Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Παύλος Νιρβάνας

Παύλος Νιρβάνας

Με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Παύλος Νιρβάνας είναι γνωστός ο μεγάλος Έλληνας λογοτέχνης Πέτρος Κ. Αποστολίδης. Ο πατέρας του, έμπορος Κωνσταντίνος Κουμιώτης, ήταν από την Σκόπελο και η μητέρα του, Μαριέττα Ιω. Ράλλη, από τη Χίο. Γεννήθηκε στην Μαριούπολη της Ρωσίας (νυν στην Ουκρανία) το έτος 1866 και πέθανε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 1937.

Βιογραφία

Σε μικρή ηλικία επιστρέφει στην Ελλάδα, στον Πειραιά, οπότε τελικά σπουδάζει στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1883-1890). Το έτος 1890 κατατάσσεται στο Βασιλικό Ναυτικό, από όπου και παραιτείται με τον βαθμό του γενικού αρχιάτρου το 1922, έχοντας διατελέσει πρόεδρος της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής του Ναυτικού και τμηματάρχης του Υπουργείου Ναυτικών επί Ελευθερίου Βενιζέλου.

Ο Παύλος Νιρβάνας εξέδωσε πολλές ποιητικές συλλογές και δημοσίευσε πολλά χρονογραφήματα σε εφημερίδες. Διατηρούσε στενούς δεσμούς με αρκετούς λογοτέχνες της εποχής του και συνέβαλε στην ανάδειξη νεότερων λογοτεχνών π.χ. Ιωάννης Κονδυλάκης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Νίκος Καββαδίας. Τον συνέδεε αδελφική φιλία με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Λογοτεχνικά, τοποθετείται στον κύκλο του Κωστή Παλαμά. Επηρεάζεται από τον αισθητισμό και το συμβολισμό, καθώς και από το φιλόσοφο Νίτσε. Η πεζογραφία του διέπεται από ηθογραφικά και ψυχογραφικά στοιχεία, ενώ γλωσσικά ξεκίνησε από καθαρεύουσα και κατέληξε στη δημοτική γλώσσα. Ο Τέλος Άγρας έγραψε πως "η ηθογραφία του είναι τραγική και αποκλίνει προς το ζωηρό λυρισμό, όταν δεν τρέπεται προς τον πραγματικό σαρκασμό", ενώ ο Κώστας Ουράνης ανέφερε πως "ακόμη και το χιούμορ του το χρησιμοποιεί για να προκαλέσει μειδίαμα και όχι για να καυτηριάσει.

Το 1923, βραβεύτηκε για το λογοτεχνικό του έργο με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ το 1928 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε από βρογχοπνευμονία στο Μαρούσι το 1937.

Έργα

Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1884, όταν εξέδωσε την πρώτη ποιητική του συλλογή και άρχισε να δημοσιεύει χρονογραφήματα στις εφημερίδες Άστυ, Ακρόπολη και από το 1905 στην Εστία με το ψευδώνυμο Κύριος Άσοφος. Πήρε επίσης μέρος στην έκδοση του σατιρικού περιοδικού Αθήναι.

Ασχολήθηκε με πολλά είδη γραπτού λόγου, όπως διηγήματα, ποιήματα, μυθιστορήματα, δράματα, κριτικές μελέτες, δοκίμια, θεατρικά έργα, χρονογραφήματα και τη «Γλωσσική Αυτοβιογραφία», ενώ ασχολήθηκε και με τη μετάφραση.

Δάφναι εις την 25ην Μαρτίου 1821 (1884)

Η φιλοσοφία του Νίτσε (1898)

Γλωσσική Αυτοβιογραφία (1905)

Παγά Λαλέουσα (1907)

Ο αρχιτέκτων Μάρθας (1907)

Το χελιδόνι (1908)

Μαρία Πενταγιώτισσα (1909)

Όταν σπάση τα δεσμά του (1910)

Το συναξάρι του παπα-Παρθένη (1915)

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1916)

Η ηθική επίδρασις της επαναστάσεως (1923)

Το αγριολούλουδο (1924)

Ξενιτιά (1925)

Το έγκλημα του Ψυχικού (1928)

Εκλεκτές Ιστορίες (1930)

Ένας ίσκιος στη νύχτα (1934)

De Siris

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Κυριάκος Μάτσης

Κυριάκος Μάτσης

Ο Κυριάκος Μάτσης γεννήθηκε το 1926 στο Παλαιχώρι της Κύπρου και σκοτώθηκε στο Δίκωμο στις 19 Νοεμβρίου 1958. Φοίτησε στη Γεωπονική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης όπου και ωρίμασε σωματικά και ψυχικά.

Στη Θεσσαλονίκη ανέπτυξε μεγάλη δράση και χάρη στα ρητορικά του προσόντα διακήρυττε τις απόψεις του για την Κύπρο. Για αυτό το έργο ονομαζόταν "Το αηδόνι της Κύπρου".

Ύστερα από προδοσία αιχμαλωτίστηκε και οδηγήθηκε στα Αγγλικά κρατητήρια της Ομορφίτας, όπου και υπέστη φοβερά βασανιστήρια. Μάλιστα για πρώτη φορά αναγκάστηκε ο στρατάρχης Χάρντινγκ να επισκεφτεί τον ήρωα, για να αποσπάσει την τοποθεσία του καταφυγίου του Διγενή. Του προσέφερε και το πολύ μεγάλο ποσό των 500.000 λιρών και την προστασία του για να ομολογήσει. Όμως ο Κυριάκος είπε: "Εξοχότατε, ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί αρετής.".

Ο Χάρντινγκ τον ξαναεπισκέφτηκε και δεύτερη φορά, έχοντας παράλληλα θαυμάσει τον ακέραιο χαρακτήρα του Μάτση.Βέβαια ο Χάρντινγκ αναγκάστηκε να πάει και λόγω της αυξανόμενης όξυνσης της κατάστασης που επικρατούσε στην Κύπρο. Το Νοέμβριο του 1956 κατάφερε να αποδράσει και να συνεχίσει να μάχεται στο βουνό.

Σε μια επιστολή του προς ένα παιδί ενός συγγενή του γράφει: "Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από εκείνη που αισθάνεται ένας σαν βλέπει να μετατρέπονται σε πραγματικότητα τα όνειρα, οι ελπίδες και τα ιδανικά του. Το ξέρω πως ο δρόμος είναι δύσκολος, μα είμαστε και εμείς ακούραστοι. Δοκίμασα πιο έντονα τον πειρασμό όταν, περαστικός από το χωριό μου, ήμουν υποχρεωμένος να μη δω τους δικούς μου. Μα έτσι θα είναι πιο έντονη η χαρά όταν βρεθούμε τη μέρα της νίκης."

Στις 19 Νοεμβρίου του 1958 ο Μάτσης ύστερα από προδοσία βρισκόταν στο καταφύγιο του περικυκλωμένος από Άγγλους στρατιώτες. Τρία πράγματα σκέφτηκε να κάνει: να κάψει τα έγγραφα της ΕΟΚΑ, να διώξει τους δύο συντρόφους του και να γεμίσει το όπλο του. Οι Άγγλοι αν και πολύ περισσότεροι φοβήθηκαν και προτίμησαν τη σιγουριά της ρίψης χειρομβοβίδων. Ο Μάτσης κείτονταν νεκρός, ανεβαίνοντας στο πάνθεον των ηρώων.

De Siris

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Μπαγιαντέρας

Μπαγιαντέρας

O Δημήτρης Γκόγκος ή Μπαγιαντέρας ήταν ένας από τους πιο σπουδαίους ρεμπέτες ερμηνευτές, οργανοπαίχτες και συνθέτες.

Το παρατσούκλι «Μπαγιαντέρας», προέρχεται από το γεγονός ότι του άρεσε η οπερέτα του Έριχ Κάλμαν «Μπαγιαντέρα» και μάλιστα έπαιζε στο μπουζούκι το ομώνυμο τραγούδι της. Ο Μπαγιαντέρας, έγραψε τραγούδια που γνώρισαν πολύ μεγάλη επιτυχία, όπως τα Ζούσα μοναχός χωρίς αγάπη, Χατζηκυριάκειο, Σα μαγεμένο το μυαλό μου και άλλα.

Καταγόταν από τον Πόρο. Ο πατέρας του Γιάννης Γκόγκος, ήταν Ποριώτης, και η μητέρα του Αγγελική από την Ύδρα. Γεννήθηκε στον Πειραιά, στο Χατζηκυριάκειο, το 1903. Φοίτησε στο δημοτικό και όταν το τελείωσε συνέχισε και πήρε το πτυχίο του καθιερωμένου, τότε, τετρατάξιου Γυμνασίου. Μετά απέκτησε πτυχίο ηλεκτρολόγου. Ποτέ, όμως δεν άσκησε το επάγγελμά του.

Παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του από 17 ετών επιδόθηκε στο μπουζούκι, με μεγάλη επιτυχία. Επαιζε επίσης μαντολίνο, κιθάρα και βιολί.

Η κατοχή χτύπησε και τον Μπαγιαντέρα. Λόγω αβιταμίνωσης τυφλώθηκε το 1941 και μάλιστα πάνω στο πάλκο, την ώρα που τραγουδούσε. Τα τραγούδια του έγιναν αμέσως γνωστά, και μερικές από τις επιτυχίες του είναι: «Ζούσα μοναχός χωρίς αγάπη», «Μέσα στης ζωής τα μονοπάτια», «Αποβραδίς ξεκίνησα», «Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει», « Ξεκινάει μια ψαροπούλα», «Ξαβεργιώτισσα», «Πειραιωτοπούλα», «Παρηγοριά ζητούσα κάθε βράδυ», «Αλάνι με φωνάζουν» και ακόμη: «To μαναβάκι», «Θα κλέψω μια μελαχρινή», «Για μια κουτσουκαριώτισσα», «Μάτια γλυκά και γαλανά», «Γυρνώ σαν νυχτερίδα», «Το τραγούδι της αγάπης», «Μ' έχεις μαγεμένο», «Το αλανάκι», «Ελα να μπερμπαντέψεις», «Του Κυριάκου το γαϊδούρι», «H μικρή από το Πασαλιμάνι», « Η άνοιξις», « Με ξέχασες», « Το πέρασμα», « Η κοτούλα», « Μια τράτα Κουλουριώτικη», «Κι αν χωρίσαμε δε φταίω» και άλλα.

