Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

Erich Fromm


Έριχ Φρομ

Έριχ Φρομ, γερμανικής καταγωγής αμερικανός ψυχαναλυτής και κοινωνικός φιλόσοφος. Γεννήθηκε στην Φρανκφούρτη του Μάιν στις 23 Μαρτίου 1900 και πέθανε στο Μπουράλτο της Ελβετίας στις 18 Μαρτίου 1980. Άρχισε να ασκεί ψυχανάλυση ως μαθητής του Φρόιντ, αλλά σύντομα διαφώνησε μαζί του. Εγκαταλείπει την ναζιστική Γερμανία το 1933 για τις Ηνωμένες Πολιτείες, έχοντας ήδη μεγάλη φήμη. Το 1934 γίνεται μέλος του διδακτικού προσωπικού του πανεπιστημίου Κολούμπια. Το 1941 μέλος του διδακτικού προσωπικού του Κολεγίου Μπένινγκτον στο Βερμόντ και το 1951 διορίζεται καθηγητής της Ψυχανάλυσης στο Εθνικό Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού. Από το 1957 ως το 1961 ήταν συγχρόνως καθηγητής και στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, για να επιστρέψει τελικά στην Νέα Υόρκη το 1962 ως καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.

Ο άνθρωπος ως ιστορικό ον

Απορρίπτοντας τον βιολογικό προσανατολισμό του Φρόιντ, στρέφεται, για την κατανόηση του ανθρώπινου χαρακτήρα και του ψυχισμού του, στην ιστορία. Στηρίζει την έρευνα του σχεδίου δημιουργίας της “ανθρώπινης φύσης”. Επηρεασμένος από τον βουδισμό, δεν παραγνωρίζει τον “ατομικό ανθρώπινο ψυχισμό”, όμως θεωρεί πολύ βασικό παράγοντα της ανθρώπινης εξέλιξης τον “κοινωνικό χαρακτήρα”. Ο άνθρωπος είναι μέρος ενός συνόλου, δε μπορεί να μελετηθεί η φύση του χωρίς να ληφθεί υπόψη αυτός ο παράγοντας. Είτε το σύνολο αυτό είναι στον χώρο (η Φύση, ο ίδιος ο πλανήτης ακόμα και το Σύμπαν), είτε στο χρόνο (ιστορία).

Ο Φρομ δεν “κλείνεται” σε ένα εργαστήριο, μελετώντας αποκλίνουσες περιπτώσεις, αλλά μελετά την φύση του ανθρώπου μέσα στην κοινωνία και θεωρεί ότι η εξέλιξη του ανθρώπου είναι και η εξέλιξη της κοινωνίας και αντίστροφα. Προσαρμόζει στις υλικές απαιτήσεις της ψυχολογίας της εποχής του, καθαρά φιλοσοφικές θέσεις που οι ρίζες τους είναι αρκετά βαθιές μέσα στον χρόνο.

Ο άνθρωπος και ο θεός

Σπουδαίος μελετητής των θρησκειών, αναφέρεται αρκετές φορές στην σχέση του ανθρώπου με τον “Θεό”. Θεωρεί ότι ο άνθρωπος, ανάλογα με το βίωμά του και την εμπειρία του ονομάζει (ή καλύτερα σφετερίζεται το όνομα) του “Θεού”, καθώς χαρακτηρίζει και την φύση του. Εντοπίζει το πρόβλημα στις σημερινές θρησκείες και στο γεγονός ότι ο άνθρωπος προσπαθεί να κατεβάσει τον “Θεό” στο δικό του επίπεδο, στην υλική του φύση. Έτσι, σε κάθε εποχή και πολιτισμό δίνει και διαφορετική έννοια στον “Θεό”, ουσιαστικά τον μετατρέπει σε προέκταση του εαυτού του, καταχράται την εξουσία δίνοντάς του, τα δικά του χαρακτηριστικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Παλαιά Διαθήκη, που δεν είναι ιστορία του κόσμου, όπως ισχυρίζεται αλλά ιστορία του Εβραϊκού Έθνους.

Παραγκωνισμός της ηθικής από την ύλη

Γνώστης της αρχαίας φιλοσοφίας, δεν ξεχωρίζει την ηθική από την ψυχολογία. Συγκεκριμένα λέει: “Οι κρίσεις αξιών που κάνουμε καθορίζοντας τις ενέργειές μας, η ψυχική μας υγεία και η ευτυχία βασίζεται στην εγκυρότητά τους. Το να θεωρούμε τις εκτιμήσεις, απλώς σαν αιτιολογίες των ασυνείδητων, παράλογων επιθυμιών -…- περιορίζει και παραμορφώνει την εικόνα μας για το σύνολο της προσωπικότητας. Αυτή καθαυτή η νεύρωση είναι, σε τελευταία ανάλυση, ένα σύμπτωμα ηθικής αξίας (αν και η προσαρμογή δεν είναι καθόλου σύμπτωμα ηθικής επιτυχίας)” .

Εδώ μας φανερώνει ο Εριχ Φρομ κάτι που αρχίζει πλέον να είναι καθολικά αποδεκτό: δηλαδή, ότι οι μαζικές νευρώσεις και γενικά η στάση ζωής του δυτικοευρωπαίου, που είναι γεμάτη από ανασφάλειες, εσωτερικές συγκρούσεις και έλλειψη ικανοποίησης, προέρχεται από την έλλειψη ηθικών αξιών, για να μην πούμε της ίδιας της ηθικής. Αλλά αυτό που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι, θεωρεί την ψυχολογία, την κοινωνιολογία και την οικονομία αδιάσπαστες από την ίδια τη φιλοσοφία.

Αποδυνάμωση του ανθρώπου

Ο άνθρωπος, αφού έχει οικοδομήσει έναν υλικό κόσμο χάρη στην λογική του (της κατώτερης σκέψης), έχει τιθασεύσει τα στοιχεία της Φύσης για χάρη της “παραγωγής”, έχει εκπληρώσει το υλιστικό όνειρό του να κατακτήσει τη φύση, ωστόσο δεν νιώθει άνετος με τον εαυτό του, δεν είναι ευτυχισμένος. Η δύναμή του απέναντι στην ύλη μεγαλώνει και αυτός αισθάνεται ακόμα πιο αδύναμος. Νιώθει ότι έχει χάσει τον σκοπό: να κατακτήσει τον εαυτό του. Προτείνει, λοιπόν, ο Εριχ Φρομ: “Υπέρτατες αξίες της ουμανιστικής ηθικής δεν είναι η αυταπάρνηση, ούτε η ιδιοτέλεια, αλλά η αγάπη του ατόμου προς τον εαυτό του. Αν ο άνθρωπος πρόκειται να έχει εμπιστοσύνη στις αξίες, πρέπει να γνωρίζει τον εαυτό του και την ικανότητα της φύσης του να ρέπει προς το καλό…” .

Ουμανιστική και αυταρχική ηθική

Η διαφορά ανάμεσα στην ουμανιστική ηθική και την αυταρχική απεικονίζεται στις διάφορες σημασίες που συνδέονται με τη λέξη “αρετή”. Διαφωνεί με τον Αριστοτέλη που ορίζει την αρετή σαν “τελειότητα, υπεροχή”, αντιπαραθέτοντας τον Παράκελσο που αναφέρει: “Η αρετή χρησιμοποιείται λόγου χάρη σαν συνώνυμο του ατομικού χαρακτηριστικού του κάθε πράγματος, δηλαδή της ιδιομορφίας του”. «Μια πέτρα ή ένα λουλούδι, έχει το καθένα τη δική του αρετή, τον δικό του ιδιαίτερο συνδυασμό σε ειδικές ιδιότητες. Κατά τον ίδιο τρόπο και η αρετή του ανθρώπου είναι το συγκεκριμένο σύνολο ιδιοτήτων, που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο γένος, ενώ η αρετή του κάθε ανθρώπου είναι η ιδιαίτερη ατομικότητά του.”

Μια ενδιαφέρουσα άποψη, αν αναλογιστούμε ότι η ατομικότητα είναι η ίδια η ψυχή, άρα η επαφή μαζί της και η γνώση της είναι παράγοντες που κάνουν κάποιον ενάρετο. Ουσιαστικά μας λέει, ότι η ηθική είναι αιώνια, αφού συνοδεύει πάντα την ψυχή και η ανακάλυψή της είναι ο παντοτινός σκοπός του ατόμου (ακόμα και της ίδιας της ανθρωπότητας). Αμφισβητεί την “Αυταρχική Ηθική” που απλά είναι κανόνες προσαρμοσμένοι σε κάθε πολιτισμό και ιδιοσυγκρασία ομαδική ή εθνολογική, που πολλές φορές επιβάλλονται ακόμα και με τη βία.

