον Χρυσόν Σταυρόν του Σωτήρος. Κατά τη διάρκεια της κρίσης με την Τουρκία το 1914 για το ζήτημα των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου, ο Μεταξάς συνέταξε και σχέδιο αιφνίδιας απόβασης και κατάληψης των Στενών των Δαρδανελλίων σε περίπτωση πολέμου.

Εθνικός διχασμός

Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε στον Εθνικό Διχασμό του 1915. Ο Ιωάννης Μεταξάς υποστήριζε τον Βασιλιά και συνεπώς την απόφαση του για ουδετερότητα. Αναγκαστικά λοιπόν ήρθε σε σύγκρουση με τον Βενιζέλο. Τον Φεβρουάριο του 1915, ύστερα από την απόταξη του Δούσμανη, προήχθη σε αναπληρωτή αρχηγό του Επιτελείου. Η απόφαση του Ελευθέριου Βενιζέλου για ένταξη της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων εξόργισε τον Μεταξά. Αμέσως υπέβαλλε την παραίτησή του (Μάρτιος 1915) στον Βενιζέλο με το αιτιολογικό ότι δεν συμφωνούσε με τον επικείμενο πόλεμο και επομένως δεν μπορούσε να παραμείνει αρχηγός του Γενικού Επιτελείου. Στις 6 Οκτωβρίου ο Ελευθέριος Βενιζέλος διώχθηκε από το αξίωμα του πρωθυπουργού, ενώ ο Μεταξάς ανακλήθηκε στο σώμα ως υπαρχηγός του Επιτελείου. Στις 26 Μαΐου του 1916 οι γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις επιτέθηκαν εναντίον του οχυρού Ρούπελ στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Ο Μεταξάς, ύστερα από πιέσεις του Βασιλιά, έδωσε εντολή να παραδοθεί το οχυρό χωρίς αντίσταση. Για τη στάση του αυτή επικρίθηκε πολλές φορές και χαρακτηρίστηκε από τους πολιτικούς του αντιπάλους ως «αρχιπροδότης». Στις 27 Ιουνίου, ύστερα από τελεσίγραφο των Μεγάλων Δυνάμεων, δημοσιεύτηκε το διάταγμα της γενικής αποστράτευσης. Με την αποστράτευσή του ο Μεταξάς προήχθη σε συνταγματάρχη.

Αμέσως μετά οι απόστρατοι οργανώθηκαν σε ομάδες εφέδρων και έγιναν γνωστοί ως «οι Επίστρατοι». Ανεπίσημος αρχηγός των επιστράτων ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς. Μεγάλο μέρος του στρατού προσχώρησε στους επίστρατους.
Οι Αγγλογάλοι απαίτησαν από την κυβέρνηση των Αθηνών να τους παραδώσει μεγάλο μέρος του στόλου της καθώς και πολεμοφόδια. ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος αρνήθηκε. Τότε ο Γάλλος αντιναύαρχος Φουρνέ αποβίβασε 3000 στρατιώτες στο Φάληρο και στον Πειραιά για να προελάσουν στην Αθήνα. Το δρόμο όμως τους έφραξε ο στρατός των επιστράτων όπου και συγκρούσθηκε με τους Αγγλογάλλους κυρίως γύρω από την περιοχή του Φιλοπάπου. Οι Αγγλογάλλοι ηττήθηκαν και την επόμενη μέρα αποσύρθηκαν προς το Φάληρο, ενώ ο συμμαχικός στόλος άρχισε να βομβαρδίζει από το Φάληρο την Αθήνα. Κατόπιν αυτής της εξέλιξης το καθεστώς του Κωνσταντίνου άρχισε να καταδιώκει τους βενιζελικούς. Από το 1916 έως το 1917 οι επίστρατοι ασκούσαν ουσιαστικά την εξουσία. Η δράση τους όμως συνεχίστηκε μέχρι το 1920 οπότε και επανήλθαν στην εξουσία οι Βασιλικοί.

Στις 7 Ιανουαρίου του 1921 ο Ιωάννης Μεταξάς ανακλήθηκε στον στρατό, προήχθη σε αντιστράτηγο και αποστρατεύθηκε αμέσως.

Εξορία

Αμέσως μετά την εκθρόνιση του Βασιλιά, ο ύπατος αρμοστής των προστάτιδων δυνάμεων έστειλε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη κατάλογο με τους ανεπιθύμητους Βασιλικούς, οι οποίοι έπρεπε άμεσα να εξοριστούν. Ο κατάλογος περιείχε μεγάλες προσωπικότητες της εποχής καθώς και τον συνταγματάρχη Ιωάννη Μεταξά. Στις 20 Ιουνίου του 1917 επιβιβάστηκε στο ελληνικό ατμόπλοιο «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» με προορισμό την Κορσική. Στο ίδιο πλοίο επέβαιναν οι Δημήτριος Γούναρης, Γεώργιος Πεσμαζόγλου, Κωνσταντίνος Έσσλιν κ.α. Στις 29 Ιουνίου, ύστερα από ταξίδι εννιά ημερών έφτασε στο Αιάκειο. Ο Μεταξάς είχε πάρει μαζί του την οικογένεια του, η οποία αποτελείτο από τη σύζυγο του και τις δύο τους κόρες. Κατέλυσαν στο Grand Hotel μαζί με άλλους σημαντικούς εξόριστους. Στην Κορσική ο Μεταξάς μάθαινε γαλλικά ενώ μάθαινε στις κόρες του ελληνικά με ένα αλφαβητάριο που είχε συντάξει ο ίδιος. Τα νέα περί ανακωχής των κεντρικών δυνάμεων ανησύχησαν τους εξόριστους. Λίγο αργότερα έφτασε η είδηση ότι οι Φιλελεύθεροι είχαν ζητήσει τους Βασιλικούς πίσω για να τους δικάσουν. Αυτή η είδηση επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον Μεταξά και τον ανάγκασε να σκεφτεί για πρώτη φορά την περίπτωση της απόδρασης.