Εκτός από τα 100, περίπου, τραγούδια και τα 30 ανέκδοτα, έχει στο ενεργητικό του και μια μέθοδο για την εκμάθηση του μπουζουκιού άνευ διδασκάλου.

Τα τελευταία χρόνια ο Μπαγιαντέρας τα έζησε απομονωμένος στο σπίτι του στον Αγιο Ιερόθεο, συντροφιά με τη σύζυγό του Δέσποινα.

Το 1971 κυκλοφορεί σε 45άρι ο "Καθρέφτης", ντουέτο με το Διονύση Σαββόπουλο, μαζί με τον "Πολιτευτή" του δεύτερου.

Στις αρχές Οκτωβρίου 1985 υπέστη εγκεφαλικό επει σόδιο και μπήκε στο νοσοκομείο. Εγινε καλά και βγήκε. Δυστυ χώς, όμως στις 24 Οκτωβρίου μπήκε πάλι στον "Ευαγγε λισμό", μετά από ουρολοίμω ξη, και λοίμωξη του αναπνευστικού. Πέθανε στις 18 Νοεμβρίου του 1985.

De Siris

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

Σπυρίδων Σαμάρας

Σπυρίδων Σαμάρας

Ο Σπυρίδων - Φιλίσκος Σαμάρας γεννήθηκε στις 17 Νοεμβρίου 1861 και πέθανε στις 25 Μαρτίου 1917, υπήρξε ένας από τους διαπρεπέστερους Έλληνες συνθέτες και ο κορυφαίος συνθέτης της Επτανησιακής Σχολής. Διακρίθηκε στο χώρο της όπερας

Βιογραφία

Η περίοδος 1861-1882

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 17 Νοεμβρίου 1861. Πρώτος του δάσκαλος στη μουσική υπήρξε ο επίσης Κερκυραίος μουσουργός Σπυρίδων Ξύνδας, ο οποίος του συνέστησε να συνεχίσει στο Ωδείο Αθήνων. Τελικά το 1875 εγγράφη στο Ωδείο Αθηνών. Δάσκαλοί του ήταν ο Φρειδερίκος Βολωνίτης (βιολί), ο Άγγελος Μασκερόνι και ο Ερρίκος Στανκαμπιάνο (θεωρητικά και ενορχήστρωση).

Η περίοδος 1882-1911

Το 1882 έφυγε για ανώτερες σπουδές στο Παρίσι. Σημαντικότερος καθηγητής του στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού υπήρξε ο Λεό Ντελίμπ. Στο παρισινό Ωδείο εκτελέστηκαν μερικές συνθέσεις του, όπως η Κιταράτα, η οποία απέσπασε τα συγχαρητήρια του Σαρλ Γκουνώ.

Στη συνέχεια (γύρω στο 1885) μετακόμισε στην Ιταλία, όπου και ξεκίνησε συστηματικά τη συνθετική του καριέρα. Στις 16 Μαϊου του 1886 ανεβάστηκε με επιτυχία στο θέατρο Καρκάνο του Μιλάνου η τρίπρακτη όπερα "Φλόρα Μιράμπιλις", θριάμβευσε όμως με το ανέβασμα της στη Σκάλα του Μιλάνου το 1887, με πρωταγωνίστρια την Εμμα Καλβέ. Με επιτυχία στέφθηκε και η εκτέλεση της τετράπρακτης όπερας "Μετζέ" το Δεκέμβριο του 1888 στο θέατρο Kostanzi της Ρώμης παρουσία υψηλών προσώπων.

Ο Σαμάρας ποτέ δεν αποξενώθηκε από την Ελλάδα η οποία παρακολουθούσε με θαυμασμό την ανωδική πορεία του μουσουργού. Έτσι το 1889 ανεβάστηκε στην Κέρκυρα και κατόπιν στην Αθήνα η "Φλόρα Μιράμπιλις" ως "Θαυμαστή Ανθώ".

Την αποτυχία της όπερας "Λιονέλλα" στη Σκάλα του Μιλάνου το 1891, ήρθε να αποκαταστήσει ο θρίαμβος της όπερας "La Martire" (H Μάρτυς) που παρουσιάστηκε στη Νεάπολη το Μάιο του 1894. Τοτε ακριβώς ο συνθέτης κατατάχθηκε από τους κριτικούς στη σχολή του βερισμού, της οποίας θεωρείται από τους πρωτεργάτες, πλάι στους Λεονκαβάλλο, Μασκάνι και Πουτσίνι.

Ακολούθησαν και άλλες επιτυχημένες όπερες, όπως, "Η Δαμασμένη Μαινάδα",(La Furia Domata),το 1895, βασισμένη στο έργο του Σαίξπηρ,"Το Ημέρωμα της Στρίγγλας", "Storia d'Amore" 1903 (αργότερα ανεβάστηκε και στη Γερμανία με τον τίτλο La Biontinetta (=Η Ξανθούλα), "Mademoiselle de Belle-Isle",το 1905.

Το 1896 ο Κερκυραίος συνθέτης επέστρεψε για ένα διάστημα στην Ελλάδα. Τότε συνέθεσε τον "Ύμνο των Ολυμπιακών Αγώνων", σε ποίηση Κωστή Παλαμά. Ο ύμνος αυτός καθιερώθηκε και επίσημα στο Τόκυο το 1958.

Αποκορύφωμα της συνθετικής του καριέρας ήταν το ανέβασμα της τρίπρακτης όπερας "Rhea" (Ρέα) τον Απρίλιο του 1908 στο θέατρο "Verdi" της Φλωρεντίας. Τον Σαμάρα συγχαίρουν για τη μουσική του σημαντικοί Ιταλοί συνθέτες, όπως ο Πουτσίνι και ο Μασκάνι αναδεικνύοντάς τον ως ομότιμό τους. Κατόπιν το έργο ανεβάστηκε στο Βερολίνο, ενώ στην Αθήνα πρωτοπαίχτηκε το 1911.

Η περίοδος 1911-1917

Γύρω στα 1911 ο Σαμάρας εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Γιώργο Λεωτσάκο, (Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό) ο επαναπατρισμός του ίσως συνδέεται με σκέψεις του βασιλιά Γεωργίου του Α΄ να τον κάνει διευθυντή του Ωδείου Αθηνών, κάτι που τελικά δεν τελεσφόρησε. Ένας ακόμη λόγος που τον ανάγκασε να παραμείνει στην Ελλάδα, παρόλο που οι συνθήκες καλλιτεχνικά ήταν αντίξοες, θεωρείται και γάμος του με την πιανίστα Άννα Αντωνοπούλου (1914). Ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος φαίνεται ότι εγκλώβισε οριστικά το Σαμάρα στην Ελλάδα. Ο συνθέτης για να επιβιώσει αναγκάστηκε να στραφεί σε ελαφρότερο μελοδραματικό είδος, την οπερέτα.

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 25 Μαρτίου 1917, σε ηλικία 56 ετών από τη νόσο του Bright (χρονία νεφρίτις).

Έργογραφία

Όπερες

Όλάς (δεκαετία 1880;)

Flora Mirabilis (Μιλάνο 1886)

Metze (Ρώμη 1888)

Lionella (Μιλάνο 1891)

Μάρτυς (Μιλάνο 1894)

La furia domata (Μιλάνο 1895)

Ιστορία έρωτος (Μιλάνο 1903)

Mademoiselle de Belle Isle (Γένοβα 1905)

H Ξανθούλα (Γερμανία 1906)

Ρέα (Φλωρεντία 1908)

Η τίγρις (ημιτελής).

Οπερέτες

Πόλεμος εν πολέμω (Αθήνα 1914)

Πριγκίπισα της Σάσωνος (Αθήνα 1915)

Κρητικοπούλα (Αθήνα 1916)

Άλλες συνθέσεις

Σερενάτα για πιάνο, αφιερωμένη στη Βασίλισσα Όλγα (1876 ή 77)

Μελαγχολικαί σκέψεις επί τω θανάτω του λοχαγού Βούρβαχη (1877 ή 1878)

Βαλς η Νεότης (1879)

Εισαγωγή για ορχήστρα (Simfonia) (1879;)

Σονάτα για βιολί και πιάνο (1880;)

Ave Maria, για τενόρο και πιάνο (1880)

Chitarrata (έργο για μαντολίνα, κιθάρες φλάουτα, όμποε, βιολοντσέλα κοντραμπάσα & κρουστά (1885)

Ανατολικές σκηνές για πιάνο (1883;)

Ολυμπιακός Ύμνος (σε ποίηση Κ. Παλαμά) (1896)

Γαλλική Σερενάτα (για πιάνο) (1903)

Χαιρετισμός στη μητέρα Ελλάδα (σε ποίηση Αρ. Βαλαωρίτη, για χορωδία) (1914)

Επινίκια (σε ποιήση Γ. Δροσίνη) (1914)

Σερενάδα (τραγούδι σε ποίηση αγνώστου)

Στα σύνορα (εμβατήριο σε ποίηση Ι. Πολέμη)

Της κοπέλλας το νερό (τραγούδι σε ποίηση Γ. Δροσίνη)

Νανούρισμα (τραγούδι σε ποίηση Γ. Τσοκόπουλου)

Ο όρκος μου (τραγούδι σε ποίηση Ι. Πολέμη)

Σ' αγαπώ (τραγούδι σε ποίηση Ι. Καμπούρογλου)

Εξομολόγησις (τραγούδι σε ποίηση Ι. Πολέμη)

Μάννα και γυιος (τραγούδι σε ποίηση Γ. Δροσίνη )

Για την ένδοξη πατρίδα (εμβατήριο)

Ειδύλλιον (τραγούδι σε ποίηση Ι. Πολέμη)

Εμπρός (στρατιωτικό θούριο σε ποίηση Ζ. Παπαντωνίου)

Εμβατήριον των Αγώνων (σε ποίηση Κ. Μάνου)

Οι Νικηταί (εμβατήριο σε ποίηση Ι. Πολέμη)

De Siris

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

Τάσος Βουρνάς

Τάσος Βουρνάς

Ο Τάσος Βουρνάς γεννήθηκε στο Αγριλόβουνο Μεσσηνίας το 1913 και πέθανε στην Αθήνα 15 Νοεμβρίου 1990. Ήταν Έλληνας ιστορικός, δημοσιογράφος, μεταφραστής και κριτικός. Ήταν συμμαθητής του Αλέκου Σακελλάριου, με τον οποίο εξέδωσε μια μαθητική εφημερίδα.

Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρθρογράφησε σε περιοδικά της λογοτεχνίας και των τεχνών όπως η Επιθεώρηση Τέχνης, ενώ συνεργάστηκε με εφημερίδες του προοδευτικού κυρίως χώρου, ειδικά με την εφημερίδα Αυγή. Το 1962 αναγορεύτηκε διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου.

Μετέφρασε έργα αρχαίων και βυζαντινών συγγραφέων, όπως τους μύθους του Αισώπου και το Χρονικό του Γεωργίου Φραντζή, κατά τη διάρκεια της επταετίας και με τα ψευδώνυμα "Β. Τάσος" και "Α. Ελευθερίου". Κεντρικό θέμα στο ιστοριογραφικό του έργο αποτέλεσε η νεότερη ελληνική ιστορία -την οποία κυκλοφόρησε σε έξι τόμους- η ελληνική Επανάσταση του 1821 αλλά και ζητήματα της ελληνικής Αριστεράς. Το 1987 πήρε την πρωτοβουλία για τη σύσταση επιτροπής αποκατάστασης της μνήμης των ελλήνων κομμουνιστών που διώχθηκαν από την ηγεσία του ΚΚΕ. Έγραψε τέλος τα σενάρια για τα ντοκιμαντέρ της Άννας Μποτοπούλου-Βουρνά Λευκή Πολιτεία (1979) και Η Αθήνα που φεύγει (1978). Πέθανε από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία 77 ετών.

Επιλεγμένη εργογραφία

Η ιστορική και φιλολογική καταγωγή της "πάπισσας Ιωάννας" (1949)

Τό Ελληνικό 1848 (1953)

Ο πολίτης Ρήγας Βελεστινλής (1956)

Δοκίμια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας καί Ιστορίας (1957)

Γουδί, το κίνημα του 1909 (1957)

Δημήτρης Γληνός, ο δάσκαλος του γένους, ο στοχαστής, ο αγωνιστής (1975)

Η δολοφονία του Καποδίστρια : το τίμημα της Ανεξαρτησίας (1976)

Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας (έξι τόμοι, 1974-1986)

Το ξεκίνημα της φωτιάς, βιογραφία του Ρόκκου Χοϊδά (1974)

Ο Βάρναλης ο δάσκαλός μας (1975)

Φιλική Εταιρία (1982)

Η Μικρασιατική καταστροφή και το ξερίζωμα του Ελληνισμού (1982)

Η διάσπαση του ΚΚΕ (1983)

De Siris

Έρβιν Γιόχαν Ρόμμελ

Έρβιν Γιόχαν Ρόμμελ

Ο Έρβιν Γιόχαν Όιγκεν Ρόμ(μ)ελ (γερμανικά: Erwin Johann Eugen Rommel) ήταν Στρατάρχης του Γ΄ Ράιχ και ένας από τους ικανότερους στρατιωτικούς ηγέτες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Για τις ικανότητές του αυτές, του είχε αποδοθεί το προσωνύμιο «Αλεπού της Ερήμου»

Βιογραφία

Ο Ρόμμελ γεννήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1891 στο Χέντενχάιμ (Heidenheim an der Brenz) κοντά στο Ουλμ, στο κρατίδιο της Βυρτεμβέργης στη Γερμανία. Ο πατέρας του, που λεγόταν επίσης Έρβιν, ήταν Διευθυντής στο τοπικό Γυμνάσιο, και η μητέρα του Χελένε γόνος τοπικής πλούσιας οικογένειας. Το ζεύγος είχε επίσης άλλα τρία παιδιά, τον Καρλ, τον Γκέρχαρντ και την Χελένε.

Αρχικά είχε εκφράσει την επιθυμία να σπουδάσει μηχανικός, ο πατέρας του, όμως, τον έπεισε να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα. Ο νεαρός Έρβιν εγγράφεται στη Σχολή Ευελπίδων του Ντάντσιχ (Danzig) to 1910. Tο 1911 γνωρίζει μια κοπέλα, την Λουσί Μαρία Μολίν {Lucie Maria Mollin), την οποία ερωτεύεται και νυμφεύεται το 1916. Ο Έρβιν αγαπούσε πολύ τη σύζυγό του, όπως μαρτυρούν οι επιστολές που της έστελνε κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών αποστολών του (και ειδικότερα στο Β΄ Παγκ. Πόλεμο) και χαϊδευτικά την αποκαλούσε «Λου». Απέκτησαν ένα γιο, τον Μάνφρεντ (1928), μετέπειτα δήμαρχο της Στουτγκάρδης.

Το 1912 τελειώνει τις σπουδές του και τοποθετείται στο 124ο Σύνταγμα του Γερμανικού Στρατού με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού. Συμμετέχει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με το Σώμα των Αλπινιστών (Alpen Korps) και παίρνει μέρος σε πολλές μάχες στην Ιταλία, στη Ρουμανία και στη Γαλλία. Τραυματίζεται τρεις φορές, ωστόσο με την αποθεραπεία του επιστρέφει στο μέτωπο. Τότε παρασημοφορήθηκε με τον Σιδηρό Σταυρό Πρώτης Τάξεως.

Η πρώτη μεγάλη ένδειξη της στρατιωτικής του μεγαλοφυΐας παρέχεται στη Μάχη του Καπορέττο στις 26 Οκτωβρίου του 1917, όπου κατανικώντας τους Ιταλούς με έφοδο διοικώντας μόλις 200 Γερμανούς, συλλαμβάνει αιχμαλώτους 150 αξιωματικούς και 9.000 στρατιώτες και κυριεύει 81 πυροβόλα της φρουράς του Λονγκαρόνε. Για το κατόρθωμά του αυτό, παίρνει το παράσημο "Pour le merite" (ύψιστη τιμητική διάκριση της Πρωσσίας).

Μετά τον πόλεμο, παρέμεινε στις τάξεις της συρρικνωμένης Ράιχσβερ, και κατά τη δεκαετία του 1920 υπηρετεί σε διάφορα συντάγματα του γερμανικού στρατού. Το 1929 τοποθετείται εκπαιδευτής της Σχολής Πεζικού (έχοντας το βαθμό του Λοχαγού) στη Δρέσδη, όπου παραμένει μέχρι το 1933. Στη συνέχεια αναλαμβάνει καθήκοντα στη Σχολή Πολέμου του Πότσδαμ (Potsdam) από το 1935 μέχρι το 1937. Το 1937 εκδίδει το ημερολόγιο που κρατούσε κατά τη δράση του στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τον τίτλο "Infanterie greift an" (Το Πεζικό Επιτίθεται), το οποίο και γίνεται χρηστικό εγχειρίδιο της εποχής.

Με την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία, ο Ρόμελ γοητεύεται από τις προοπτικές που ανοίγει για τη Γερμανία ο νέος ηγέτης. Ο Χίτλερ, έχοντας διαβάσει το βιβλίο του Ρόμελ, τον τοποθετεί υπεύθυνο της προσωπικής του ασφάλειας, όταν ο Χίτλερ επισκέπτεται τη Σουδητία (Sudetenland) το 1938 και την Πράγα το 1939 μετά την ολοκληρωτική προσάρτηση της Τσεχοσλοβακίας από το Ράιχ. Ωστόσο, ο Ρόμελ ουδέποτε υπήρξε οπαδός του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος και, φυσικά, ούτε έγινε ποτέ μέλος του. Ο Ρόμελ μετατίθεται στη Σχολή Πολέμου του Βίνερ - Νόισταντ (Wiener-Neustadt), όπου παραμένει μέχρι το 1938 ξεκινώντας τη συγγραφή του δεύτερου βιβλίου του, με τίτλο "Panzer greift an" (Τα Τεθωρακισμένα Επιτίθενται).

Δράση στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Στην εκστρατεία εναντίον της Πολωνίας δεν είχε άμεση συμμετοχή, καθώς ήταν επικεφαλής της φρουράς του στρατηγείου του Χίτλερ. Το 1940, έχοντας πλέον το βαθμό του Υποστράτηγου, συμμετέχει στην επίθεση εναντίον της Γαλλίας (και αφού έχει προηγηθεί επεισόδιο με τον Χίτλερ), ως Διοικητής της 7ης Μεραρχίας Θωρακισμένων (7 Panzerdivision). Όπως και ο συνάδελφός του (και υφιστάμενος του, Χάιντς Γκουντέριαν, ο Ρόμελ είναι οπαδός του κεραυνοβόλου πολέμου (Blitzkrieg) και εκπληρώνει λαμπρά την αποστολή που του έχει ανατεθεί: Η μονάδα του είναι η πρώτη που φθάνει στη Μάγχη και στις 19 Δεκεμβρίου καταλαμβάνει το Χερβούργο, σημαντικό λιμάνι της Γαλλίας . Η δράση του στην εισβολή στη Γαλλία χάρισε στον ίδιο και στην μεραρχία του την ονομασία «Μεραρχία Φάντασμα», λόγω της αστραπιαίας δράσης της μεραρχίας. Στην Γαλλία αιχμαλώτισε 100.000 άνδρες των Συμμάχων και κατέστρεψε 450 άρματα μάχης, ενώ η Μεραρχία του έχασε μόνο 2.500 άνδρες και μόλις 40 άρματα μάχης. Για τις επιτυχίες του, του απονεμήθηκε ο Σταυρός των Ιπποτών και ο βαθμός του Αντιστράτηγου.