Η ουσιαστική ελευθερία

Λέει: "Είναι η ανεξαρτησία και η ελευθερία ταυτόσημες με την απομόνωση και το φόβο; Ή μήπως υπάρχει μια κατάσταση θετικής ελευθερίας, στην οποία το άτομο υπάρχει σαν ανεξάρτητο εγώ, χωρίς όμως να είναι απομονωμένο, αλλά ενωμένο με τον κόσμο, με τους άλλους ανθρώπους, με τη φύση;”. Και συνεχίζει: “Ο άνθρωπος μπορεί να είναι ελεύθερος χωρίς να είναι μόνος, να έχει κριτική σκέψη, χωρίς να τον πλημμυρίζουν αμφιβολίες, ανεξάρτητος και εν τούτοις να αποτελεί συστατικό μέρος της ανθρωπότητας. Την ελευθερία αυτή ο άνθρωπος μπορεί να την αποκτήσει με την ολοκλήρωση του εγώ του, με το να είναι ο εαυτός του… Με άλλα λόγια, η θετική ελευθερία συνίσταται στην αυθόρμητη δραστηριότητα του συνόλου, της ολοκληρωμένης προσωπικότητας… Αυθόρμητη δραστηριότητα δεν σημαίνει υποχρεωτική δραστηριότητα… Δεν είναι η δραστηριότητα ενός αυτόματου, που σημαίνει την δίχως κριτικό πνεύμα υιοθέτηση των κανόνων και προτύπων που υποβάλλονται από τον εξωτερικό κόσμο.”

Ουσιαστικά η ελευθερία του ανθρώπου είναι η δημιουργική συμμετοχή του, με όλες τις πλευρές της προσωπικότητας, στις δραστηριότητες της ζωής, ακονίζοντας συγχρόνως και τους φορείς της. Αυτό κατορθώνεται απλά με την πλήρη συνείδηση του εαυτού, εν ολίγοις με το σωκρατικό “γνώθι σ’ αυτόν”.

Προσανατολισμός του ατόμου

Ο Εριχ Φρομ όρισε τον χαρακτήρα ως “μια σταθερή δομή διοχέτευσης των ανθρώπινων ενεργειών στις διαδικασίες αφομοίωσης και κοινωνικοποίησης του ατόμου” και διαφοροποίησε πέντε τύπους χαρακτήρα παίρνοντας ως βάση τον προσανατολισμό του ατόμου για την ικανοποίηση των υποκειμενικών του αναγκών μέσα στα πλαίσια του δεδομένου περιβάλλοντος στο οποίο ζει και λειτουργεί. Έτσι έχουμε συγκεκριμένα:

- Το άτομο με προσανατολισμό αποδοχής πιστεύει ότι όλες του οι ανάγκες και επιθυμίες μπορούν να ικανοποιηθούν από εξωγενείς πηγές. Στηρίζεται στην εξουσία για άντληση γνώσης και βοήθειας και στους ανθρώπους για τη γενικότερη στήριξη της ατομικής του υπαρξιακής οντότητας.

- Ο προσανατολισμός εκμετάλλευσης ωθεί το άτομο σε βίαιη απόκτηση αυτών που επιθυμεί με επιβολή στους άλλους. Στις ερωτικές του σχέσεις αισθάνεται γοητευμένος μόνο όταν “κλέβει” από κάποιον το ταίρι του, ενώ στον κόσμο των ιδεών οικειοποιείται το έργο των άλλων παρουσιάζοντάς το ως δικό του έργο.

- Το άτομο με έντονη αίσθηση φιλαργυρίας ή τσιγγουνιάς αναλώνει τις δραστηριότητές του στη συλλογή και παθολογική φύλαξη των “αποκτημάτων” του (όχι μόνο των υλικών αγαθών και χρημάτων) αλλά και των σκέψεων, συναισθημάτων και άλλων συμβολικών αξιών και εννοιών.

- Το άτομο με προσανατολισμό του “μάρκετινγκ” θεωρεί τις ικανότητές του ως “εμπόρευμα για πώληση ή αγορά” και ενώ διακατέχεται από ένα μόνιμο συναίσθημα ανασφάλειας και άγχους διαπραγματεύεται ασταμάτητα την αγοραπωλησία αναγκών, επιθυμιών ή μέσων ικανοποίησής τους.

- Σε αντίθεση με τους προηγούμενους, μη παραγωγικούς τύπους χαρακτήρα, ο τύπος του παραγωγικού προσανατολισμού αναφέρεται στον άνθρωπο με την ικανότητα να χρησιμοποιεί τις δυνάμεις του παραγωγικά και δημιουργικά. Το άτομο που διαθέτει τέτοιο τύπο χαρακτήρα δεν είναι απαραίτητο να γίνει μεγάλος επιστήμονας ή καλλιτέχνης. Ο Φρομ πίστευε ότι ο παραγωγικός χαρακτήρας δίνει στον άνθρωπο την ικανότητα να σκέφτεται ανεξάρτητα, να ικανοποιεί τις αισθήσεις του χωρίς άγχος, να χαίρεται τις ομορφιές της ζωής, τη φύση και τις τέχνες –με άλλα λόγια- να απολαμβάνει αυτήν την τόσο εφήμερη ζωή μας.

Τα έργα του
Στα έργα του συγκαταλέγονται: “Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία”, “Και ως θεοί έσεσθε”, “Ο άνθρωπος για τον εαυτό του”, “Η υγιής κοινωνία”, “Ψυχανάλυση και θρησκεία”, “Η τέχνη της αγάπης”(σε συνεργασία με Ντ.Τ.Σουζούκι και Ρ.Ντ.Μαρτίνο), “Πέρα από τις αλυσίδες της ψευδαίσθησης”, “Η επανάσταση της ελπίδας” και “Η κρίση της ψυχανάλυσης”.


De Siris

Η απελευθέρωση της Καλαμάτας


Η απελευθέρωση της Καλαμάτας
Επαναστατικός αναβρασμός επικρατούσε στη Μάνη τον Μάρτιο του 1821. Ο Κολοκοτρώνης βρισκόταν στην Καρδαμύλη και οι Φιλικοί είχαν κάμψει τις αντιρρήσεις του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη για το άκαιρο του ξεσηκωμού.

Στα μέσα του μηνός ένα πλοίο φορτωμένο με πολεμοφόδια, σταλμένο από τους Φιλικούς της Σμύρνης, φθάνει στο λιμάνι του Αλμυρού, έξω από την Καλαμάτα. Ο Νικηταράς και ο Αναγνωσταράς με τους άνδρες τους αναλαμβάνουν να μεταφέρουν το πολύτιμο φορτίο σε ασφαλές μέρος.

Οι οθωμανικές αρχές της Καλαμάτας πληροφορούνται το γεγονός και ενεργώντας αφελώς ζητούν να μάθουν από τους προκρίτους το περιεχόμενο του φορτίου και γιατί συνοδεύεται από ενόπλους. Αυτοί τους απαντούν ότι οι ένοπλοι είναι χωρικοί που συνοδεύουν φορτία λαδιού για το φόβο των ληστών. Ο βοεβόδας της Καλαμάτας Σουλεϊμάν αγάς Αρναούτογλου πείθεται και ζητά τη βοήθεια των Μανιατών, που στέλνουν στην πόλη 150 άνδρες, υπό τον Ηλία Μαυρομιχάλη (20 Μαρτίου).
Από τις 17 Μαρτίου, όμως, οι πρόκριτοι της Μάνης, υπό την αρχηγία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, είχαν υψώσει τη σημαία της επανάστασης στην Τσίμοβα, σημερινή Αρεόπολη της Λακωνίας. Ο παπάς του χωριού όρκισε και ευλόγησε τα όπλα των καπεταναίων και των παλικαριών τους στην Εκκλησία των Ταξιαρχών. Οι ατίθασοι Μανιάτες ξεκίνησαν την Επανάσταση, οκτώ μέρες πριν από τη συμβατική της έναρξη.