Στους επόμενους μήνες που ακολούθησαν ο Μεταξάς ήρθε σε επαφή με ληστές, μασόνους και πολιτικούς προκειμένου να καταφέρει να βρει τρόπο διαφυγής. Αποφασίστηκε να κλέψουν το αυτοκίνητο του νομάρχη γιατί ήταν το μοναδικό το οποίο μπορούσε να κυκλοφορεί το βράδυ. Στο σχέδιο συμμετείχαν ο Δημήτριος Γούναρης και ο Γεώργιος Πεσμαζόγλου ενώ ο Ιωάννης Σαγιάς αρνήθηκε να συμμετάσχει. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1918 οι τρεις εξόριστοι έφυγαν κρυφά από το ξενοδοχείο αφού διένυσαν μεγάλη απόσταση και επιβιβάστηκαν σε ένα καΐκι με προορισμό τη Σαρδηνία. Μετά την αποβίβαση τους και ύστερα από πολύωρη πεζοπορία κατέλυσαν σε ξενοδοχείο ύστερα από παράκληση των Γούναρη και Πεσμαζόγλου. Τελικά στις οκτώ το βράδυ οι τοπικές αστυνομικές αρχές κατέφθασαν στο ξενοδοχείο και συνέλαβαν τους φυγάδες. Η ιταλική όμως κυβέρνηση αρνήθηκε την έκδοση τους στη Γαλλία. Την ίδια ώρα ο Βενιζέλος βρισκόταν στην Ρώμη για να συναντήσει τον πρωθυπουργό σχετικά με τις εδαφικές απαιτήσεις της Ελλάδας, οπότε συζητήθηκε και το θέμα των φυγάδων. Παρ' όλες τις πιέσεις του, ο Ιταλός πρωθυπουργός αρνήθηκε να εκδώσει τους φυγάδες στην Ελλάδα. Πρόθεση της ιταλικής κυβέρνησης ήταν να τους χρησιμοποιήσει ως μέσο εκβιασμού σχετικά με το θέμα των Δωδεκανήσων. Στις 21 Δεκεμβρίου μεταφέρθηκαν στην πρωτεύουσα της Σαρδηνίας, το Κάλιαρι. Εκεί παρέμειναν υπό αστυνομική παρακολούθηση.

Ο Μεταξάς όντας μασόνος ζήτησε την βοήθεια της ιταλικής μασονικής στοάς σχετικά με την ασφαλή επιστροφή τους στην πατρίδα και έλαβε ικανοποιητικές εγγυήσεις. Ύστερα από πιέσεις τον μασόνων στον υπουργό των εξωτερικών Tittoni, η ιταλική κυβέρνηση επέτρεψε στους φυγάδες να εγκατασταθούν σε μια από τις παρακάτω πόλεις: Την Περούτζια, τη Σιένα ή τη Λούκκα. Τελικά ο Μεταξάς με την οικογένεια του, η οποία είχε φύγει από τη Γαλλία, εγκαταστάθηκε στη Σιένα. Εκεί παρέμεινε για έναν περίπου χρόνο. Εν τω μεταξύ στις 7 Νοεμβρίου ξεκίνησε η δίκη του πρώην γενικού επιτελείου. Ο Μεταξάς και ο Βίκτωρ Δούσμανης κατηγορήθηκαν για εσχάτη προδοσία. Το αποτέλεσμα ήταν να καταδικαστεί στις 14 Φεβρουαρίου του 1920 με απόφαση του ειδικού στρατοδικείου σε θάνατο. Τον Μάιο του 1920 οι τρεις εξόριστοι έπαψαν να θεωρούνται κρατούμενοι των συμμάχων. Στις 27 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Μεταξάς με την οικογένεια του μετακόμισαν στην Φλωρεντία. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην Ιταλία είχε τακτική αλληλογραφία με τη βασιλική οικογένεια και ιδιαίτερα με τη βασίλισσα Σοφία και τον πρίγκηπα Ανδρέα.

Πολιτική καριέρα

Ύστερα από την επιστροφή των βασιλικών στην εξουσία, ο Μεταξάς αποφάσισε να κάνει ένα σύντομο ταξίδι για να επισκεφθεί μερικούς φίλους. Στην Αθήνα συναντήθηκε με τον υπουργό στρατιωτικών Γούναρη, με τον πρωθυπουργό Ράλλη, με τον πρώην πρωθυπουργό Σκουλούδη, τον φίλο του Ξενοφώντα Στρατηγό, τον πρώην πρωθυπουργό Στέφανο Δραγούμη, ενώ επισκέφθηκε και τον τάφο του δολοφονημένου πολιτικού Ίωνα Δραγούμη. Ύστερα από αυτές τις συναντήσεις αναχώρησε από την Αθήνα για την Κεφαλλονιά με σκοπό να επισκεφθεί τα πάτρια εδάφη. Στο λιμάνι της Σάμης έτυχε μεγάλης υποδοχής από τους κατοίκους του νησιού αλλά και τους επίστρατους. Στις 30 Νοεμβρίου του 1920 επισκέφθηκε το Αργοστόλι, όπου η πόλη είχε ετοιμάσει ενθουσιώδη υποδοχή. Τις επόμενες μέρες πραγματοποίησε επισκέψεις στα γύρω χωριά και στην Ιθάκη. Πριν αναχωρήσει από την Κεφαλλονιά ίδρυσε τον «Πολιτικό Λαϊκό Σύλλογο» που σκοπό είχε την επίβλεψη των βουλευτών του νησιού.