Το 1941 του ανατίθεται η διοίκηση της 15ης Μεραρχίας Πάντσερ και της 5ης Ελαφράς Μεραρχίας. Αυτές θα αποτελέσουν τον πυρήνα του γνωστού ως "Afrika Korps" («Σώμα της Αφρικής») γερμανικού εκστρατευτικού σώματος στη Βόρεια Αφρική. Βασική του αποστολή είναι να βοηθήσει τον ιταλικό στρατό, ο οποίος, έχοντας πολύ κακό οπλισμό, ατάλαντους ηγέτες και χαμηλό ηθικό, έχει υποστεί σχεδόν συντριβή από τις Βρετανικές δυνάμεις. Ο Ρόμελ, με πολύ κατώτερες αριθμητικά δυνάμεις, ανατρέπει ολοκληρωτικά το σκηνικό. Στις μάχες αυτές χρησιμοποιεί πολλά τεχνάσματα: διατάζει ψευδείς υποχωρήσεις που οδηγούν σε παγίδες, τοποθετεί παλιούς κινητήρες αεροσκαφών σε φορτηγά με σκοπό να σηκώνουν σκόνη για να δείχνουν υπέρτερες οι δυνάμεις του, μετακινεί φορτηγά προς κάποια κατεύθυνση για να επισημανθούν από την αεροπορία και το βράδυ αυτά γυρίζουν στη βάση τους, δημιουργεί ξύλινα ομοιώματα τανκς για την παραπλάνηση των αεροπλάνων αναφοράς του εχθρού όσον αφορά τις δυνάμεις του στρατού του, κατα τη διάρκεια των μαχών στείνει ψεύτικα πυροβόλα για τον αποπροσανατολισμό του εχθρού κτλ.. Οι Βρετανικές δυνάμεις πέφτουν συχνά στις "παγίδες" αυτές, που επάξια του χαρίζουν το προσωνύμιο «αλεπού της ερήμου».

Τον Φεβρουάριο του 1941 συλλαμβάνει αιχμαλώτους δυο Βρετανούς στρατηγούς και προάγεται σε Στρατηγό από τη γερμανική διοίκηση. Επίσης, καταφέρνει να εκδιώξει τις βρετανικές δυνάμεις από τη Λιβύη και να τις απωθήσει στην Αίγυπτο. Περικυκλώνει το Τομπρούκ, το σημαντικότερο λιμάνι της Κυρηναϊκής, και το πολιορκεί. Οι Βρετανοί οργανώνουν τρεις επιχειρήσεις για την διάσωσή του. Οι πρώτες δύο, οι επιχειρήσεις "Brevity" και "Battleaxe", αποτυγχάνουν. Η τρίτη, η λεγόμενη επιχείρηση «Σταυροφόρος» (Crusader), αρχικά επιτυγχάνει και ο Ρόμελ οπισθοχωρεί μέχρι την κωμόπολη της Ελ Αγκέιλα (7 Δεκεμβρίου 1941). Έχοντας πάρει θάρρος, οι βρετανικές δυνάμεις τον καταδιώκουν, αλλά στις 20 Ιανουαρίου ο Ρόμελ εξαπολύει σφοδρή αντεπίθεση προκαλώντας τους μεγάλες απώλειες. Οι Σύμμαχοι φθάνουν στο Τομπρούκ και κλείνονται εκεί προετοιμαζόμενοι για πολιορκία. Στις 24 Μαΐου, όμως, ο Ρόμελ επιτίθεται ξανά και πλευροκοπεί τις συμμαχικές δυνάμεις στη Γκαζάλα και το Μπιρ Χακίμ, εξαναγκάζοντάς τις σε υποχώρηση. Εγκαταλείπουν, έτσι, το Τομπρούκ, που ο Ρόμελ καταλαμβάνει στις 6 Ιουνίου του 1942, αναγκάζοντας τους 33.000 υπερασπιστές του να παραδοθούν. Η νίκη αυτή του εξασφαλίζει τη στραταρχική του ράβδο, δηλαδή την προαγωγή του στον ανώτατο δυνατό βαθμό του Στρατάρχη. Παράλληλα, κάνει τον Ουίνστον Τσώρτσιλ να αναφωνήσει «Δε θα βρούμε ποτέ ένα στρατηγό ικανό να κερδίσει μια μάχη;».

Ο Ρόμελ καταδιώκει τις συμμαχικές δυνάμεις, οι οποίες τον σταματούν στο Ελ Αλαμέιν, γιατί αυτός δεν έχει τα μέσα να προχωρήσει. Το Σεπτέμβριο εγκαταλείπει την Αφρική, καταφεύγοντας στο Ζέμμερινγκ γιατί έχει παρουσιάσει σοβαρά συμπτώματα ασθένειας: υψηλή πίεση, εντερικό κατάρρου, ηπατοπάθεια. Επιστρέφει εσπευσμένα μετά τη δεύτερη μάχη του Ελ Αλαμέιν, όπου οι συμμαχικές δυνάμεις νικούν το Άφρικα Κορπς. Ο Ρόμελ διευθύνει τη σταδιακή υποχώρηση του στρατού του μέσω της Λιβύης προς την Τυνησία, παρά τις αντίθετες εντολές του Χίτλερ, ο οποίος επιμένει σε στατική άμυνα μέχρις εσχάτων. Σε αυτό το σημείο αρχίζει και η μεταστροφή του Ρόμελ: από πιστός και ένθερμος οπαδός του Φύρερ, αρχίζει να χάνει την εμπιστοσύνη του στον Χίτλερ.

Η κατάσταση σε όλα τα μέτωπα αρχίζει να ανατρέπεται, καθώς μεγάλες γερμανικές δυνάμεις έχουν εμπλακεί στο μέτωπο της Σοβιετικής Ένωσης, ενώ τον Νοέμβριο του 1943, αποβιβάζονται στην Αλγερία και το Μαρόκο οι πρώτες Αμερικανικές δυνάμεις. Στη μάχη του περάσματος Κασσερίν, ο Ρόμμελ καταφέρνει να επιφέρει μεγάλες απώλειες στο 2ο Σώμα των ΗΠΑ και να σταθεροποιήσει τις θέσεις του. Το Άφρικα Κορπ, όμως, πάσχει σημαντικά από έλλειψη εφοδίων και, κυρίως, βενζίνης, ενώ παράλληλα είναι αδύνατο να του σταλούν ενισχύσεις. Ο Ρόμελ ανακαλείται από τον Χίτλερ και επιστρέφει στη Γερμανία.

Ο Χίτλερ, όμως, δεν τον αφήνει να συνεχίσει τη θεραπεία του, όπως του είχε πει ανακαλώντας τον. Στις 23 Ιουνίου τοποθετείται επικεφαλής της Ομάδας Στρατιών Β, που επιτηρεί τα παράλια της Δυτικής Ευρώπης, με αποστολή να τις καταστήσει απρόσβλητες απέναντι στην επερχόμενη συμμαχική απόβαση. Ο Στρατάρχης έχει επίγνωση του δυσχερέστατου έργου που έχει αναλάβει. Διατάσσει την κατασκευή οχυρωμένων θέσεων, την πόντιση ναρκών, την κατασκευή αντιαρματικών και αντιαποβατικών εμποδίων. Δυστυχώς, τα απόλυτα σωστά μέτρα που ήθελε να λάβει δεν έγινε δυνατό να υλοποιηθούν: Το τσιμέντο χρησιμοποιήθηκε για τις βάσεις του Πεενεμούντε (εκτόξευση των V2), οι εκρηκτικές ύλες είναι ανεπαρκείς για την κατασκευή του απαιτουμένου αριθμού ναρκών, για τα αντιαρματικά εμπόδια λείπουν τα κατάλληλα μέταλλα. Ο Ρόμελ γνωρίζει πόσο εύθραυστο είναι το μέτωπο που υπερασπίζεται, όσο και αν ο Φύρερ επιμένει να το αποκαλεί «τείχος του Ατλαντικού». Ταυτόχρονα εμπλέκεται σε μια διαφωνία με τον προϊστάμενό του, Στρατάρχη Γκερντ φον Ρούντστεντ, σχετικά με τη χρήση των πολύτιμων τεθωρακισμένων εφεδρειών. Ο Ρόμελ, με βάση την εμπειρία του από την Αφρική και την εκεί αεροπορική κυριαρχία των Συμμάχων, τα θέλει κοντά στην ακτή, ενώ ο Ρούντστεντ, ακολουθώντας το κλασικό δόγμα, τα θέλει συγκεντρωμένα στην ενδοχώρα, ώστε να εξαπολύσουν συγκεντρωτική αντεπίθεση κατά του συμμαχικού προγεφυρώματος. Ο Χίτλερ συντάσσεται με τον Ρούντστεντ. Ο Ρόμελ όμως διαπράττει και ένα σημαντικότατο στρατηγικό σφάλμα: από κοινού με το γερμανικό επιτελείο, περιμένει την απόβαση στο Καλαί, το στενότερο σημείο της Μάγχης, και όχι στη Νορμανδία, όπου το πυροβολικό δεν επαρκεί και τα περισσότερα τάγματα που τον επανδρώνουν είτε στελεχώνονται από υπερήλικες ή ασθενείς εφέδρους είτε είναι τάγματα «Ανατολικών στρατευμάτων» (Osttruppen) αμφίβολης αξίας.

Εν τέλει, η συμμαχική απόβαση λαμβάνει χώρα στις 6 Ιουνίου 1944 (D-Day), ενώ ο Ρόμελ είναι σε άδεια στη Γερμανία. Επιστρέφει αμέσως και διευθύνει με σχετική επιτυχία τις αμυντικές μάχες, αλλά η εξάλειψη του προγεφυρώματος είναι ανέφικτη. Στις 17 Ιουλίου, ένα καταδιωκτικό αεροπλάνο ανατίναξε το αυτοκίνητό του, προξενώντας στον Στρατάρχη σοβαρό τραύμα στο κεφάλι. Λίγες μέρες μετά, στις 20 Ιουλίου, γίνεται απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ. Εκτελεστής είναι ο συνταγματάρχης Κλάους φον Στάουφενμπεργκ, στη συνωμοσία, όμως, που έχει εξυφανθεί, συμμετέχουν και αρκετοί αξιωματικοί κοντά στον Ρόμελ, όπως ο επιτελάρχης του Χανς Σπάιντελ (Hans Speidel). Η εμπλοκή του Ρόμελ στην συνωμοσία είναι ακόμα αντικείμενο διχογνωμιών: παρότι ο ίδιος είχε γίνει επικριτικός για το ναζιστικό καθεστώς, και είχε έντονες διαμάχες με τον Χίτλερ σχετικά με την διεύθυνση του πολέμου, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι είχε μυηθεί στη συνωμοσία, αν και πιθανότατα, όπως και πολλοί άλλοι ανώτατοι αξιωματικοί, γνώριζε την ύπαρξή της. Ως ο πιο γνωστός και σεβαστός ακόμα και στους Συμμάχους Γερμανός στρατηγός όμως, προοριζόταν από τους συνωμότες για την θέση του προέδρου του Ράιχ.