Αμέσως μετά, ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης και ο Γιατράκος ξεκινούν για τον Μιστρά και τη Μονεμβασιά, ενώ ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με 2.000 άνδρες για την Καλαμάτα. Εν τω μεταξύ, στο άλλο άκρο της Πελοποννήσου σημειώνεται η πρώτη επαναστατική ενέργεια του Αγώνα, με την πολιορκία των Καλαβρύτων (21 Μαρτίου), την οποία υπερασπίζεται για λογαριασμό των Οθωμανών ένας άλλος Αρναούτογλου, ο Ιμπραήμ.

Οι Μανιάτες φθάνουν έξω από την Καλαμάτα στις 22 Μαρτίου και καταλαμβάνουν τους γύρω λόφους. Τότε μόνο ο αγάς της πόλης κατανοεί τι συμβαίνει. Είναι αργά για να διαφύγει στην Τριπολιτσά, καθώς η Καλαμάτα είναι ολόγυρα αποκλεισμένη και αποφασίζει να αντιτάξει άμυνα με τους Τούρκους της πόλης. Όταν το πρωί της 23ης Μαρτίου 1821 οι επαναστάτες εισέρχονται στην Καλαμάτα, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης ζητά από τον Αρναούτογλου να παραδοθεί, τονίζοντάς του το μάταιο της προσπάθειάς του.

Πράγματι, ο αγάς παραδίδει στους επαναστάτες με πρωτόκολλο την πόλη και τον τουρκικό οπλισμό. Το μεσημέρι, μπροστά από την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα, οι ιερείς ευλογούν τις σημαίες και ορκίζουν τους αγωνιστές.
Επακολούθησε σύσκεψη των οπλαρχηγών, που αποφάσισαν τη δημιουργία μιας επαναστατικής επιτροπής, την οποία ονόμασαν «Μεσσηνιακή Γερουσία», για τον καλύτερο συντονισμό του αγώνα. Η ηγεσία της ανατέθηκε στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, που έφερε τον τίτλο Αρχιστράτηγος του Σπαρτιατικού και Μεσσηνιακού στρατού. Την ίδια μέρα, η «Μεσσηνιακή Γερουσία», με Προκήρυξή της προς την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, γνωστοποιεί ότι οι Πελληνεύς ξεσηκώθηκαν για την ελευθερία τους.

Το κείμενο της Προκήρυξης, το πρωτότυπο της οποίας σώζεται στα αρχεία του Foreign Office (βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών), είναι το εξής:

Προειδοποίησις εις τας Ευρωπαϊκάς Αυλάς, εκ μέρους του φιλογενούς αρχιστρατήγου των Σπαρτιατικών στρατευμάτων Πέτρου Μαυρομιχάλη και της Μεσσηνιακής Συγκλήτου.
Ο ανυπόφορος ζυγός της Οθωμανικής τυραννίας εις το διάστημα ενός και επέκεινα αιώνος, κατήντησεν εις μίαν ακμήν, ώστε να μην μείνη άλλο εις τους δυστυχείς Πελοποννησίους Γραικούς, ει μη μόνον πνοή και αυτή δια να ωθή κυρίως τους εγκαρδίους των αναστεναγμούς.
Εις τοιαύτην όντες κατάστασιν στερημένοι από όλα τα δίκαιά μας, με μίαν γνώμην ομοφώνως απεφασίσαμεν να λάβωμεν τα άρματα, και να ορμήσωμεν κατά των τυράννων. Πάσα προς αλλήλους μας φατρία και διχόνοια, ως καρποί της τυραννίας απερρίφθησαν εις τον βυθόν της λήθης, και άπαντες πνέομεν πνοήν ελευθερίας.
Αι χείρες ημών αι δεδεμέναι μέχρι του νυν από τας σιδηράς αλύσσους της βαρβαρικής τυραννίας, ελύθησαν ήδη, και υψώθηκαν μεγαλοψύχως και έλαβον τα όπλα προς μηδενισμόν της βδελυράς τυραννίας.
Οι πόδες ημών οι περιπατούντες εν νυκτί και ημέρα εις τας εναγκαρεύσεις τας ασπλάγχνους τρέχουν εις απόκτησιν των δικαιωμάτων μας. Η κεφαλή μας η κλίνουσα τον αυχένα υπό τον ζυγόν τον απετίναξε και άλλο δεν φρονεί, ει μη την Ελευθερίαν.
Η γλώσσα μας η αδυνατούσα εις το να προφέρη λόγον, εκτός των ανωφελών παρακλήσεων, προς εξιλέωσιν των βαρβάρων τυράννων, τώρα μεγαλοφώνως φωνάζει και κάμνει να αντηχή ο αήρ το γλυκύτατον όνομα της Ελευθερίας.
Εν ενί λόγω απεφασίσαμεν, ή να ελευθερωθώμεν, ή να αποθάνωμεν. Τούτου ένεκεν προσκαλούμεν επιπόνως την συνδρομήν και βοήθειαν όλων των εξευγενισμένων Ευρωπαίων γενών, ώστε να δυνηθώμεν να φθάσωμεν ταχύτερον εις τον Ιερόν και δίκαιον σκοπόν μας και να λάβωμεν τα δίκαιά μας.
Να αναστήσωμεν το τεταλαιπωρημένον Ελληνικόν γένος μας. Δικαίω τω λόγω η μήτηρ μας Ελλάς, εκ της οποίας και υμείς εφωτίσθητε, απαιτεί ως εν τάχει την φιλάνθρωπον συνδρομήν σας, και ευέλπιδες, ότι θέλει αξιωθώμεν, και ημείς θέλομεν σας ομολογή άκραν υποχρέωσιν, και εν καιρώ θέλομεν δείξη πραγματικώς την υπέρ της συνδρομής σας ευγνωμοσύνην μας.
1821 Μαρτίου 23 εν Καλαμάτα. Εκ του Σπαρτιατικού Στρατοπέδου
Πέτρος Μαυρομιχάλης, αρχιστράτηγος του Σπαρτιατικού και Μεσσηνιακού στρατού.

De Siris

Ακίρα Κουροσάβα


Ακίρα Κουροσάβα

Ο Ακίρα Κουροσάβα γεννήθηκε στις 23 Μαρτίου 1910 και πέθανε στις 6 Σεπτεμβρίου 1998, ήταν Ιάπωνας σκηνοθέτης. Επηρέασε με τις ταινίες του μιαν ολόκληρη γενιά Δυτικών σκηνοθετών, από τον Σέρτζιο Λεόνε ως τον Τζορτζ Λούκας.

Βιογραφικό

Ο Ακίρα Κουροσάβα είναι αναμφίβολα ο γνωστότερος στην Δύση Ιάπωνας σκηνοθέτης. Κατά την διάρκεια της ζωής του γύρισε περισσότερα από 30 φιλμ. Μερικά από αυτά τιμήθηκαν και με διεθνή βραβεία, όπως ο Χρυσός Λέων στο Φεστιβάλ της Βενετίας το 1951 για την ταινία "Rashômon", και ο Χρυσός φοίνικας του Φεστιβάλ των Καννών του 1980 για την ταινία "Kagemusha".

Ο Ακίρα Κουροσάβα γεννήθηκε στις 23 Μαρτίου του 1910 στην Ομόρι (Τόκιο), τελευταίο των οκτώ παιδιών του Ισαμού (Isamu) και της Σίμα (Shima) Κουροσάβα. Αρχικά ήθελε να γίνει ζωγράφος, αλλά δεν έγινε δεκτός στην Ακαδημία Τεχνών. Το 1936 γίνεται βοηθός του σκηνοθέτη Γιαμαμότο Κατζίρο (Yamamoto Kajirô), που δούλευε σε μια γιαπωνεζική εταιρεία πραγωγής ταινιών. Σε τούτην την εταιρεία ο Κουροσάβα γυρίζει το πρώτο του φιλμ: "Σουγκάτα Σανσίρο" (Sugata Sanshiirô) (1943), μια διασκεδαστική ταινία για την ιστορία του τζούντο. Στα επόμενα χρόνια ο Κουροσάβα παράγει ταινίες πιό απλές κι εμπορικές, όπως η συνέχεια του Σουγκάτα Σανσίρο (1945), οι οποίες γεννιούνται υπό τον έλεγχο της στρατιωτικής κυβέρνησης της Ιαπωνίας, που λογοκρίνει αυστηρά ολόκληρη την πνευματική δημιουργία της εποχής και ευνοεί κυρίως την παραγωγή λογοτεχνικών και κινηματογραφικών έργων με πατριωτικό περιεχόμενο. Η συνέχεια του Σουγκάτα Σανσίρο είναι, εξ αιτίας τούτης της πίεσης εκ μέρους της κυβέρνησης, ενα πατριωτικό φιλμ που σκοπεύει να δείξει στο κοινό την υπεροχή της ιαπωνεζικής πολεμικής τέχνης (τζούντο) απέναντι σ'εκείνη των εχθρών των Ιαπώνων, των Αμερικανών (μποξ). Για τον Κουροσάβα, που συμπορευόταν με την αριστερά, η οποία στην Ιαπωνία της δεκαετίας του '20 είχε παίξει μεγάλο ρόλο κυρίως για την νεα γενιά, η εμπειρία της αντίδρασης εκ μερους των συντηρητικών τάξεων και ομάδων της Ιαπωνίας, της έλλειψης ελευθερίας και του πολέμου υπήρξε σημαντικότατη.