Τις επόμενες μέρες η οικογένεια Μεταξά έφυγε από την πόλη των Μεδίκων και εγκαταστάθηκε στο Φάληρο. Στις 25 Μαρτίου του 1921 ο υπουργός Οικονομικών Πρωτοπαπαδάκης κάλεσε τον Μεταξά σπίτι του. Στην συνάντηση παρευρισκόταν ο υπουργός στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης, ο πρωθυπουργός Γούναρης και ο συνταγματάρχης και συμφοιτητής του Μεταξά, Αθανάσιος Εξαδάκτυλος. Στην αρχή, αφού συζήτησαν τα περί Μικρασιατικής εκστρατείας, του πρότειναν τη θέση του στρατιωτικού συμβούλου του Αντιστράτηγου. Μετά την άρνηση του Μεταξά, ο Πρωτοπαπαδάκης δεν δίστασε να του προσφέρει την ίδια την θέση του Αντιστράτηγου της Μικράς Ασίας. Παρόλα αυτά ο Μεταξάς αρνήθηκε λέγοντας ότι οποιαδήποτε επιχείρηση εναντίον της Τουρκίας ήταν καταδικασμένη σε ήττα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1914 είχε καταθέσει υπόμνημα στο Γενικό Επιτελείο όπου προεξοφλούσε την ήττα του ελληνικού στρατού σε περίπτωση επέμβασης στην Μικρά Ασία. Ακολούθησε και δεύτερη συνάντηση στις 29 Μαρτίου χωρίς αποτέλεσμα.

Τελικά η μικρασιατική εκστρατεία κατέληξε στην ολική καταστροφή του ελληνισμού στην Μικρά Ασία. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1922 ο Βασιλιάς τον κάλεσε στα ανάκτορα στο Τατόι. Ο Κωνσταντίνος ζήτησε από τον Μεταξά να συντάξει την επιστολή παραίτησης του προς τον ελληνικό λαό. Η κατάσταση ήταν και για τον ίδιο ανησυχητική, γιατί δεχόταν συνεχώς απειλές για την ζωή του.
Στις 12 Οκτωβρίου του 1922 ίδρυσε το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, το οποίο παρουσιάστηκε ως τρίτη λύση μεταξύ Βενιζελικών και Αντι-Βενιζελικών.

Το κόμμα του δε βρήκε την ανταπόκριση που προσδοκούσε, με αποτέλεσμα να απογοητευτεί και να συμμετάσχει στο φιλομοναρχικό Κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη των Λεοναρδόπουλου και Γαργαλίδη. Έτσι τα μεσάνυχτα της 21 Οκτωβρίου του 1923 ξέσπασε η επανάσταση εναντίον της τότε στρατιωτικής κυβέρνησης. Το κίνημα των στρατιωτικών το καθοδηγούσε παρασκηνιακά ο Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος φοβόταν ότι οι επικείμενες εκλογές θα οδηγούσαν σε αβασίλευτο καθεστώς. Στην αρχή φάνηκε ότι υπερείχαν, αφού είχαν καταληφθεί όλες οι πόλεις εκτός από την Αθήνα, αλλά ύστερα απο τις συντονισμένες προσπάθειες των Κονδύλη και Πάγκαλου κατάφεραν να τους περιορίσουν στην Κόρινθο. Τελικά η επανάσταση έληξε άδοξα στις 28 Οκτωβρίου. Ο Μεταξάς κατάφερε να δραπετεύσει αμέσως μετά από την καταστολή του κινήματος με νορβηγικό πλοίο από την Πάτρα με προορισμό την Ιταλία.

Το 1924 θα επιστρέψει στην Ελλάδα και θα αποδεχθεί την νέα πολιτική σκηνή. Η κατάσταση που συνάντησε ήταν πραγματικά δραματική, αφού το κόμμα του είχε διαλυθεί και λεηλατηθεί από τους Βενιζελικούς. «Κατεστράφη το κόμμα μου» γράφει χαρακτηριστικά ο Μεταξάς στο ημερολόγιο του. Στο δημοψήφισμα του 1924 για την αβασίλευτη δημοκρατία ο Μεταξάς και ο Τσαλδάρης θα εκπροσωπήσουν τον Βασιλικό κόσμο. Προκειμένου να ανασυγκροτήσει το πολιτικό του κόμμα, ξεκινάει περιοδείες σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης. Με την δικτατορία Πάγκαλου φυλακίζεται και εκτοπίζεται. Επιστρέφει όμως στις εκλογές της 11ης Νοεμβρίου του 1926 όπου συγκεντρώνει 151.044 ψήφους και καταλαμβάνει 51 έδρες από τις 286. Έτσι στις 4 Δεκεμβρίου διορίζεται υπουργός Συγκοινωνίας στην κυβέρνηση Ζαΐμη.