Η απόπειρα αποτυγχάνει και η Γκεστάπο αναλαμβάνει την εξιχνίασή της. Παρά την έλλειψη στοιχείων κατά του Ρόμελ, αρκετά ανώτατα στελέχη του ναζιστικού καθεστώτος, όπως ο Μάρτιν Μπόρμαν, τον υποπτεύονται, και το στρατοδικείο που θα εξετάσει την υπόθεσή του είναι στελεχωμένο με αντιπάλους του, και τον παραπέμπει στο διαβόητο "λαϊκό δικαστήριο". Ο Ρόμελ όμως, ήρωας στα μάτια του γερμανικού λαού, δεν είναι δυνατό να περάσει από δημόσια δίκη για προδοσία. Ο Χίτλερ του προσφέρει εναλλακτική λύση, στέλνοντας δύο στρατηγούς με μια επιστολή του και μια κάψουλα στο Χέρλιγκεν, όπου ο Στρατάρχης ανάρρωνε από το σοβαρό τραυματισμό του στη Γαλλία: Να θέσει ο ίδιος τέρμα στη ζωή του, με αντάλλαγμα να μη κινδυνεύσουν με αντίποινα η σύζυγός του και ο γιος τους. Ο Ρόμελ δέχεται και στις 16 Οκτωβρίου 1944, σε ηλικία 52 ετών, καταπίνει μια κάψουλα υδροκυανίου. Ενταφιάζεται με τιμές ήρωα πολέμου στο Χέρλινγκεν (Herrlingen).

Ο γιος του, Μάνφρεντ, ασχολήθηκε με την πολιτική και διετέλεσε δήμαρχος στη Στουτγάρδη από το 1974 ως το 1996, όντας παράλληλα ένας από τους πλέον δημοφιλείς πολιτικούς του κόμματός του.

De Siris

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Ιουστινιανός Α'

Ιουστινιανός Α'

Ο Ιουστινιανός Α' (Λατινικά: Flavius Petrus Sabbatius Iustinianus), γεννήθηκε στις 11 Μαΐου 483 και πέθανε στις 14 Νοεμβρίου 565, γνωστός και ως Μέγας Ιουστινιανός, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Ρωμαίους αυτοκράτορες της Ανατολής, κυβερνώντας από το 527 έως το 565.

Πρώτα χρόνια και άνοδος στον θρόνο

Ο Πέτρος Σαββάτιος, ιλλυρικής καταγωγής, γεννήθηκε στην περιοχή Tauresium και ήταν ανιψιός του στρατηγού (και αργότερα αυτοκράτορα) Ιουστίνου Α'. Με την άνοδο του θείου του στην εξουσία το 518 ονομάστηκε πατρίκιος. Υπήρξε ο σημαντικότερος σύμβουλος και ουσιαστικός αντιβασιλέας του θείου του, και το 527, λίγο πριν τον θάνατο του τελευταίου, ονομάστηκε συναυτοκράτορας, παίρνοντας το όνομα Ιουστινιανός.

Ήταν εξαιρετικά ικανός αλλά και αυταρχικός κυβερνήτης, με βαθιά λατινική και κλασσική μόρφωση. Η γυναίκα του Θεοδώρα, την οποία γνώρισε και παντρεύτηκε τον καιρό της εξουσίας του θείου του μέσω των κοινών τους επαφών με τους Βένετους, ήταν ταπεινής καταγωγής, αλλά ταυτόχρονα υπέρμετρα φιλόδοξη, ικανή, οξυδερκής και κυρίως πολύ όμορφη. Παρά την ταπεινή της καταγωγή, ο Ιουστίνος Α' τη δέχτηκε, όχι όμως και η γυναίκα του, η οποία δεν επέτρεψε το γάμο μέχρι το θάνατό της το 524. Ακόμα και αν το παρελθόν της Θεοδώρας ήταν όντως σκοτεινό, είναι σίγουρο ότι με το γάμο της με τον Ιουστινιανό μεταμορφώνεται σε ιδανική σύζυγο και Αυτοκράτειρα.

Από τις πρώτες ενέργειες του Ιουστινιανού ήταν η βελτίωση των οικονομικών, μέσω είσπραξης των φόρων, εργασία που ανέθεσε στον ικανό αλλά αντιπαθή στο λαό Ιωάννη Καππαδόκη. Επίσης, αναθέτει τον ίδιο καιρό στον Τριβωνιανό την επανακωδικοποίηση των νόμων του Θεοδοσίου, απαλείφοντας αντικρουόμενες διατάξεις και μειώνοντας δραστικά το μέγεθος και την έκταση των ισχυουσών διατάξεων.

Αντιμετώπισε τους Σασσανίδες Πέρσες ήδη από το 532, οπότε και υπέγραψε συμφωνία ειρήνης με το βασιλιά Χοσρόη Α', ώστε να μπορέσει να ασχοληθεί απερίσπαστος με το μεγάλο του όνειρο, την ανακατάκτηση (Reconquista) της Δύσης.

Η Στάση του Νίκα

Το Ιανουάριο του ίδιου έτους όμως, ξέσπασαν σοβαρές ταραχές μετά την καταδίκη κάποιων Πράσινων και Βένετων σε θάνατο, για επεισόδια στον Ιππόδρομο. Εκφράζοντας την αντιπάθειά του στο πρόσωπο του απόμακρου αυτοκράτορά τους, που στα μάτια τους ήταν ο εισηγητής της σκληρής φορολογικής πολιτικής που πραγματοποιούσε ο Ιωάννης Καππαδόκης, ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους της Πόλης, προκαλώντας καταστροφές και χρίζοντας αυτοκράτορα τον Υπάτιο, ανιψιό του Αναστασίου Α'. Η κατάσταση ξέφευγε του ελέγχου του Ιουστινιανού, ο οποίος την παραμονή της εγκατάλειψης του θρόνου προς διαφυγή, μεταπείθεται (κατά μία εκδοχή) από τη Θεοδώρα και παραμένει για μάχη μέχρις εσχάτων. Έτσι, υπό τις εντολές του Βελισάριου, του Μούνδου και του διοικητή της φρουράς στρατηγού Ναρσή, ο ρωμαϊκός στρατός σφαγιάζει στον Ιππόδρομο 30.000 περίπου στασιαστές και μη, δίνοντας τέλος στην περίφημη "Στάση του Νίκα", η οποία έλαβε το όνομά της από το σύνθημα των επαναστατών.

Η καταστροφή του ναού της Αγίας Σοφίας κατά τις ταραχές, αποτελεί το έναυσμα για την ανάθεση από τον Ιουστινιανό της κατασκευής ενός νέου μεγαλοπρεπούς ναού. Έτσι, την ίδια χρονιά οι αρχιτέκτονες από τις Τράλλεις της Μ.Ασίας Ανθέμιος και Ισίδωρος ξεκινούν τις εργασίες κατασκευής, που ολοκληρώνονται το 537, χρησιμοποιώντας πολύχρωμα μάρμαρα από την Ελλάδα (κυρίως από τις Κυκλάδες) και ψηφιδωτά από διάφορα μέρη της Ιταλίας και της Ελλάδας. Ο Ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας, έργο για το οποίο ο αυτοκράτορας δε φείσθηκε χρημάτων ή εργασίας, αποτελεί ορόσημο στην παγκόσμια ιστορία της αρχιτεκτονικής, με μέγεθος και μεγαλοπρέπεια που ως τις μέρες μας συγκινούν και προκαλούν δέος.

Η Επανάκτηση της Δύσης

Μετά τη Στάση του Νίκα, ο Αυτοκράτορας καταπιάνεται με έναν από τους βασικούς του στόχους: την ανακατάληψη των δυτικών επαρχιών. Ο Βελισάριος, επικεφαλής του ρωμαϊκού στρατού (magister militum), εκστρατεύει κατά του βασιλείου των Βανδάλων της Βόρειας Αφρικής, κατακτά την Καρχηδόνα το 533, και προετοιμάζεται για την απόβαση στην Ιταλική χερσόνησο. Με το θάνατο του βασιλιά των Οστρογότθων Θεοδώριχου (ή Θευδέριχου) το 526, τη διακυβέρνηση αναλαμβάνει η φιλόδοξη γυναίκα του Αμαλασούνθα, κηδεμόνας του διαδόχου Αθαλάριχου, την οποία όμως εκθρονίζει και θανατώνει ο Θεοδοχάδ (ή Θευδάτος). Αυτή είναι και η αφορμή που ζητά η Ανατολική Αυτοκρατορία για να επιτεθεί. Άμεσα ο Βελισάριος καταλαμβάνει τη Νάπολη και τη Ρώμη. Ο αρχηγός των Γότθων Ουΐτιγγης υποχωρεί στη Ραβέννα, αλλά σύντομα επιστρέφει για να πολιορκήσει τη Ρώμη. Ο Βελισάριος, ενισχυμένος από την πρωτεύουσα καταλαμβάνει τη γύρω περιοχή και υποχρεώνει τους Γότθους σε τελική υποχώρηση το 538, σε μάχη κοντά στη γέφυρα της Μουλβίας, στην ίδια περίπου θέση όπου ο Μέγας Κωνσταντίνος νίκησε το Μαξέντιο. Κατόπιν σειράς ασυνεννοησιών και αμφισβήτησης της πρωτοστρατηγίας του Βελισάριου από τους απεσταλμένους του αυτοκράτορα, Ναρσή και Ιωάννη, οι Γότθοι ανακαταλαμβάνουν το Μιλάνο, εξοντώνοντας τους 300.000 κατοίκους του. Χρονικά την ίδια στιγμή περίπου, η Αυτοκρατορία δέχεται και την επίθεση του Χοσρόη και των Περσών στα ανατολικά. Ενώ λοιπόν ο Ιουστινιανός είναι έτοιμος να ανακαλέσει το Βελισάριο για ενίσχυση στα ανατολικά, ο ιδιοφυής αυτός στρατηγός με δόλιο τέχνασμα καταλαμβάνει τη Ραβέννα, συλλαμβάνει τον Ουΐτιγγη και την οικογένειά του, δίνοντας τέλος στην εκστρατεία και ολοκληρώνοντας φαινομενικά για λογαριασμό του Ιουστινιανού την ανακατάληψη της Ιταλίας.