Το πρώτο φιλμ που γύρισε μετά τον πόλεμο, "Δεν λυπόμαστε την νεολαία μας" (1946), είχε σαν θέμα την ιστορία της Ιαπωνίας από την δεκαετία του '30 ως το 1946. Η ταινία βασιζόταν στην "πτώση του Τακικάβα", που έλαβε χώρο το 1933 όταν ένας καθηγητής αναγκάσθηκε από την κυβέρνηση να παραιτηθεί εξ αιτίας των πολιτικών απόψεών του, δηλαδή γιατί φαινόταν υποστηρίζει την αριστερά και τα κινήματα των φοιτητών. Η ταινία του Κουροσάβα διηγόταν την ιστορία του φοιτητή Νογκέ και της Ιούκιε, της θυγατέρας του πρύτανη του πανεπιστημίου Κιότο. Ο Νόγκε ανήκει στο αριστερό κίνημα φοιτητών και επιδιώκει να σώσει το πανεπιστήμιο απο την προσπάθεια της κυβέρνησις να εμποδίσει την ελευθερία λόγου, ώστε να ελέγχει έτσι την κοινή γνώμη. Οι φοιτητές διαμαρτύρονται και αντιστέκονται. Ενώ ο Νόγκε παλεύει, η κόρη του πρύτανη Ιούκιε ζει αγνοώντας τέτοια ζητήματα· είναι ένα κορίτσι τολμηρό, χωρίς κριτική συνείδηση για το κοινωνικό και πολιτικό καθεστώς της Ιαπωνίας. Μια ημέρα, ο Νόγκε την κατηγορεί για τη συμπεριφορά της, λέγοντας ότι ζει σ' έναν κοσμο μακριά από την πραγματικότητα. Η Ιούκιε πληγώνεται από τούτα τα λόγια, αλλά καταλαβαίνει οτι ο Νόγκε έχει δίκιο. Ο Νόγκε εν τω μεταξύ συλλαμβάνεται και φυλακίζεται, ενώ οι άλλοι φοιτητές σταματούν τις διαμαρτυρίες τους από φόβο μήπως εκδιωχθούν απο το πανεπιστήμιο. Η αντίδραση, οι συντηρητικές δυνάμεις επικρατούν, οι πολίτες δεν έχουν το θάρρος να αντισταθούν στην πίεση της οικονομικής και πολιτικής ελίτ. Οταν μετά τρια χρόνια ο Νόγκε ελευθερώνεται, προσποιείται οτι παράτησε την αντίστασή του κατά της κυβέρνησης και της πολιτικής της και ιδρύει μιαν εφημερίδα, αλλά εξακολουθεί να παλεύει κατά του ιμπεριαλισμού και της δικτατορίας κρυφά, παράνομα. Η Ιούκιε, που ήδη πριν τρία χρόνια τον είχε ερωτευτεί, πηγαίνει σε αυτόν, και οι δυο αρχίζουν να ζουν μαζί. Μιαν ημέρα ο Νογκε όμως συλλαμβάνεται, αφού η δραστηριότητά του ανακαλύφθηκε, και δολοφονείται στην φυλακή από την αστυνομία. Ο Νόγκε ανακηρύσσεται "προδότης της πατρίδας". Μονο η Ιούκιε θα μείνει στο μέρος του, προσπαθώντας να ζει έτσι "ώστε να μην λυπάται τίποτε απο την ζωή της". Μονο μετά τον πόλεμο, μετά τούτη την μεγάλη καταστροφή, θα αναγνωρισθεί επισήμως το μήνυμα που ο Νόγκε ειχε αναγγείλει, και θα θεωρηθεί υπόδειγμα για τη νεολαία.
Τα επόμενα χρόνια ο Κουροσάβα γύρισε το αριστούργημα "Ο μεθυσμένος άγγελος" (1948) και την ταινία που του επέφερε διεθνή εκτίμηση και τον έκανε γνωστό στην Ευρώπη: "Ρασομόν" (1950), στο οποίο απονεμήθηκε ο "Χρυσός Λέων" στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας του 1951. Η ταινία πραγματεύεται το θέμα της αλήθειας, της ανάμνησης και της πραγματικότητας. Άλλες γνωστές ταινίες του Κουροσάβα είναι οι Επτά Σαμουράι, Όνειρα, Γιοτζίμπο, Ραψωδία τον Αύγουστο, Καγκεμούσα.

De Siris

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

Μανώλης Χιώτης


Μανώλης Χιώτης.
Λαϊκός συνθέτης και δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, που εισήγαγε την τέταρτη -διπλή- χορδή στο μπουζούκι.

Γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου του 1920 στη Θεσσαλονίκη, όπου είχε μετακομίσει η οικογένειά του από το Ναύπλιο. Κατά τη διάρκεια των μαθητικών του χρόνων πήρε μαθήματα κιθάρας, μπουζουκιού και ούτι από τον διάσημο μουσικοδιδάσκαλο της εποχής Γεώργιο Λώλο. Το 1935 επέστρεψε με την οικογένειά του στο Ναύπλιο και σε ηλικία μόλις 15 ετών έκανε τις πρώτες εμφανίσεις του σε μαγαζιά της περιοχής.

Η αλήθεια είναι ότι ο Μανώλης Χιώτης δεν έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια. Η οικογένειά του ήταν ευκατάστατη (η μητέρα του μάλιστα διατηρούσε ένα από τα πλέον αριστοκρατικά μπαρ της εποχής) και αυτό το αρχοντικό στυλ στο πάλκο διατήρησε και ο ίδιος στη μετέπειτα πορεία του.
Το 1936 κατέβηκε στην Αθήνα. Εμφανίστηκε για λίγες ημέρες στα «Παγώνια» (στη Σωκράτους και Αγίου Κωνσταντίνου γωνία) και αμέσως μετά στο «Δάσος», πλάι στον μεγάλο Στράτο Παγιουμτζή. Ήταν ακόμα 16 χρονών, ωστόσο ο Παγιουμτζής, διακρίνοντας το ταλέντο του, τον παρουσίασε στην Columbia, με την οποία υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο, ως «διευθύνον πρίμο όργανο», το χειμώνα του 1936.

Την επόμενη χρονιά φωνογράφησε και το πρώτο του τραγούδι «Γιατί δεν λες το ναι» (Το χρήμα δεν το λογαριάζω), με εκτελεστή τον Στράτο Παγιουμτζή. Λίγο αργότερα γνωρίζεται με τον Μπαγιαντέρα και παίζει μαζί του στις κλασικές εκτελέσεις των προπολεμικών επιτυχιών του, «Νυχτερίδα», «Μ' έχεις μαγεμένο», «Ζούσα μοναχός χωρίς αγάπη» κ.ά.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση, ο Μανώλης Χιώτης χρησιμοποιεί για πρώτη φορά τον ενισχυτή στις εμφανίσεις του και η καριέρα του εκτινάσσεται απότομα, όταν ηχογραφεί σε δεύτερη εκτέλεση το ήδη επιτυχημένο τραγούδι του «Ο πασατέμπος» (1946). Σε αυτό το τραγούδι κάνει -σύμφωνα με την κυρίαρχη άποψη- την πρώτη του εμφάνιση το τετράχορδο μπουζούκι, μία καινοτομία που εκτιμάται ότι πρώτος ο Χιώτης χρησιμοποίησε, αν και φαίνεται ότι τελικά το τετράχορδο μπουζούκι υπήρχε και νωρίτερα. Στο πάλκο, χρησιμοποιεί δύο μπουζούκια, ένα κλασικό, με μεταλλικές χορδές, κι ένα με χορδές από έντερα, ώστε η χροιά του να μοιάζει με το ούτι.