Τον Φεβρουάριο όμως του 1928 πολλά μέλη του κόμματος αποχωρούν με αποτέλεσμα να χάσει την εκλογική του δύναμη. Έτσι στις γερουσιαστικές εκλογές του 1929 οι Ελευθερόφρονες θα αποσπάσουν μόνο 22.518 ψήφους και θα αναδείξουν δύο γερουσιαστές. Το ίδιο περίπου θα συμβεί και στις βουλευτικές εκλογές του 1932 όπου το κόμμα των Ελευθεροφρόνων θα συγκεντρώσει 18.591 ψήφους και θα καταλάβει τρεις έδρες. Παρόλα αυτά θα καταφέρει να συμμετάσχει στην κυβέρνηση Τσαλδάρη, αναλαμβάνοντας την θέση του υπουργού Εσωτερικών. Το 1935 το κόμμα του αναδεικνύει επτά βουλευτές, με 152.285 ψήφους ενώ το 1936 κατέλαβε πάλι επτά έδρες, με 50.137 ψήφους. Η απελπισία του ήταν έκδηλη.

Στο ημερολόγιο του έγραψε: «Εκλογαί. Από χθες είχα την διαίσθησιν της αποτυχίας. Ερημιά σπιτιού. Κέντρον, χαλαρότης, μόνον οι πιστοί Κεφαλλήνες. Καμία εκδήλωσις έξω. Σήμερον επίσης, παρ' όλας τας ελπίδας οικείων και φίλων. Νύκτα εξεδηλώθη πλήρως η αποτυχία. Παντού. Εξαιρέσεις Ηλείας και Μεσσηνίας και εκεί μόνον κάτι. Εις Κεφαλληνίαν η επιτυχία όχι πλήρης. Εις Αθήνας η αποτυχία οικτρά. Συμπέρασμα, ο αντιβενιζελισμός δεν με θέλει, με απέβαλεν εκ του μέσου του. Καλλίτερα». Όλα έδειχναν ότι η πολιτική σταδιοδρομία του Μεταξά έφτανε στο τέλος της. Ο Βασιλιάς όμως είχε διαφορετική άποψη.

Το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου

Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936 οι Βενιζελικοί και οι Αντι-Βενιζελικοί δεν μπόρεσαν να σχηματίσουν κυβέρνηση, με αποτέλεσμα ο Γεώργιος Β΄ να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού. Στις 9 Μαρτίου ο βασιλιάς διόρισε υπουργό στρατιωτικών τον Ιωάννη Μεταξά. Η αρχή για την δικτατορία της 4ης Αυγούστου είχε αρχίσει ήδη. Κανένα κόμμα, εκτός από το Κ.Κ.Ε., δεν αποδοκίμασε τον συγκεκριμένο διορισμό. Στις 14 Μαρτίου ορκίστηκε η κυβέρνηση Δεμερτζή, με αντιπρόεδρο και υπουργό στρατιωτικών τον Ιωάννη Μεταξά. Έναν μήνα μετά πέθανε αιφνιδίως από ανακοπή καρδιάς ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Δεμερτζής. Το τραγικό συμβάν έδωσε την ευκαιρία στον Μεταξά να αναρριχηθεί στην εξουσία. Έτσι στις 13 Απριλίου ο Γεώργιος Β΄ διόρισε τον ίδιο πρωθυπουργό, αφού έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή.

Ο βουλευτής Ηλείας Βάσος Στεφανόπουλος είπε τότε: «Χρεωκοπήσαμεν ως κοινοβουλευτισμός, εξεπέσαμεν ως συνέλευσις και χάσαμε τον ψυχικόν σύνδεσμο προς τον λαόν. Διότι τι είδους ψυχικός σύνδεσμος είναι δυνατόν να διατηρηθή όταν ο μεν λαός φωνάζει δεν θέλω να με κυβερνήση ο Μεταξάς, ημείς δε αδιαφορούντες του απαντώμεν: Και όμως θα σε κυβερνήση ο Μεταξάς».

Ο δρόμος είχε ανοίξει για τον Μεταξά. Και όμως πολλές εξέχουσες προσωπικότητες του τόπου είχαν επισημάνει τον κίνδυνο. Ο Σοφούλης, πρόεδρος της Βουλής, αν και είχε επιφυλάξεις για το διορισμό του Μεταξά, έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης.

Στις 30 Απριλίου του 1936 η Βουλή παραχώρησε με ψήφισμα απόλυτη ελευθερία στον Μεταξά. Το ψήφισμα διέκοπτε τις εργασίες της βουλής ως τις 30.9.36 και παρείχε εξουσιοδότηση στην Εκτελεστική εξουσία να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα για όλα τα θέματα, κάτω από την επίβλεψη μιας 40μελούς επιτροπής, η οποία τελικά δεν λειτούργησε. Επικαλούμενος τον κίνδυνο εσωτερικών ταραχών και την ασταθή διεθνή κατάσταση, στις 4 Αυγούστου 1936 ο Μεταξάς κατήργησε και τον κοινοβουλευτισμό[v] με τη συγκατάθεση του Γεωργίου Β', ο οποίος διέλυσε τη Βουλή χωρίς να προκηρύξει εκλογές και ανέστειλε πολλά άρθρα του Συντάγματος.

Η δικτατορία του Μεταξά

Η δικτατορία του Μεταξά είχε αρκετά εξωτερικά γνωρίσματα των φασιστικών καθεστώτων, αλλά κανένα εσωτερικό. Δημιουργήθηκε η ΕΟΝ, οργάνωση νεολαίας – η συμμετοχή στην οποία δεν ήταν υποχρεωτική – στην οποία χρησιμοποιούσαν σκούρες μπλε στολές (αντίστοιχα οι Ιταλοί φασίστες φορούσαν μαύρες στολές), υιοθετήθηκε ο χαιρετισμός δι’ ανατάσεως της δεξιάς χειρός (όπως στη Γερμανία του Χίτλερ). Ως εκεί όμως. Οι Αδόλφος Χίτλερ και Μπενίτο Μουσολίνι πολέμησαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως δεκανείς, ανήλθαν στην εξουσία κερδίζοντας τις εκλογές μέσω των μαζικών πολιτικών κομμάτων που διηύθυναν, δημιούργησαν ομάδες εφόδου που τρομοκρατούσαν τους αντιπάλους τους και ευθύνονται για μεγάλη σειρά πολιτικών δολοφονιών. Επίσης, η ρητορεία τους ήταν καθαρώς ιμπεριαλιστική, αντιθέτως αυτής του Μεταξά.