Μετά την επιστροφή του στην πρωτεύουσα το 539, ο Βελισάριος φεύγει σύντομα για να συναντήσει το Χοσρόη. Μετά από δύο χρόνια μαχών (και υπό το ψυχολογικό βάρος των απιστιών της γυναίκας του Αντωνίνας), ο Βελισάριος με τέχνασμα και πάλι εξουδετερώνει το Χοσρόη. Το 542 ξεσπά η επιδημία βουβωνικής πανώλης, η οποία πλήττει και τον Αυτοκράτορα. Ο Βελισάριος επιστρέφει στην Ιταλία, η οποία λόγω της ανικανότητας των ορισμένων από τον Ιουστινιανό διοικητών της έχει περιέλθει εκ νέου στους Γότθους. Δυστυχώς, υπό την πίεση της Θεοδώρας ο Ιουστινιανός πείθεται ότι ο Βελισσάριος έχει τάσεις σφετερισμού, και έτσι τον εξοπλίζει δυσανάλογα φτωχά σε σχέση με τη φιλόδοξη αποστολή που του αναθέτει.

Στην αντιπαράθεσή τους με τον ικανό Γότθο βασιλιά, Τωτίλα, οι Ρωμαίοι δεν μπορούν να κυριαρχήσουν. Ο Γότθος αρχηγός καταλαμβάνει τη Ρώμη το 546. Μετά από 5 χρόνια ατελέσφορων μαχών και διπλωματικών προσπαθειών, ο Βελισάριος ανακαλείται στην Πόλη το 549, χωρίς να έχει επιτύχει την επανάκτηση της Ιταλικής χερσονήσου, έχοντας όμως αναχαιτίσει του Γότθους σε βαθμό που δε θα μπορέσουν ποτέ να εδραιώσουν την κυριαρχία τους. Έτσι, θα μπορέσει εύκολα ο Ναρσής, που τον αντικαθιστά το 551, με πολλαπλάσιο μάλιστα εξοπλισμό και μέσα, να ολοκληρώσει το έργο του Βελισάριου. Η επιστροφή του στρατηγού στην πρωτεύουσα το 549 συμπίπτει χρονικά με το θάνατο της Θεοδώρας. Το γεγονός αυτό επιτρέπει τη συμφιλίωση των δύο ανδρών. Εν τω μεταξύ, στην Ιταλία, ο Ναρσής επικρατεί των βαρβάρων, καταφέρνοντας δύο συντριπτικές νίκες στην Μάχη των Βουσταγαλλόρων και στη Μάχη του Βεζουβίου, σκοτώνοντας τον Τωτίλα και τερματίζοντας την οστρογοτθική αντίσταση.

Το 551-555, ένα μικρό εκστρατευτικό σώμα, υπό τις διαταγές του 80χρονου συγκλητικού Λιβέριου, στάλθηκε στην Ιβηρική χερσόνησο, για να υποστηρίξει τον Αθανάγιλδο, που είχε εξεγερθεί εναντίον του βασιλιά Αγίλα. Το εκστρατευτικό σώμα σημείωσε εκπληκτική επιτυχία, καταλαμβάνοντας εύκολα τις παραλιακές πόλεις και το μεγαλύτερο μέρος της νότιας Ισπανίας, και με τη βοήθειά του, ο Αθανάγιλδος στέφεται βασιλιάς των Βησιγότθων το 554. Παρότι ο νέος βασιλιάς απαίτησε την επιστροφή των ρωμαιοκρατούμενων εδαφών, αναγκάστηκε να προβεί σε συμβιβασμό, μέσω του οποίου το νότιο τέταρτο της Ισπανίας έγινε ρωμαϊκή επαρχία, ενώ το βησιγοτθικό βασίλειο αναγνώρισε την επικυριαρχία του Ιουστινιανού.

Οι Περσικοί Πόλεμοι

Ο Ιουστινιανός κληρονόμησε από τον προκάτοχό του ανειλημμένες στρατιωτικές υποχρεώσεις στα ανατολικά σύνορα. Με αφορμή την επέμβαση των Περσών υπό τον Καβάδη Α' στην Λαζική και στην Ιβηρία, οι δύο αυτοκρατορίες ενεπλάκησαν σε αναμετρήσεις στην ρωμαιοπερσική μεθόριο. Το 529 ο στρατηγός Βελισάριος ηττήθηκε κοντά στο συνοριακό οχυρό Δάρας, αλλά την επόμενη χρονιά μπροστά στο ίδιο οχυρό συνέτριψε διπλάσιες περσικές δυνάμεις κατά την περίφημη μάχη του Δάρας. Αμφίβολο αποτέλεσμα είχε η σύγκρουση στο Καλλίνικο της Συρίας το 531 με συνέπεια και οι δύο αντίπαλοι να αποσυρθούν, αν και οι Πέρσες ήταν σε πλεονεκτικότερη θέση. Η σύρραξη φάνηκε να κλιμακώνεται, αλλά ο θάνατος του Σασσανίδη μονάρχη (531) απέτρεψε αυτό το ενδεχόμενο. Ο Ιουστινιανός και ο διάδοχος του περσικού θρόνου Χοσρόης Α' συνομολόγησαν την Απέραντο Ειρήνη το 532 με βαριές χρηματικές αποζημιώσεις εις βάρος των Ρωμαίων.

Η επέμβαση των Ρωμαίων στα εσωτερικά της Αρμενίας (540) έδωσε στον Χοσρόη την αφορμή να ξεκινήσει νέο κύκλο επιδρομών κατά της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Παρακινούμενος και από Οστρογότθους πρέσβεις εισέβαλε το 540 στην Συρία. Οι Ρωμαίοι, που ήταν απασχολημένοι στη Ιταλία με τον πόλεμο εναντίον των Οστρογότθων, προέβαλαν ασθενική αντίσταση με συνέπεια το ίδιο έτος οι Πέρσες να εκπορθήσουν και να λεηλατήσουν τις πλούσιες πόλεις Βέροια (Χαλέπι) και Αντιόχεια (Ιούνιος 540). Ιδίως η καταστροφή της τελευταίας, που ήταν η τρίτη σημαντικότερη πόλη της αυτοκρατορίας, υπήρξε μεγάλο πλήγμα για τους αμυνομένους. Ακολούθως, ο Χοσρόης βάδισε προς το μικρό, περιφερειακό αλλά στρατηγικά σπουδαίο βασίλειο της Λαζικής απαιτώντας λύτρα από τις πόλεις που συναντούσε καθ’ οδόν.

Η κατάσταση είχε γίνει κρίσιμη για την αυτοκρατορία. Ο Βελισάριος ανακλήθηκε από την Ιταλία (541) και εστάλη στην περιοχή για να οργανώσει την αντίδραση των Ρωμαίων. Σε σύντομο διάστημα ανακλήθηκε εκ νέου χωρίς να έχει σημειώσει κάποια μεγάλη επιτυχία. Μια επιδημία πανώλης, που ξέσπασε το επόμενο έτος, καταπόνησε και τους δύο αντιπάλους αλλά οι περσικές επιδρομές συνεχίστηκαν, κυρίως στις περιοχές της Έδεσσας και της Θεοδοσιούπολης (σημερινή Ερζερούμ της ανατολικής Τουρκίας). Η καλύτερα οργανωμένη αντεπίθεση των Ρωμαίων κατά τα επόμενα χρόνια όπως και η σθεναρή αντίσταση της Έδεσσας στην επίμονη πολιορκία των Περσών, οδήγησαν σε συμφωνία πενταετούς ανακωχής (545). Καθώς όμως οι όροι της ανακωχής δεν διευθετούσαν την κατάσταση της Λαζικής, ο πόλεμος ουσιαστικά μεταφέρθηκε στη χώρα αυτή. Ωστόσο οι μακροχρόνιες εχθροπραξίες είχαν εξουθενώσει τις δύο αυτοκρατορίες. Επιπλέον, ο Χοσρόης αντιμετώπιζε εσωτερικά προβλήματα στο βασίλειό του. Το 551 και το 557 ανανεώθηκε η πενταετής ανακωχή του 545 και το 562 υπεγράφη 50ετής συνθήκη ειρήνης, που σε γενικές γραμμές τηρήθηκε και από τα δύο μέρη.

Θρησκευτική πολιτική

Ο Ιουστινιανός θεωρούσε τον εαυτό του πρωτίστως ως ορθόδοξο Αυτοκράτορα, και έλαβε μέτρα για την ενεργό επιβολή του χαλκηδονιανού Χριστιανισμού (Γ’ Οικουμενική Σύνοδος) σε όλη την επικράτειά του. Έτσι, από νωρίς (το 529), έλαβε σκληρά μέτρα κατά των εναπομεινάντων ειδωλολατρών, και έκλεισε την περίφημη Ακαδημία των Αθηνών. Περιόρισε με νομοθετικά μέτρα τα δικαιώματα των Εβραίων, και συνέτριψε με σκληρότητα την εξέγερση των Σαμαριτών. Ακόμα καταδίωξε τους μανιχαϊστές, οι οποίοι, λόγω της συσχέτισής τους με την εχθρική Σασσανιδική Περσία, υπέφεραν ιδιαίτερα.

Η αντιμετώπιση της πιο μεγάλης και επικίνδυνης αίρεσης, του Μονοφυσιτισμού, ποίκιλλε. Η επιρροή της Θεοδώρας, που υποστήριζε τον Μονοφυσιτισμό και παρείχε προστασία σε σημαίνοντες εκπροσώπους του, μετρίασε την στάση του κατά το πρώτο μισό της βασιλείας του. Μετά τον θάνατό της όμως, σε συνδυασμό με την έντονη πίεση της δυτικής εκκλησίας και την έντονη ενασχόλησή του με την θρησκεία προς το τέλος της ζωής του, η κρατική καταπίεση εντάθηκε. Η αυταρχική του πολιτική και η τάση του να ελέγχει πλήρως την Εκκλησία, φάνηκαν τόσο στην συμπεριφορά του απέναντι στον πάπα Βιγίλιο, τον οποίο διαπόμπευσε δημοσίως, όσο και κατά την Ε’ Οικουμενική Σύνοδο που συγκάλεσε το 553 στην Κωνσταντινούπολη, η οποία λειτούργησε υπό το καθεστώς της κυριαρχίας των απόψεών του, δια της συνηθισμένης οδού της επιλεκτικής αποδοχής των συμμετεχόντων.