Κατά τη δεκαετία του '40 γράφει τη μια επιτυχία μετά την άλλη: «Πάλι στις τρεις ήρθες εχθές να κοιμηθείς» (Ντουο Χάρμα), «Θα σου πω το μυστικό μου» (Μ. Νίνου), «Το φτωχομπούζουκο» (Στ. Τζουανάκος) κ.ά. Το 1950, έπειτα από δυο χρόνια χωρίς σουξέ, γράφει σε στίχους του Ν. Ρούτσου (που του έδινε στίχους που απέρριπτε ο Τσιτσάνης) «Τα πεταλάκια» και την ίδια χρονιά το «Σ' αυτό το φτωχοκάλυβο» με τη Στέλλα Χασκίλ.

Το 1954 παντρεύεται την πρώτη του γυναίκα, την τραγουδίστρια Ζωή Νάχη και αποκτά μαζί της δύο παιδιά. Λίγο αργότερα γνωρίζει τη Μαίρη Λίντα και κάνουν μαζί το ανεπανάληπτο ντουέτο που κυριάρχησε στο ελληνικό τραγούδι μέχρι το '66, οπότε και χώρισαν (είχαν παντρευτεί το 1959). Ανεπανάληπτες επιτυχίες, κλασικές φιγούρες στον κινηματογράφο και λάτιν ρυθμοί, που κορυφώνονταν σε οργιαστικά σόλα. Παράλληλα, δίνει και εκπληκτικά, κλασικού ύφους, σουξέ στον Στέλιο Καζαντζίδη, κυρίως σε στίχους του Χρήστου Κολοκοτρώνη.

Το 1959 ενορχηστρώνει τον «Επιτάφιο» του Μίκη Θεοδωράκη, που έχει κάνει ήδη μια αποτυχημένη έκδοση, και τον απογειώνει. Ακολουθούν οι «Λιποτάκτες», η «Πολιτεία» και το «Αρχιπέλαγος». Με τις ενορχηστρώσεις του Χιώτη και τις φωνές της Μαίρης Λίντα, του Γρηγόρη Μπιθικώτση, του Στέλιου Καζαντζίδη και της Μαρινέλλας, τα έργα του Θεοδωράκη, αλλά και του Χατζιδάκι -του οποίου υπήρξε για καιρό σολίστας- αποκτούν λαϊκή απήχηση. Είναι ουσιαστικά αυτός που ανοίγει το δρόμο και στους άλλους λαϊκούς μουσικούς να συνεργαστούν με τους λόγιους συνθέτες, με αποτέλεσμα την έκρηξη του λεγόμενου «Έντεχνου».

Τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του ήταν και τα πιο δραματικά. Χωρίζει με τη Λίντα (πράγμα που 
του στοίχισε πολύ), κάνει αποτυχημένες συνεργασίες και ο καρκίνος αρχίζει να τον κατατρώγει. Στις 21 Μαρτίου του 1970, ανήμερα των 50ων γενεθλίων του, ο Μανώλης Χιώτης αφήνει την τελευταία του πνοή. Στην κηδεία του, στο Α' νεκροταφείο Αθηνών, ο Γιάννης Καραμπεσίνης παίζει με το μπουζούκι του Χιώτη τα «Ηλιοβασιλέματα» και το δακρυσμένο πλήθος τραγουδά. Μαζί και οι τρεις συντρόφισσες της ζωής του: Ζωή Νάχη, Μαίρη Λίντα και Μπέμπα Κυριακίδου.

Ο Μανώλης Χιώτης υπήρξε μία προσωπικότητα που άλλαξε την ιστορία και την εξέλιξη της μουσικής στην Ελλάδα. Η καινοτομία των τεσσάρων χορδών στο μπουζούκι, που είτε αυτός εφάρμοσε πρώτος είτε την επέβαλλε, μπορεί μεν να προκάλεσε το μένος των παραδοσιακών τριχορδάδων, αλλά έκανε αποδεκτό το μπουζούκι σε όλη την Ελλάδα, μιας και μέχρι τότε ήτανε απαγορευμένο και χαρακτηρισμένο ως «υπερβολικά λαϊκό», αλλά και γνωστό στον υπόλοιπο κόσμο.

De Siris

Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

Henrik Ibsen


Ερρίκος Γιόχαν Ίψεν

Ο Ερρίκος Γιόχαν Ιψεν γεννήθηκε στο Σκίεν της Νορβηγίας στις 20 Μαρτίου 1828. Επτά χρόνια αργότερα, ο πατέρας του υποχρεώνεται να κλείσει την επιχείρησή του και η οικογένεια μετακομίζει στη φάρμα Βένστοπ, για να επιστρέψει στο Σκίεν λίγο αργότερα. 

Ο Ερρίκος Ιψεν άρχισε να γράφει από νωρίς, δίνοντας στα πρώτα έργα του χαρακτήρα επικό και άγριο: Οι ήρωές του έψαχναν την απόλυτη αλήθεια, αλλά ποτέ δεν μπορούσαν να τη βρουν. Αργότερα ο Ιψεν έγινε θαυμαστής του Σίλερ κι αυτό τον ώθησε να γράψει ιστορικά και έμμετρα δράματα, έχοντας ως πηγή έμπνευσης τις σκανδιναβικές «σάγκες». Στη συνέχεια τον ήλξε η αναμόρφωση του γαλλικού και του γερμανικού θεάτρου. Η σύγκρουση χαρακτήρων και στάσεων ζωής μέσα στην κοινωνία μπορεί να δημιουργήσει σύγχρονες τραγωδίες στο θέατρο, πίστευε ο Ιψεν. «Η επιστημονική και κοινωνική εξέλιξη είχαν δείξει, από τη μια μεριά, τις τεράστιες δημιουργικές ικανότητες του ανθρώπου και, από την άλλη, την εξαφάνιση και τη συντριβή του κάτω από το περιβάλλον, το πλήθος και τις δυνάμεις που ο ίδιος δημιούργησε. Αυτό το "δράμα" έφερε στο θέατρο ο Ιψεν, οπλίζοντάς το με της ποιητικής και της δραματικής του ιδιοφυΐας την αρματωσιά» έγραφε ο Μάριος Πλωρίτης για το μεγάλο θεατρικό συγγραφέα. 

Στο Οσλο ο Ιψεν ταξίδεψε πρώτη φορά σε ηλικία 22 ετών. Εργάστηκε ως διευθυντής του Νορβηγικού Θεάτρου στο Μπέργκεν. Παράλληλα, έγραφε κυρίως θεατρικά έργα, πολλά από τα οποία είναι αληθινά αριστουργήματα. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς: «Το Κουκλόσπιτο», «Ο εχθρός του Λαού», «Κατιλίνας», «Η αγριόπαπια», «Εντα Γκάμπλερ», «Πέερ Γκιντ»,«Η κυρά της Θάλασσας» και ένα σωρό άλλα αριστουργήματα, με αποκορύφωμα, φυσικά, τον «Πρωτομάστορα Σόλνες».Ο Ιψεν πιστεύει, πάνω από όλα, με φανατισμό στην ατομική ελευθερία. Το σύνολο του έργου του στρέφεται γύρω από δύο πόλους: τη σπουδαιότητα του ατόμου και τη σημασία της αγάπης. Από το πρώτο του έργο («Κωμωδία του Ερωτα») μέχρι το τελευταίο του («Οταν εμείς οι νεκροί ξυπνήσουμε») πολεμάει το συμβιβασμό, τις προλήψεις, τη ρηχή κοινωνία και αγωνίζεται μέσα από τα θεατρικά του έργα για την απελευθέρωση του ατόμου από τις αλυσίδες του ψεύδους και της συνθηκολόγησης. 