Ειδικότερα οι Ναζί, έθεταν ως βάση του προγράμματος τους τον περιορισμό (και στη συνέχεια την εξόντωση) των Εβραίων ενώ λειτουργούσαν τα διαβόητα στρατόπεδα συγκεντρώσεως κατά των αντιπάλων τους. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μεταξάς δεν συμμάχησε με καμία φασιστική χώρα. Η βασική διαφορά του καθεστώτος του Μεταξά με τα φασιστικά ήταν ότι στηριζόταν στη δύναμη του στρατού, ο οποίος αρκείτο στη βεβαιότητα ότι δεν θα επανέλθουν οι βενιζελικοί αξιωματικοί. Επομένως, πλην των εξωτερικών αυτών χαρακτηριστικών, ο Μεταξάς χρησιμοποίησε τις κλασσικές μεθόδους κάθε δικτάτορα.

Ο Μεταξάς δημιούργησε και διέδωσε την ιδεολογία του «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού», στην οποία στηρίχτηκε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Οι οπαδοί του καθεστώτος θεωρούσαν ότι είναι οι συνεχιστές του Αρχαίου (Α΄) και Βυζαντινού (Β΄) Πολιτισμού και ότι είχαν ως στόχο την φυλετική ενότητα του έθνους καθώς και την διατήρηση των παραδόσεων. Το ιδανικό πολίτευμα κατά τον Μεταξά δεν ήταν η Αθηναϊκή Δημοκρατία αλλά η στρατοκρατική Σπάρτη.

Ουσιαστικά ο Μεταξάς προσπαθούσε να προβάλει τον εαυτό του ως την μοναδική ελπίδα σωτηρίας για το Ελληνικό Έθνος γι' αυτό καθώς και την μοναδικότητα του Ελληνικού πολιτισμού απέναντι στα ξένα πρότυπα. Οι βασικές διαφορές με το Γ΄ Ράιχ έγκεινται στο ότι η Ελλάδα δεν εφάρμοσε μια ιμπεριαλιστική πολιτική, σε αντίθεση με την Γερμανία, η οποία προκάλεσε τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, καθώς και στο ότι η ιδεολογία περί «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού» δε βρήκε την πλατιά απήχηση στις μάζες που βρήκε η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία στη Γερμανία.

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της δικτατορίας ήταν η αστυνομική τρομοκρατία, η οποία στράφηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα τόσο κατά των κομμουνιστών, όσο και κατά των συντηρητικών πολιτικών, οι οποίοι, έχοντας επαφές με την Αυλή, επιδίωκαν την ανατροπή του Ιωάννη Μεταξά. Ο Γεώργιος Καφαντάρης σε ανακοίνωση διαμαρτυρίας γράφει «Αι αυθαίρετοι συλλήψεις είναι συνήθη φαινόμενα. Πάμπολλοι είναι οι υποβληθέντες εις μεσαιωνικά μαρτύρια».

Τα κόμματα απαγορεύτηκαν, οι πολιτικοί εξορίστηκαν ή τέθηκαν σε κατ' οίκον περιορισμό, τα συνδικάτα διαλύθηκαν ενώ οι βασανισμοί ήταν καθημερινό φαινόμενο στα αστυνομικά τμήματα. Οι συνθήκες διαβίωσης των εξόριστων ήταν τόσο άσχημες που μερικοί πέθαιναν από αρρώστιες. Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγεται και ο πατρινός πρωθυπουργός Ανδρέας Μιχαλακόπουλος. Χαρακτηριστικό της τρομοκρατίας είναι ότι η ΓΣΕΕ διαλύθηκε και αναπληρώθηκε από την Εθνική Συνομοσπονδία με πρόεδρο τον ίδιο τον υπουργό εργασίας. Επιπλέον με βασιλικά διατάγματα πέτυχε η εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος να γίνεται από τον Βασιλιά.

Ο Ιωάννης Μεταξάς προσπάθησε, και πέτυχε, να επιβάλει έναν συστηματικό διωγμό του κομμουνιστικού στοιχείου. Την "επιχείρηση" αυτή ανέλαβε ο Υπουργός Ασφαλείας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, ο οποίος με βασανιστήρια, διώξεις και με πιστοποιητικά φρονημάτων επιχείρησε να περιορίσει την επέκταση του. Ο αιφνιδιασμός του Κ.Κ.Ε. και η μη οργανωμένη αντίδραση είχε ως αποτέλεσμα την εύκολη εξουδετέρωση του πρώτου από την δικτατορία Μεταξά, όχι όμως και την διάλυσή του.

Το 1939 κατ' εντολήν του φυλακισμένου Ζαχαριάδη, ο Γιάννης Μιχαηλίδης συγκρότησε την προσωρινή διοίκηση του Κ.Κ.Ε., το οποίο ελεγχόταν από τον Μανιαδάκη λόγω στελεχών του Κ.Κ.Ε. που συνεργάζονταν με το καθεστώς. Παράλληλα υπήρχε και η παλιά ηγεσία του Κ.Κ.Ε. η οποία εξέδιδε δικιά της εφημερίδα. Στις 31 Οκτωβρίου 1940 ο Ζαχαριάδης συνέταξε ένα γράμμα που δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες και το οποίο καλούσε τον ελληνικό λαό να αντισταθεί ενωμένος την φασιστική Ιταλία. Το γράμμα αυτό θεωρήθηκε από την ηγεσία του Κ.Κ.Ε. ως πλαστό.

Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, προσπαθώντας να κατευνάσει την κοινωνική αναταραχή, προώθησε κάποια φιλολαϊκά μέτρα, όπως το οκτάωρο και κάποιες υποχρεωτικές βελτιώσεις στο εργατικό περιβάλλον, ενώ επένδυσε στην άμυνα, όσο αυτό του επιτρεπόταν από τις μεγάλες δυνάμεις. Τέλος τα αγροτικά προϊόντα άρχισαν να πωλούνται ακριβότερα και ελευθερώθηκαν τα χρέη πάνω στη γη. Από πλευράς επενδύσεων η περίοδος της 4ης Αυγούστου μπορεί να θεωρηθεί ευνοϊκή, αφού την περίοδο 1936-1938 ιδρύθηκαν 567 εργοστάσια. Ο προϋπολογισμός έδινε βάση στην στρατιωτική οργάνωση γι' αυτό ήταν και ιδιαίτερα αυξημένος.

Από την άλλη πλευρά, το εκπαιδευτικό σύστημα υπέστη σημαντική οπισθοδρόμηση, καθώς κύριος προσανατολισμός της Μεταξικής εκπαιδευτικής πολιτικής ήταν η τόνωση της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας (ΕΟΝ) και ο εκτοπισμός των προοδευτικών εκπαιδευτικών. Ακόμη, η υποχρεωτική εκπαίδευση ουσιαστικά συρρικνώθηκε καθώς η δευτεροβάθμια απέκτησε οκτάχρονη διάρκεια ενώ η πρωτοβάθμια κατατμήθηκε. Το καθεστώς διέθεσε σημαντικά ποσά για την υποστήριξη της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας (ΕΟΝ). Ο Ιωάννης Μεταξάς θεωρούσε ιδιαίτερα σημαντικό όπλο την ΕΟΝ για τη διαμόρφωση των νέων σε υποστηρικτές του καθεστώτος και για το λόγο αυτό την υποστήριξε ιδιαίτερα μέσα από συστηματικές ενέργειες και ισχυρή χρηματοδότηση. Μέσα από την ΕΟΝ, γινόταν συστηματική προσπάθεια διαπαιδαγώγησης και προπαγάνδας υπέρ του καθεστώτος. Η κυβέρνηση έδινε ιδιαίτερη σημασία στην ορθόδοξη πίστη καθώς και στον θεσμό της οικογένειας, τον οποίο πίστευε ότι προωθούσε μέσα από την συγκεκριμένη οργάνωση.
Κατά τη δικτατορία Μεταξά σημαντική αντίσταση προέβαλαν οι αρχηγοί των δημοκρατικών κομμάτων Παπαναστασίου, Παπανδρέου, Σοφούλης, Καφαντάρης κ.α. με επίσημα διαβήματα στον Γεώργιο Β΄.

Στις 30 Ιουνίου του 1938 αποκαλύφθηκε στρατιωτική ομάδα υπαξιωματικών που σχεδίαζαν την ανατροπή του Μεταξά ενώ λίγες μέρες αργότερα, και συγκεκριμένα στις 17 Ιουλίου του 1938, μια επαναστατική κίνηση συνέβη στην Κρήτη από μια μερίδα κατοίκων και ορισμένους πολιτικούς αρχηγούς της Ελλάδας. Τελικά δώδεκα ημέρες αργότερα το κίνημα κατέρρευσε με αποτέλεσμα να συλληφθούν οι αρχηγοί του και να επιβληθεί κλίμα τρομοκρατίας στο νησί. Οι σημαντικότερες αντιδικτατορικές οργανώσεις που έδρασαν ήταν οι: Φιλική Εταιρεία, Ομοσπονδία Δημοσίων Υπαλλήλων, Λαϊκή Πρόνοια, Ενιαίο Μέτωπο Εργατών και Ένωση των Νέων της Ελλάδος καθώς και οι ομάδες του Κ.Κ.Ε.

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο Μεταξάς προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ της Αγγλίας, η οποία ήταν η κυρίαρχη ναυτική δύναμη της Μεσογείου, και προς την οποία άλλωστε στρέφονταν οι συμπάθειες του βασιλιά, και της Γερμανίας, με το ολοκληρωτικό καθεστώς της οποίας υπήρχε ιδεολογική συνάφεια, αλλά και στενότατοι οικονομικοί δεσμοί αφού εκτός των άλλων η γερμανική κυβέρνηση είχε αγοράσει το 40% των ελληνικών καπνών. Για την διαφορετική νοοτροπία Αγγλίας και Ελλάδας γράφει ο Βρετανός στρατηγός σερ Χ.Μ. Ουίλσον «κάτω από τη δικτατορία του Μεταξά είχαν υιοθετηθεί ορισμένες ναζιστικές ιδέες. Η νεολαία χαιρετούσε χιτλερικά έως ότου οι Αυστραλοί την εδίδαξαν να χαιρετά με το σύνθημα της νίκης. Η θέσις μας στην Ελλάδα ήταν πραγματικά παράδοξη: Αγωνιζόμαστε εναντίον του ολοκληρωτισμού ενισχύοντας μια φασιστική κυβέρνηση εναντίον μιας άλλης». Όμως, όπως αποδεικνύει η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών, ήδη από το 1939 η Ελλάδα είχε ευθυγραμμιστεί απόλυτα με τους Βρετανούς, οι οποίοι αποδέχονταν την ουδέτερη στάση της Ελλάδας εξαιτίας της αδυναμίας τους να της παράσχουν ουσιαστική στρατιωτική υποστήριξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των στενών σχέσεων που υπήρχαν μεταξύ των δύο κυβερνήσεων είναι το γεγονός ότι ο Μεταξάς πρότεινε το 1938 στην αγγλική κυβέρνηση τη σύναψη αμυντικής συμμαχίας, την οποία η αγγλική κυβέρνηση αρνήθηκε διπλωματικά αφού δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει σχετικά με την στάση της Ελλάδας σε επικείμενο πόλεμο.