Η ιεραποστολική του δραστηριότητα ήταν εξίσου έντονη, και απέστειλε ιερείς για να προσηλυτίσουν τους λαούς πέριξ της Αυτοκρατορίας, επιτυγχάνοντας να εκχριστιανίσει την Νουβία, τους Έρουλους και τους Αβασγούς.

Η εισβολή των Κουτρίγουρων το 559, που έφτασε μέχρι έξω από την πρωτεύουσα, αντιμετωπίζεται από το Βελισάριο με επιτυχία. Ο στρατηγός θα βρεθεί ξανά σε δυσμένεια το 562, στερούμενος τόσο τη δόξα που του άρμοζε, όσο και τη θέση του στην ρωμαϊκή ιεραρχία, αλλά αποκαταστάθηκε σύντομα.

Συμπεράσματα

Τις ημέρες του Ιουστινιανού η Αυτοκρατορία επεκτείνει τα σύνορά της από τους Άγιους τόπους και τα βάθη της Ανατολίας και της Αρμενίας, έως τις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ), και καθίσταται η κυρίαρχη δύναμη στον Μεσογειακό χώρο. Πέρα από το μεγαλόπνοο σχέδιο της (μερικής έστω) επανάκτησης της Δυτικής Αυτοκρατορίας, για το οποίο χρειάστηκαν περίπου 25 χρόνια, και τις συνεχείς εκστρατείες κατά των Περσών, η περίοδος βασιλείας του Ιουστινιανού περιλαμβάνει πλήθος σημαντικών εξελίξεων. Η κωδικοποίηση των νόμων, η κατασκευή οχυρωματικών έργων σε όλη την επικράτεια (ορατών ακόμα και σήμερα σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου), η ανέγερση δημοσίων οικοδομημάτων με αποκορύφωμα το διαχρονικό μεγαλειώδες μνημείο της Αγίας Σοφίας, η ενίσχυση του εμπορίου και η δόλια εισαγωγή της καλλιέργειας του μεταξιού από την Κίνα, οι θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις, η ενίσχυση των δημοσίων οικονομικών είναι ίσως τα σημαντικότερα σημεία της

De Siris

Γρηγόριος ο Παλαμάς

Γρηγόριος ο Παλαμάς

Ο Γρηγόριος ο Παλαμάς ήταν Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και τιμάται ως ένας από τους σημαντικότερους Αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, το δε θεολογικό του έργο θεωρείται ως η βάση για την ελληνική θεολογική παραγωγή των τελευταίων 7 αιώνων.

Η ζωή του

Ο Γρηγόριος γεννήθηκε το 1296 στην Κωνσταντινούπολη από αριστοκρατική γενιά. Ο πατέρας του, που είχε ανώτερο αξίωμα, εξασκούσε τη νοερά προσευχή και αυτή την αγωγή έδωσε και στα παιδιά του. Η ευφυΐα και η επιμελημένη αγωγή που έλαβε ο Γρηγόριος από τον Θεόδωρο Μετοχίτη, έκαμαν τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ να τον προορίζει για υψηλά αξιώματα. Ο ίδιος όμως ο Γρηγόριος αδιαφορούσε για την κοσμική δόξα. Μετά το θάνατο του πατέρα του έπεισε τη μητέρα και τα αδέλφια του ότι πρέπει να στραφούν στη μοναχική ζωή, κι ο ίδιος εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη και κινήθηκε πρώτα προς το Παπίκιον Όρος της Θράκης και τελικά προς τον Άθωνα, όπου και ασκήθηκε στην νοερά προσευχή. Το 1335 εμφανίστηκε για πρώτη φορά με τους δύο αποδεικτικούς λόγους του «Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος», με τους οποίους ήλθε σε σύγκρουση με τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, ο οποίος δίδασκε πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει το Θεό, κι ακόμα περισσότερο δεν μπορεί να ενωθεί μαζί Του. Κατά τα λεγόμενα του Βαρλαάμ, ο Θεός είναι «κλειστός στον εαυτό του» και δεν μπορεί να ενωθεί με τους ανθρώπους. Επομένως, οι «ησυχαστές», οι μοναχοί δηλαδή εκείνοι που έλεγαν ότι μπορεί ο άνθρωπος, αν έχει καθαρή καρδιά και αν συγκεντρωθεί στην «καρδιακή προσευχή» (το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με»), να ενωθεί με το Θεό και να φωτισθεί και να δει το Άκτιστο φως, ασχέτως της μόρφωσής του, δεν ήταν Ορθόδοξοι αλλά «μεσσαλιανιστές» και «ομφαλόψυχοι». Μετά από αυτές τις τοποθετήσεις του Βαρλαάμ, ο Παλαμάς εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη από όπου και άρχισε τον αγώνα «υπέρ των Ιερώς ησυχαζόντων», δηλ. αυτών που ασκούσαν τον ησυχασμό, συγγράφοντας μάλιστα και τους ομώνυμους λόγους του. Η θέση του, που αποτελεί την επιτομή της Ορθόδοξης ησυχαστικής παράδοσης, ήταν ότι «ο Θεός υπάρχει κατά δύο τρόπους. Κατά την ουσία Του και κατά τις Θείες και άκτιστες Ενέργειές Του. 0 άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό κατά την ουσία Του. Μπορεί όμως να γνωρίσει και να ενωθεί μαζί Του, μέσα από τις Θείες και άκτιστες Ενέργειές Του». Παλαμάς και Βαρλαάμ ήρθαν σε αντιπαράθεση και διάφορες μορφές του πνεύματος, αλλά και της εξουσίας της εποχής συντάχθηκαν με τον καθένα. Η κατάσταση αυτή ονομάστηκε ησυχαστική έριδα.

Περιεχόμενο της σύγκρουσης

Το πρόβλημα, πού τέθηκε με την παρέμβαση του Βαρλαάμ, ήταν, αν η θεραπεία του νου (κάθαρση) γίνεται μέσω της ασκήσεως και της νοεράς ευχής (φωτισμού) ή μέσω της φιλοσοφίας (διανοητικού στοχασμού). Έτσι όμως ετέθη στην πράξη το πρόβλημα της σχέσεως της «θείας» προς την «έξω» ή «θύραθεν» σοφία. Ο Παλαμάς διέκρινε -πατερικά- δύο σοφίες: τη θεία και την έξω, σαφώς διακρινόμενες μεταξύ τους, διότι χρησιμοποιούν διαφορετικό καθεμιά χώρο (καρδία-εγκέφαλος). Την «σοφία του αιώνος τούτου» (Α' Κορ.2,6) ο ησυχαστής αντικαθιστά στη θεολόγηση με τη σοφία του Θεού, πού προϋποθέτει την ενεργό παρουσία της ακτίστου ενεργείας του Θεού στην καρδιά του πιστού. «Τη γαρ φυσική ταύτη η έξω παιδεία βοηθεί, πνευματική δε ουδέποτε γένοιτ’αν, ει μη μετά της πίστεως και τη του Θεού συγγένοιτο αγάπη, μάλλον δε, ει μη προς της αγάπης και της εξ αυτής εγγινομένης χάριτος αναγεννηθείη και άλλη παρά την προτέραν γένοιτο, κοινή τε και θεοειδής, αγνή, ειρηνική, επιεικής, ήτις δη και άνωθεν σοφία (Ιακ. 3, 17) και Θεού σοφία (Α' Κορ. 1, 21.24. 2, 7) κατονομάζεται, και ως πνευματική πως, άτε τη του Πνεύματος υποτεταγμένη σοφία, τα του Πνεύματος χαρίσματα και γινώσκει και αποδέχεται. Η δε μη τοιαύτη κάτωθεν, ψυχική, δαιμονιώδης (Ιακ. 3, 15), καθάπερ ο των αποστόλων αδελφόθεος λέγει, διό και τα του Πνεύματος ου προσίεται, κατά το γεγραμμένον» (Υπέρ των ι. Ησυχ. τριάς Α', 9, 1). Η Αποκάλυψη του Θεού δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο της διανοίας του ανθρώπου, διότι υπερβαίνει κάθε κατάληψη. Γι’αυτό η παιδεία και η φιλοσοφία δεν συνιστούν προϋπόθεση της θεογνωσίας. Στη δυτική θεολογική παράδοση ισχύει το credo, ut intelligam (Αυγουστίνος). Κατά την άποψη αυτή προχωρεί κανείς με την πίστη, μέσω της φιλοσοφίας και της Γραφής, στη λογική σύλληψη της αποκαλύψεως. H προτεραιότητα δίνεται στη διάνοια, όχι μόνο στη φυσική, αλλά και στην υπερφυσική γνώση. Για τον ορθόδοξο-ησυχαστή η «έξω» σοφία ως προς την Θεογνωσία είναι μέγεθος αδιάφορο. Γι' αυτό η θέωση είναι υπόθεση κοινή εγγραμμάτων και αγραμμάτων (π.χ. Μ. Βασίλειος-Μ. Αντώνιος).

Εξέλιξη της υπόθεσης

Τρεις μεγάλες τοπικές σύνοδοι που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη τα έτη 1341, 1347 και 1351 επεκύρωσαν τις Θέσεις του Παλαμά ως ορθόδοξες, δικαιώνοντας τους ησυχαστές. Παράλληλα καταδίκασαν τον Βαρλαάμ και τους οπαδούς του, το μοναχό Γρηγόριο Ακίνδυνο και τον φιλόσοφο Νικηφόρο Γρηγορά. Όμως, λόγω της ταραγμένης πολιτικής κατάστασης, ο πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας δίωξε τον Γρηγόριο ο οποίος συνελήφθη, κλείστηκε διαδοχικά σε μοναστήρια και τέλος φυλακίστηκε στις φυλακές των ανακτόρων (1343), όπου παρέμεινε έγκλειστος για 4 χρόνια. Το 1347 δικαιώθηκε οριστικά και εξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.