Ο Ιψεν έζησε τη ζωή του στα τρία: Από τη Νορβηγία όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, μετακόμισε για 25 χρόνια στην Ιταλία και τη Γερμανία, για να επιστρέψει και να τελειώσει τη ζωή του στη γενέτειρά του. Ηταν τότε που έγραψε και ένα από τα αριστουργήματά του, τον «Πρωτομάστορα Σόλνες», που δεν είναι τίποτε άλλο από την αυτοβιογραφία του. Φέτος ο «Σόλνες» αποτελεί μία από τις καλύτερες θεατρικές παραστάσεις των αθηναϊκών σκηνών, με τους Νικήτα Τσακίρογλου, Μπέτυ Λιβανού, Πέγκυ Σταθακοπούλου κ.λπ.,σε μια παράσταση ισάξια με την παλαιότερη του εκπληκτικού διδύμου Δημήτρη Χορν και Ελένης Χατζηαργύρη.Επιστρέφουμε στη ζωή του Ερρίκου Ιψεν. Το 1856 αρραβωνιάζεται και το 1858 παντρεύεται τη Σουζάνα Χέλγκελαντ, με την οποία αποκτά την επόμενη χρονιά ένα γιο, τον Σίγκουρσον. Το 1864 αποφασίζει να ζήσει στην Ιταλία, όπου γράφει έργα που από την πρώτη στιγμή γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία, όπως ο «Μπραντ». Η νορβηγική κυβέρνηση του δίνει ένα μισθό, ώστε να μπορεί απερίσπαστος να συνεχίσει τη συγγραφή. Το 1867 τελειώνει τον «Πέερ Γκιντ». Την επόμενη χρονιά αποφασίζει να εγκαταλείψει την Ιταλία και να ζήσει στη Δρέσδη. Εκεί μένει μέχρι το 1875, οπότε μετακομίζει στο Μόναχο. Φαινομενικά, η οικογένεια Ιψεν διάγει μια ήρεμη ζωή. 

Ωστόσο, στη ζωή του Ερρίκου έχουν εισβάλει διαδοχικά τρεις γυναίκες που τον κατακτούν και σφραγίζουν το χαρακτήρα του. Η «χημεία» του με αυτές τις τρεις γυναίκες αποδίδεται ανάγλυφα στη βαθιά αγάπη του πρωτομάστορα Σόλνες και της Χίλντα Βάνγκελ. Η σχέση Σόλνες-Βάνγκελ απεικόνιζε στο θέατρο τη βαθιά σχέση του Ερρίκου Ιψεν με την Εμιλι Μπάρνταχ, την οποία γνώρισε το καλοκαίρι του 1889 στο Τιρόλο. Εκείνος ήταν 61 ετών κι εκείνη 18. Η σχέση τους διήρκεσε μόλις δύο μήνες, λέγεται ότι παρέμεινε πλατωνική και μόνος καρπός της ήταν ο «Πρωτομάστορας Σόλνες». 

Ο μεγάλος συγγραφεάς σκέπτεται σοβαρά να χωρίσει τη γυναίκα του, Σουζάνα, και να παντρευτεί την Εμιλι, αλλά δεν της το λέει ποτέ. Ο Ιψεν και η Μπάρνταχ συνεχίζουν να αλληλογραφούν μέχρι τουλάχιστον το 1898, όταν ο γηραιός, πια, συγγραφέας αποφασίζει να σταματήσει τις επιστολές προς την Εμιλι και να τελειώσει την «Εντα Γκάμπλερ». Σταματά οριστικά να επικοινωνεί με την Μπάρνταχ λίγους μήνες αργότερα, όταν γνωρίζει άλλον ένα μεγάλο έρωτα της ζωής του, τη Χίλντουρ Αντερσεν. Ο Ερρίκος Ιψεν πέθανε στις 23 Μαΐου 1906, σε ηλικία 78 ετών.

Η επίδραση που άσκησε ο Ιψεν στο ευρωπαϊκό θεατρικό στερέωμα υπήρξε κατά γενική ομολογία τεράστια. Το στήσιμο των χαρακτήρων γινόταν με απόλυτη συνέπεια, χωρίς σφάλματα ή δραματικές υπερβάσεις. Οι χαρακτήρες μεταλλάσσονται, αλλά υπακούουν σε μια λογική μετάλλαξης, όχι σε αφαιρετική αυθαιρεσία. Ας κλείσουμε με μια φράση του Μάριου Πλωρίτη: Ο Ιψεν δίδαξε ότι «το δράμα, κι όταν φύγει από τις σφαίρες της έμμετρης ποίησης και του τιτάνιου πάθους, μπορεί να διατηρήσει και ποίηση και πάθος, ακόμα κι αν ο στίβος του είναι η τραπεζαρία ή η αυλή του απέναντι γείτονα».


De Siris

Γιάννης Ζέβγος


Γιάννης Ζέβγος

Μία από τις τρεις σημαίνουσες πολιτικές δολοφονίες κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου. Οι άλλες δύο ήταν του Υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά (Πρωτομαγιά του 1948) και του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ (16 Μαΐου 1948).

Ο διαλλακτικός και μετριοπαθής Γιάννης Ζέβγος (Γιάννης Ταλαγάνης το πραγματικό του όνομα) υπήρξε υψηλόβαθμο στέλεχος του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, έχοντας διατελέσει Υπουργός Γεωργίας στην πρώτη μετακατοχική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Γεννήθηκε στο χωριό Δόριζα της Αρκαδίας το 1897 και ήταν δάσκαλος.

Ως αναπληρωματικό μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ μετέβη το Φεβρουάριο του 1947 στη Θεσσαλονίκη για να παρακολουθήσει το έργο μιας Επιτροπής του ΟΗΕ, που ήταν εγκαταστημένη στη συμπρωτεύουσα και διερευνούσε την κατάσταση στη χώρα μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945).

Το πρωί της 20ης Μαρτίου 1947, ημέρα Πέμπτη, ο Ζέβγος βγαίνει από το ξενοδοχείο «Αστόρια», όπου διέμενε και πηγαίνει στα γραφεία της εφημερίδας «Αγωνιστής». Εκεί, γράφει ένα ακόμη υπόμνημα προς την Επιτροπή του ΟΗΕ, με νέα στοιχεία διωγμών και γενικά αντιδημοκρατικών ενεργειών της Δεξιάς εις βάρος της Αριστεράς. Το μεσημέρι πηγαίνει στο εστιατόριο «Ελβετικόν» για να γευματίσει, όπως συνήθιζε κάθε μέρα.

Κατά την επιστροφή του στο ξενοδοχείο κι ενώ κατέβαινε την οδό Αγίας Σοφίας, ένας νεαρός άνδρας, ηλικίας περίπου τριάντα ετών, που προφανώς τον παρακολουθούσε, πυροβόλησε με περίστροφο τρεις φορές εναντίον του από κοντινή απόσταση. Πέφτοντας, προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά ο δολοφόνος τον πλησίασε και τον πυροβόλησε άλλη μία φορά. Ο Γιάννης Ζέβγος έπεσε νεκρός. Ο δολοφόνος ετράπη αμέσως σε φυγή από την οδό Αγίας Θεοδώρας και συνελήφθη καταδιωκόμενος από πολίτες κι ένα χωροφύλακα, μπροστά στο εργοστάσιο «Φλόκα». Αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν ότι ο δολοφόνος είχε δύο συνεργούς.

Ως δράστης της δολοφονίας αναγνωρίσθηκε ένας πρώην κομμουνιστής, ο κρεοπώλης Χρήστος Βλάχος από τις Σέρρες. Στους αστυνομικούς είπε ότι προέβη στη στυγερή δολοφονία από αγανάκτηση για τα όσα υπέφερε στο Μπούλκες (Στρατόπεδο συγκέντρωσης για απείθαρχους κομμουνιστές στη Γιουγκοσλαβία): «Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι όταν τον είδα… Οι κομμουνιστές με βασάνισαν, επειδή δεν συμφωνούσα μαζί τους». Σε άλλο σημείο της απολογίας του ανέφερε ότι οι κομμουνιστές είχαν εκπορνεύσει τη γυναίκα του, την οποία είχε χωρίσει. Εκείνη, πάντως, είχε δηλώσει ότι τον χώρισε γιατί ήταν προδότης.

Η είδηση της δολοφονίας του Ζέβγου αναστάτωσε τους πάντες, σε μια περίοδο που ο εμφύλιος βρισκόταν στην κορύφωσή του, με τις δύο πλευρές εξίσου δυνατές. Ο φιλοκυβερνητικός Τύπος επιχείρησε να παρουσιάσει το έγκλημα ως «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» στους κόλπους της Αριστεράς. Ο «Ριζοσπάστης» έκανε λόγο για ένα ακόμη έγκλημα των «μοναρχοφασιστών». Και φαίνεται να είχε δίκιο.