Αντίθετα, με τη γερμανική κυβέρνηση οι σχέσεις ήταν τυπικές, αφού η Ελλάδα είχε πολλά οφέλη από τις οικονομικές επενδύσεις των Γερμανών. Σημαντικό ρόλο στις διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών διαδραμάτισε και η στάση της Ιταλίας, λόγω των συνεχών προκλήσεων. Το γεγονός της βύθισης της Έλλης σηματοδότησε το τέλος των φιλικών σχέσεων με τις δυνάμεις του Άξονα. Παρόλα αυτά η πολιτική της ουδετερότητας απέτρεψε τον Μεταξά από τη λήψη περαιτέρω μέτρων.

Ελληνοϊταλικός πόλεμος

Ο Μεταξάς αρχικά επέδειξε καρτερικότητα απέναντι στις ιταλικές προκλήσεις, προετοιμαζόμενος όμως ταυτοχρόνως για μια στρατιωτική αναμέτρηση στο πλευρό των Συμμάχων. Το μυστικό όπλο του Μεταξά ήταν η επιστράτευση με τα φύλλα πορείας. Ήταν μια πρωτοποριακή μέθοδος για την εποχή όπου μπορούσε μέσα σε 2-3 εβδομάδες να συγκεντρώσει γρήγορα το στρατό και να τον στείλει στο μέτωπο. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι δεν έκανε νωρίτερα επιστρατεύσεις ήταν το στοιχείο του αιφνιδιασμού για τους Ιταλούς οι οποίοι πίστευαν ότι ο πόλεμος με την Ελλάδα θα ήταν εύκολος. Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, στις 3 π.μ., ο Ιταλός πρέσβης επισκέφθηκε τον Μεταξά και του έδωσε τελεσίγραφο, με το οποίο ζητούσε να επιτραπεί η είσοδος των ιταλικών δυνάμεων στην Ελλάδα.

Ο Μεταξάς αρνήθηκε να υπακούσει στο ιταλικό τελεσίγραφο για ελεύθερη είσοδο των ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα. Η απάντηση στο ιταλικό τελεσίγραφο θεωρείται από αρκετούς ιστορικούς αποτέλεσμα πίεσης της κοινής γνώμης, κατ' άλλους προσωπική ενέργεια και απόφαση. Σύγχρονοι ιστορικοί πιστεύουν ότι η απόφαση του Μεταξά ήταν αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης, αφού η Ελλάδα προετοιμαζόταν χρόνια για επικείμενη επίθεση εχθρικών δυνάμεων.

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η Ελλάδα το Νοέμβριο του 1940 υπήρξε αποδέκτης προτάσεων εκ μέρους της Γερμανίας για παρέμβασή της προς ειρήνευση με την Ιταλία, τις οποίες ο Μεταξάς απέρριψε συνεπής με την στρατηγική της ευθυγράμμισης με την Μεγάλη Βρετανία. Με την άρνησή του να υποκύψει στους Ιταλούς απέκτησε, έστω και προσωρινά, τη γενική αποδοχή, γεγονός που υποβοήθησε σημαντικά στην πανεθνική προσπάθεια για απόκρουση και απώθηση των Ιταλών.

Ο Γεώργιος Σεφέρης θα γράψει έναν χρόνο αργότερα: «Όταν ήρθε η 28η, δεν μπόρεσε να ιδεί ότι τότε μόνο, και όχι στις εορτές του Σταδίου, ολόκληρος ο λαός ήταν μαζί του, μαζί με την απάντηση που έδωσε στον Grazzi την αυγή. Δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι η ημέρα εκείνη δεν επικύρωνε αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου».

Ο Μεταξάς στο ημερολόγιο του ανέλυσε εκτενώς την απόφαση του σε ανακοίνωσή του προς τους ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες του Αθηναϊκού Τύπου στο Γενικό Στρατηγείο (ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία»), στις 30 Οκτωβρίου 1940. Αν αποδεχόταν το τελεσίγραφο, θα επαναλαμβανόταν ο Εθνικός Διχασμός του 1916, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να βρεθεί στον πόλεμο αποδυναμωμένη και με τις δυνάμεις της διασπασμένες. Φυσικά η Ιταλία, η Βουλγαρία, η Αγγλία και η Τουρκία θα εκμεταλλεύονταν το γεγονός και θα καταλάμβαναν αμφισβητούμενες περιοχές όπως τη Μακεδονία, το Αιγαίο, τη Θράκη κ.α. Ήταν λοιπόν κατά την άποψή του η ύστατη λύση για να διασφαλίσει τα συμφέροντα της Πατρίδας του. Επιπλέον πίστευε στην σίγουρη νίκη των αγγλοσαξονικών δυνάμεων και ότι η Ελλάδα θα αποκόμιζε τα Δωδεκάνησα.