Τα τελευταία χρόνια

Η κατοχή της Θεσσαλονίκης από τους Ζηλωτές δεν επέτρεψε στον Παλαμά να εγκατασταθεί σ’ αυτήν, παρά μόνο το 1350. Γρήγορα όμως αναγκάστηκε να αναμειχθεί στις συγκρούσεις Καντακουζηνού-Παλαιολόγου και σε κάποιο ταξίδι του προς την Κωνσταντινούπολη συνελήφθη από τους Τούρκους, οι οποίοι απαίτησαν να πληρωθούν μεγάλα ποσά ως λύτρα, για να απελευθερωθεί. Μετά την απελευθέρωσή του, το 1355, και μέχρι το θάνατό του από ασθένεια στις 14 Νοεμβρίου του 1359, σε ηλικία 63 ετών, παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη όπου και αφοσιώθηκε στην άσκηση των ποιμαντικών του καθηκόντων.

Αγιοκατάταξη

Ο Γρηγόριος Παλαμάς άρχισε να τιμάται ως Άγιος σχεδόν αμέσως μετά το θάνατό του. Με συνοδική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1368) ανακηρύχθηκε και επίσημα Άγιος της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 14 Νοεμβρίου και κατά τη Β' Κυριακή των Νηστειών, αμέσως μετά από την Κυριακή της Ορθοδοξίας και σαν συνέχεια εκείνης, επειδή η νίκη επί των Θεωριών του Βαρλαάμ θεωρείται εφάμιλλη της νίκης κατά των εικονομάχων. Το 2009, ύστερα από πρόταση της Μητρόπολης Βέροιας, Ναούσης και Καμπανίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάσισε την αγιοκατάταξη και των μελών της οικογένειας του. Ημέρα μνήμης τους ορίστηκε η 18η Δεκεμβρίου

De Siris

Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

Σπύρος Μαρινάτος

Σπύρος Μαρινάτος

Ο Σπύρος Μαρινάτος ήταν Έλληνας αρχαιολόγος και ακαδημαϊκός, ο οποίος γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς στις 4 Νοεμβρίου του 1901 και πέθανε στον χώρο του ανασκαφών του προϊστορικού οικισμού του Ακρωτηρίου της Σαντορίνης στις 1 Οκτωβρίου του 1974.

Συνοπτικό Βιογραφικό

Γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς στις 4 Νοεμβρίου του 1901. Σπούδασε αρχαιολογία στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου αποφοίτησε το 1921. Το 1925 διορίστηκε Έφορος Αρχαιοτήτων Κρήτης.

Κατά την περίοδο 1927-1929 έφυγε για μετεκπαίδευση στην Γερμανία.

Την περίοδο 1937-1939 ήταν διευθυντής Αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων του Υπουργείου Παιδείας. Το 1939 εκλέχτηκε τακτικός καθηγητής της Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1955 εκλέχτηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Την περίοδο 1955-1958 διετέλεσε για δεύτερη φορά διευθυντής Αρχαιοτήτων και Ιστορικών Μνημείων του Υπουργείου Παιδείας. Το 1958 εκλέχτηκε πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1967 ανέλαβε την Γενική Επιθεώρηση Αρχαιοτήτων. Κατά την περίοδο 1967-1974 πραγματοποιεί ανασκαφές στο Ακρωτήρι της Σαντορίνης. Στις 1 Οκτωβρίου του 1974 πέθανε από ατύχημα στην λεγόμενη Τριγωνική Πλατεία, στον χώρο των ανασκαφών του προϊστορικού οικισμού του Ακρωτηρίου. Ο Σπύρος Μαρινάτος κηδεύτηκε αρχικά, όπως επιθυμούσε, στο χώρο του Συγκροτήματος Δ, στον προϊστορικό οικισμό του Ακρωτηρίου της Σαντορίνης και έμεινε εκεί μέχρι το 2005. Στην συνέχεια, όμως, μεταφέρθηκε πλησίον του φυλακίου στην νότια (κεντρική) είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, αλλά αναμένεται στο μέλλον να μεταφερθεί σε μνημείο που θα χτιστεί προς τιμήν του σε άλλη κοντινή θέση.

Ανασκαφική Δραστηριότητα

Το 1927 αποκάλυψε είσοδο προϊστορικού σπηλαίου κοντά στο χωριό Ελένες Αμαρίου του Νομού Ρεθύμνου, το οποίο έγινε γνωστό ως τρύπα του Μαργελέ. Το βάθος του είναι ανεξερεύνητο ακόμα. Το 1932, οι ανασκαφές του Σπύρου Μαρινάτου στην Αμνισό της Κρήτης έφεραν στο φως μινωική έπαυλη της Μεσομινωικής ΙΙΙ περιόδου με θαυμάσιες τοιχογραφίες. Κατά την διάρκεια των ανασκαφών βρήκε ηφαιστειακό υλικό σε μινωικά στρώματα, πράγμα που τον οδήγησε στην άποψη ότι ο Μινωικός πολιτισμός πρέπει να καταστράφηκε από την ηφαιστειακή έκρηξη της Θήρας. Την θεωρία αυτή την δημοσίευσε το 1939. Αυτό τον οδήγησε το 1967 στην μεγάλη ανακάλυψη του προϊστορικού οικισμού στο Ακρωτήρι της Σαντορίνης, αν και τελικά, με βάση τις πρόσφατες χρονολογήσεις της Μινωικής έκρηξης, η θεωρία του περί της εκρήξεως αποδείχτηκε εσφαλμένη.

Το 1934 έφερε στο φως μεγάλο oίκημα του τέλους της Μεσομινωικής περιόδου στην περιοχή του Αποδούλου στο νομό Ρεθύμνου.

Το 1934, κοντά στο χωριό Μονοπολάτα της Κεφαλλονιάς, ανακάλυψε Μυκηναικό Νεκροταφείο (1300 - 1100 π.Χ.) με πλήθος πήλινων και χάλκινων αντικειμένων καθώς και μια σαρκοφάγο.

Το 1963 έκανε ανασκαφές στο νησάκι που βρίσκεται μέσα στην υπόγεια λίμνη της Μελισσάνης στην Κεφαλλονιά, όπου ανακάλυψε ιερό αφιερωμένο στον θεό Πάνα καθώς και κεραμική του 3ου και 4ου αιώνα π.Χ., όπως ειδώλιο του Πάνα, λυχνάρια και πλάκες με ανάγλυφη γυναικεία μορφή και με πομπή νυμφών.

Κατά την περίοδο 1967-1974 πραγματοποιεί ανασκαφές στο Ακρωτήρι της Σαντορίνης, όπου ήρθε στο φως μια ολόκληρη πόλη της Υστεροκυκλαδικής Ι περιόδου, θαμένη κάτω από τα ηφαιστειακά υλικά. Ο Σπύρος Μαρινάτος υποστήριξε ότι η Σαντορίνη ήταν η χαμένη Ατλαντίδα που αναφέρει ο Πλάτωνας.

Η τυχαία εύρεση το 1969 ενός τάφου στη θέση Τσέπι Μαραθώνος οδήγησε τον Σπύρο Μαρινάτο στην αποκάλυψη μεγάλου μέρους προϊστορικού νεκροταφείου και στην ανασκαφή κατά την περίοδο 1970-1973 27 τάφων.

Άλλες περιοχές στις οποίες ο Σπύρος Μαρινάτος είχε ανασκαφική δραστηριότητα ήταν:

Οι αρχαιολογικοί χώροι της Αμφιγενείας και της Περιστεριάς στην Μεσσηνία.

Τα ερείπια της Κράνης και οι τάφοι της Λειβαθώς στην Κεφαλλονιά.

Οι Αρχάνες της Κρήτης (μικρή ανασκαφική δραστηριότητα)

Σπυρίδων Μαρινάτος και Δικτατορία των Συνταγματαρχών

Ο Σπύρος Μαρινάτος είχε κατηγορηθεί ως θιασώτης της δικτατορίας των Συνταγματαρχών. Σε πανηγυρικό λόγο, μάλιστα, που εκφώνησε στις 2 Μαΐου του 1968 ανέφερε ανάμεσα σε άλλα:

"Σήμερον εορτάζομεν μίαν νέαν επέτειον εις την δολιχοδρομίαν του Ελληνικού Εθνους, του παλαιοτέρου ιστορικού έθνους επί του εδάφους της Ευρώπης και ενός εκ των δύο ή τριών παλαιοτάτων εθνών επί του πλανήτου. Είναι η επέτειος της 21ης Απριλίου."

Ενδεικτική Εργογραφία

"Επιγραφή εις Βριτομάρπιν εκ Χερσονήσου", ΑΔ 9, 1924.

"Γοργόνες - Γοργόνεια", ΑΕ 1927-1928, 7-41

"Ευμάθιος ο Φιλοκαλής, τελευταίος στρατηγός του βυζαντινού θέματος της Κρήτης", ΕΕΒΣ 7, 1930.

"ΑΙ ΠΕΡΙΦΗΜΟΙ ΚΡΗΤΙΚΑΙ ΚΥΝΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΟΣ", Περιοδικό Κυνηγετικά Νέα, Μάρτιος 1933.

"Παγκαλοχώρι", ΑΔ 15, (1933-35).

"The Volcanic Destruction on Minoan Crete", Antiquity 425:39, 1939.

"Περί τους νέους βασιλικούς τάφους των Μυκηνών", Γέρας Αντωνίου Κεραμοπούλλου, Αθήνα 1953.

"Θερμοπύλαι", Αθήνα 1955

"Εργασίαι εν Βαθυπέτρω, Αρχάναις και Ιδαίω Άντρω", ΠΑΕ 1956, 223-225.

"Kleidung, Haar und Barttracht", ArchHom I,A,B, 1967.

"ΑΝΑΣΚΑΦΑΙ ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ", Πρακτικά της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1970.

"ΜΑΡΑΘΩΝ", Πρακτικά της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1971.

"Θησαυροί της Θήρας", Έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1972

Marinatos Sp., Hirmer M.: "Kreta, Thera und das Mykenische Hellas", München 1973

"Ανασκαφαί Θήρας VI" (1972), Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα 1974.

"Ανασκαφαί Θήρας VII" (1973), Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα 1976.

De Siris