Στις 3 Απριλίου 1947, δημοσιεύεται στον «Ριζοσπάστη» γράμμα του Νίκου Σιδηρόπουλου, πρώην κομμουνιστή και τροφίμου στο Μπούλκες, που ήταν συνεργός του Βλάχου στη δολοφονία του Ζέβγου. Ο Σιδηρόπουλος αναφέρει ότι η δολοφονία οργανώθηκε από την ΕΣΑ και το Α2 του Γ' Σώματος Στρατού, υπό την υψηλή εποπτεία του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, Ναπολέοντος Ζέρβα, αρχηγού του ΕΔΕΣ κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Αποκάλυψε, επίσης, ότι το σχέδιο ήταν ευρύτερο, αφού περιελάμβανε και τις δολοφονίες των Γιάννη Πασαλίδη (μετέπειτα προέδρου της ΕΔΑ) και Αλέξανδρου Σακελλαρόπουλου (κατοπινού προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών).

Ο δράστης του φονικού, Χρήστος Βλάχος, προσήχθη σε δίκη και καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών, το 1948. Πολύ γρήγορα, όμως, δραπέτευσε από τη φυλακή και φυγαδεύτηκε στην Αργεντινή. Έπειτα από αρκετά χρόνια επέστρεψε στην Ελλάδα και στις 20 Σεπτεμβρίου 1981, ως τρόφιμος του ψυχιατρείου της Λέρου, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ακρόπολις» αποκάλυψε: «Εγώ δούλευα για την ελληνική και τη συμμαχική αντικατασκοπία, πολεμούσα τους κομμουνιστές και τους Τούρκους... Έτσι, εκτέλεσα και την εντολή που πήρα από τους ανωτέρους μου, να σκοτώσω τον Γιάννη Ζέβγο. Έπρεπε να υπακούσω. Η πατρίδα κινδύνευε, έπρεπε να την καθαρίσω από τους κομμουνιστές. Και τον Σουλτάνο του ΚΚΕ (εννοεί τον Ζαχαριάδη) έπρεπε να τον σκοτώσω».

Από: www.sansimera.gr

De Siris

Νίκος Παπάζογλου


Νίκος Παπάζογλου

Τα μισά από τα καλύτερα τραγούδια που ακούσαμε τα τελευταία είκοσι χρόνια ήταν δικά του. Σε κάθε συναυλία του γίνεται το αδιαχώρητο. Δημιούργησε «σχολή» με το ύφος του, τη γνωστή σχολή της Θεσσαλονίκης. Μιλάμε για τον τύπο με το κόκκινο μαντήλι, τον «ινδιάνο» της ελληνικής μουσικής, Νίκο Παπάζογλου που γεννήθηκε στις 20 Μαρτίου 1948 και πέθανε στις 11 Απριλίου 2011.

Ήρεμος, στοχαστικός, ολιγαρκής, λιτός, ανοιχτόμυαλος, ευαίσθητος άνθρωπος που έχει επιλέξει να ζει όπως ακριβώς θέλει: στους δικούς του ρυθμούς. Εξαιρετικά βαθιά φωνή, γνώριμη για το λυγμό της, χαρακτηριστική για το χρώμα της. Όλα αυτά τα στοιχεία μαζί, δημιούργησαν μια μοναδικά ερωτική σχέση με το κοινό του. Κι έκαναν αυτό το κοινό να αγαπήσει τραγουδοποιούς που εκείνος ανακάλυψε κι ανέδειξε.

Κάθε καλοκαιρινή του εξόρμηση στην Ελλάδα αποτελεί προσωπική του επιλογή, βάσει διαφόρων κριτηρίων, εκτός των οικονομικών. Αν και θεωρείται από τους καλύτερα αμειβόμενους καλλιτέχνες συναυλιών, επειδή δεν υπάρχουν μεσάζοντες στην διοργάνωσή τους. Χρόνια τώρα διοργανώνει και πραγματοποιεί μόνος του τις συναυλίες του με τη Λοξή Φάλαγγα (οι μουσικοί του) στα πιο απίθανα μέρη της Ελλάδας. Θυμηθείτε το live στο ηφαίστειο της Νισύρου ή στο αρχαίο θέατρο της Θάσου.
Γέννημα- θρέμμα της Θεσσαλονίκης, ο Νίκος Παπάζογλου ασχολήθηκε με τη μουσική μέσα από γκρουπ την περίοδο 1965 – 1970. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα, μετακομίζει στο Aachen της Δυτικής Γερμανίας (τότε, το 1972) με το συγκρότημά του ΖΗΛΩΤΗΣ, προκειμένου να επιτύχουν κάτι σε σχέση με τη διεθνή αγορά. Έφτιαξαν έξι τραγούδια που ηχογραφήθηκαν στο Μιλάνο, τα οποία σήμερα υπάρχουν μόνο σε συλλογές κάποιων φίλων. Γυρίζει στην Ελλάδα, όπου σιγά- σιγά αρχίζει να καλλιεργεί όσα έχει στο μυαλό του. «Κάναμε γλέντια -θυμάται σήμερα- στο σπίτι μου, όπου το μπουζούκι ξαναζωντάνευε όχι σαν παρεξηγημένο όργανο. Φαινόταν πως έπαιρνα το δρόμο μου , αυτόν που μ’ έφερε μέχρι εδώ»

Το 1977 ο Νίκος Παπάζογλου κατέβηκε στην Αθήνα, για τις ανάγκες της παράστασης «Αχαρνής» του Διονύση Σαββόπουλου, όπου έπαιζε και τραγουδούσε. Συμμετέχει φυσικά και στο δίσκο που κυκλοφόρησε στη συνέχεια.

Ένα χρόνο μετά ο δίσκος «Η Εκδίκηση Της Γυφτιάς» «σκάει» σαν βόμβα στα θεμέλια του μουσικού «καθώς- πρεπισμού» της εποχής από τη μια, και του λαϊκισμού από την άλλη. Ξυδάκης, Ρασούλης και Παπάζογλου σε μια δουλειά που έγινε στο νεοσύστατο -περίφημο σήμερα- στούντιο «Αγροτικόν» του Νίκου και σημάδεψε για πάντα το ελληνικό τραγούδι.

Αρχικά αντιμετωπίζεται με καχυποψία από τους «ειδικούς», με αρνητικά σχόλια ή και με απορία. «Τι είναι αυτό το πράγμα; έλεγαν. Λαϊκό με επίφαση και στυλ ροκ;»
Η ομάδα όμως ήταν αποφασισμένη. «Χτυπούν» για δεύτερη φορά το 1979 και απαντούν στις δήθεν απόψεις με τα «Δήθεν» Η απήχηση του κόσμου είναι πια δεδομένη. Κάποιο βράδυ, ενώ οδηγεί με τη μηχανή του, τον πλησιάζει ένα ζευγάρι πάνω σε μηχανή επίσης και του προτείνουν να κάνει μια συναυλία στο αμφιθέατρο της Νομικής. Δέχεται, αλλά πρέπει να σχηματίσει ορχήστρα. Παίρνει τον Γιώργο Σιδέρη μπουζούκι, γιατρός από την Αθήνα που ήξερε τα κομμάτια, και τους υπόλοιπους από τον φοιτητικό όμιλο θεάτρου – κινηματογράφου του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η συναυλία είχε μεγάλη επιτυχία κι ο Νίκος αποφασίζει πως, παρά τις δυσκολίες, αξίζει τον κόπο να ασχοληθεί με τη μουσική. Φτιάχνει το σχήμα του, με μπουζούκι τον Ισίδωρο Παπαδάμου (πρώην «Χειμερινό Κολυμβητή») κι αρχίζουν να παίζουν όπου τους καλούν.
Στην Αθήνα έπαιξαν μόνο για σαράντα μέρες τα Χριστούγεννα του 1983, στο ΖΟΟΜ, ως ΤΑΧΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. Δεν πήγαν καλά οι εμφανίσεις, κι αναγκάστηκε να βάλει κι από τη τσέπη του χρήματα για να πληρωθούν οι μουσικοί που είχαν αφήσει στο μεταξύ τα μεροκάματά τους στη Θεσσαλονίκη για να έρθουν μαζί του. Έκτοτε δεν ξανάπαιξε στην Αθήνα για μεγάλα διαστήματα, εκτός από τα γνωστά live του.

Άρχισε να στήνει λοιπόν ο ίδιος τις περιοδείες του από την επόμενη κιόλας χρονιά. Μέχρι σήμερα έτσι λειτουργεί. Μάλιστα σε περιπτώσεις που οι εισπράξεις ξεπερνούν το ποσό που έχει συμφωνηθεί, τότε το πλεονάζον ποσό μοιράζεται και χρησιμοποιείται από όλους για βιβλία σε βιβλιοθήκες συλλόγων ή παρόμοιες πρωτοβουλίες.