Τον Ιανουάριο του 1941 οι Άγγλοι έκαναν πρόταση στον Μεταξά προκειμένου να φέρουν δυνάμεις στο μέτωπο της Ηπείρου. Ο Μεταξάς ζήτησε από τους Άγγλους 10 μεραρχίες μαζί με την ανάλογη αεροπορία. Οι Άγγλοι ανταπάντησαν ότι μπορούν να προσφέρουν 2 μεραρχίες με μικρή μόνο αεροπορική δύναμη. Τότε ο Μεταξάς απάντησε "Καλύτερα να μη μας στείλετε τίποτα". Το μόνο που θα καταφέρετε να κάνετε σε αυτή την περίπτωση είναι να προκαλέσετε επίθεση των Γερμανών. Ο Ιωάννης Μεταξάς απεβίωσε αιφνιδίως από βαριά φλεγμονή του φάρυγγος στις 29 Ιανουαρίου του 1941 και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Αλέξανδρος Κορυζής. Η κηδεία πραγματοποιήθηκε στις 31 Ιανουαρίου. Από πολλούς έχει υποστηριχθεί ότι ο θάνατός του ίσως και να οφείλεται σε επέμβαση των Άγγλων που δεν ήθελαν να επιτευχθεί συνθηκολόγηση της Ελλάδας με τη Γερμανία. Σύμφωνα με τον Μανιαδάκη, ο θάνατος του Μεταξά προήλθε από ιατρικά λάθη.

Η διαμάχη του με τον Βενιζέλο

Η σύγκρουση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ήταν αναπόφευκτη λόγω της διαφορετικής τους νοοτροπίας και ιδεολογίας. Ο μεν Μεταξάς ήταν φιλομοναρχικός και πίστευε στην υπεροχή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, ο δε Βενιζέλος προτιμούσε την κυβέρνηση αυτόνομη και πέρα από τις παρεμβάσεις του Βασιλιά και πίστευε στην στρατιωτική και οικονομική υπεροχή της Γαλλίας και της Αγγλίας. Ήταν λοιπόν εκ διαμέτρου αντίθετοι. Την εποχή της γνωριμίας τους ο Βενιζέλος ήταν πανίσχυρος ενώ ο Μεταξάς ένας παραγκωνισμένος βασιλικός στρατιωτικός. Παρ' ολα αυτά κατάφερε λόγω των σπουδαίων του στρατιωτικών γνώσεων πάνω σε στρατιωτικές τακτικές να διοριστεί πρώτος υπασπιστής του Βενιζέλου και να αναμειχθεί παρασκηνιακώς στα μεγάλα γεγονότα της εποχής.

Η ρήξη ήρθε το 1915, όταν και ο Μεταξάς εκμεταλλευόμενος το αξίωμα του αναμείχθηκε σε πολιτικά ζητήματα. Με την παραίτηση του κατάφερε να μεταπείσει τον Βασιλιά ως προς την είσοδο της χώρας στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμάχων. Έτσι ουσιαστικά δημιουργήθηκε ο Εθνικός διχασμός που ταλαιπώρησε για χρόνια την Ελλάδα. Την κίνηση αυτή ο Βενιζέλος δεν του την συγχώρεσε ποτέ με αποτέλεσμα όταν ανήλθε στην εξουσία ως πρωθυπουργός το 1917 να τον εξορίσει στην Κορσική. Με δικές του μάλιστα ενέργειες τον καταδίκασε σε θάνατο.

Στις 11 Οκτωβρίου του 1934 ο Βενιζέλος, από τα Χανιά όπου κατοικούσε, αποφάσισε να εγκαινιάσει μια σειρά άρθρων στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» σχετικά με τα γεγονότα του Εθνικού Διχασμού. Ύστερα από μερικές μέρες ο Μεταξάς απάντησε στις μυθοπλασίες, κατά τον ίδιο, του Βενιζέλου εγκαινιάζοντας δικιά του σειρά άρθρων στην εφημερίδα «Καθημερινή». Η αρθρογραφία των δύο αντρών τελείωσε στις 23 Ιανουαρίου του 1935, με το τελευταίο άρθρο του Μεταξά. Συνολικά ο Βενιζέλος δημοσίευσε 37 άρθρα ενώ ο Μεταξάς 70. Μέσα από την αρθρογραφία φαίνεται το μίσος που έτρεφε ο ένας για τον άλλο. Σύμφωνα με τους σύγχρονους ιστορικούς οι ισχυρισμοί του Μεταξά κρίνονται περισσότερο αξιόπιστοι. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Μεταξάς αναφέρει ένα έγγραφο της Γερμανικής κυβέρνησης, με το οποίο η γερμανική κυβέρνηση έδινε εγγυήσεις στον Βασιλιά σε περίπτωση παραμονής της χώρας στην ουδετερότητα. Ο Βενιζέλος το αρνήθηκε αλλά οι σύγχρονες μελέτες στα γερμανικά αρχεία απέδειξαν ότι πράγματι το έγγραφο υπήρξε.

Οικογένεια

Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν παντρεμένος από το 1909 με την Λέλα Χατζηϊωάννου, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά:
την Λουκία Μεταξά, σύζυγο του Γεώργιου Μαντζούφα
την Ιωάννα Μεταξά, σύζυγο του καθηγητή ιατρικής και πρύτανη Ευγένιου Φωκά
Κόρη της Ιωάννας Μεταξάς είναι η συγγραφέας Ιωάννα Φωκά - Μεταξά, σύζυγος του Αριστομένη Αθανασίου Περρωτή, βουλευτή Μεσσηνίας.

De Siris