Ο Νίκος Παπάζογλου συμμετέχει στη «Ρεζέρβα» του Σαββόπουλου, στον δίσκο «Χειμερινοί Κολυμβητές» του γνωστού σχήματος και το 1984 κάνει τον πρώτο ουσιαστικά προσωπικό του δίσκο σε ένα ύφος «μικτό και μόνιμο».

Η «Ταχεία θεσσαλονίκης» διαλύεται και …

Δημιουργεί μια ορχήστρα από ερασιτέχνες μουσικούς και από κάποιους φίλους παλιούς επαγγελματίες μουσικούς. Είναι η «Λοξή Φάλαγγα» που κάθε χρόνο όλο κι αλλάζει λίγο τη σύνθεσή της γιατί ο Παπάζογλου προτιμά την ερασιτεχνική ειλικρίνεια από την επαγγελματική δεξιοτεχνία και τις ασφαλείς εκ των προτέρων ενορχηστρώσεις. Το 1986 κυκλοφορεί το «Μέσω νεφών» και παράλληλα συμμετέχει στο «Πότε Βούδας, Πότε Κούδας» των Ρασούλη – Βαγιόπουλου και στο «Ζήτω Το Ελληνικό Τραγούδι» του Σαββόπουλου. Το 1988 έρχεται η συνεργασία με το Μάνο Χατζιδάκη στην μπουάτ «Σείριος» και βεβαίως στο δίσκο «Στο Σείριο Υπάρχουνε Παιδιά».

Το ιδιόμορφο ύφος του, όχι μόνο δεν επηρεάζει, αλλά βοηθά στο να ξεχωρίσει και να χαρακτηρισθεί «η ελπίδα του νέου ελληνικού τραγουδιού».

Ο τύπος που δεν βγάζει από πάνω του τα τζην και το κόκκινο μαντήλι, είναι αυτός που καταφέρνει να γεμίζει γήπεδα και υπαίθρια θέατρα και να ξεσηκώσει τον κόσμο με ένα του μόνο χτύπημα στο ντέφι. Σε τέτοια ατμόσφαιρα βγαίνουν το 1990 τα «Σύνεργα» και βέβαια η ζωντανή ηχογράφηση «Στο Θέατρο Λυκαβηττού» το ‘91, ένας χώρος που πλέον είναι συνδεδεμένος με τις εμφανίσεις του στο τέλος κάθε καλοκαιριού.

Η λεγόμενη «σχολή θεσσαλονίκης» είναι ουσιαστικά η «σχολή Παπάζογλου». Εκείνος άνοιξε το δρόμο, για να ακολουθήσουν όλοι οι υπόλοιποι. Κανείς δεν ξέρει τι μέλλον θα είχαν ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Ορφέας Περίδης, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, οι Μικρές Περιπλανήσεις, ο Γιάννης Μήτσης, η Μελίνα Κανά και τόσοι άλλοι, αν δεν τολμούσε πρώτος ο Παπάζογλου.
Και η αλήθεια είναι πως ο χαμένος θα ήταν το ελληνικό τραγούδι και κατ’ επέκτασιν όλοι εμείς. Όλοι αυτοί κι άλλοι τόσοι πέρασαν από το «Αγροτικόν», ενορχήστρωσαν και ηχογράφησαν τα τραγούδια τους.

«Η δική μου πείρα -τονίζει ο Νίκος- λειτουργεί σαν μια μορφή διακριτικής καθοδήγησης. Ακούω κομμάτια και λέω δεν πρέπει να πάνε χαμένα. Πρέπει να ξεφορτωθείς το πρώτο σου υλικό για να πας παρακάτω. Αλλιώς θα στριφογυρνάς στα ίδια που θα σε βαραίνουν αφόρητα. Αν ο Σωκράτης Μάλαμας ήταν φορτωμένος με τις πρώτες του μπαλάντες τι θα γινόταν; Κάναμε τους δύο πρώτους του δίσκους και μετά πήρε φόρα ο Σωκράτης και κάνει αυτά τα εξαιρετικά τραγούδια».

Σε πολλές δουλειές, η παραγωγή είναι εξ’ ολοκλήρου δική του, με την «ετικέτα» «Στρόγγυλοι Δίσκοι». Αλήθεια τι όνομα είναι αυτό;

«Όταν οι γάλλοι κινδύνευαν να χάσουν το Βιετνάμ, λίγο πριν το Ντιεν Μπιεν Φου και την τελική πτώση, πρότειναν ένα σχέδιο που σαν το είδε ο Χο Τσι Μινχ -ήταν και ποιητής ο άνθρωπος- αναρωτήθηκε: «αυτό είναι κάτι τετράγωνο ή στρογγυλό;» Δηλαδή είναι κάτι που έχει πραγματικό αντίκρυσμα ή είναι γιαλαντζί ντολμάς; Το στρόγγυλο είναι αυτό που έχει πραγματικό αντίκρυσμα κι από εκεί εμπνεύστηκα την ετικέτα Στρόγγυλοι Δίσκοι.»

Χρηματοδοτεί μέχρι δύο δίσκους το χρόνο «ανθρώπων που έχουν τις προδιαγραφές και ταλαιπωρούνται άδικα» Όπως με τον Ορφέα Περίδη που είχε συμβόλαιο με την εταιρεία του και δεν του έκαναν δίσκο. «Του είπα να έρθει στο Αγροτικόν να κάνουμε το δίσκο κι όταν τους είπε να σπάσει το συμβόλαιο, τότε αυτοί του έκαναν το δίσκο που όλοι ξέρουμε τι καταπληκτική τύχη είχε»
Πριν τρία χρόνια κυκλοφόρησε η τελευταία του δισκογραφική δουλειά «Όταν Κινδυνεύεις Παίξε Την Πουρούδα». Δεν έχει μπει γενικά στο παιχνίδι των συχνών εμφανίσεων στα media – τα αποφεύγει σταθερά- και δεν φαίνεται διατεθειμένος να δισκογραφεί μόνο και μόνο για να έχει μια τέτοια παρουσία.

Πέθανε στις 17 Απριλίου 2011.

De Siris

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

Γιάννης Μαρκόπουλος


Γιάννης Μαρκόπουλος

Ο Γιάννης Μαρκόπουλος γεννήθηκε στις 18 Μαρτίου 1939, είναι σύγχρονος Έλληνας συνθέτης.

Βιογραφία

Ο Γιάννης Μαρκόπουλος είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες συνθέτες. Γεννιέται το 1939 στο Ηράκλειο της Κρήτης, από γονείς παλαιών οικογενειών του νησιού, και περνάει τα παιδικά του χρόνια στην Ιεράπετρα. Εκεί, στο ωδείο της παραλιακής αυτής πόλης, παίρνει τα πρώτα του μουσικά μαθήματα στη θεωρία και στο βιολί. Οι πρώτες του επιδράσεις προέρχονται από την τοπική μουσική με τους γρήγορους χορούς και τα επαναλαμβανόμενα μικρά μοτίβα τους, από τη κλασική μουσική, καθώς και από τη μουσική της ευρύτερης ανατολικής Μεσογείου – και ιδιαίτερα της κοντινής Αιγύπτου.

Το 1956 συνεχίζει τις μουσικές σπουδές του στο Ωδείο Αθηνών, με τον συνθέτη Γεώργιο Σκλάβο και τον καθηγητή του βιολιού Joseph Bustidui. Την ίδια εποχή εισάγεται στο Πάντειο Πανεπιστήμιο για κοινωνικές και φιλοσοφικές σπουδές, ενώ παράλληλα συνθέτει για το θέατρο, τον κινηματογράφο και το χορό. Το 1963 βραβεύεται για την μουσική του στις Μικρές Αφροδίτες του Νίκου Κούνδουρου από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και τον ίδιο χρόνο ανεβαίνουν από νέα χορευτικά σύνολα τα μουσικά του έργα Θησέας (χορόδραμα), Χιροσίμα (σουίτα μπαλέτου) και τα Τρία σκίτσα για χορό.

Το 1967 επιβάλλεται στην Ελλάδα η δικτατορία και ο Γιάννης Μαρκόπουλος αναχωρεί στο Λονδίνο. Εκεί εμπλουτίζει τις μουσικές του γνώσεις με την Αγγλίδα συνθέτρια Elisabeth Lutyens. Επίσης συνθέτει την κοσμική καντάτα Ήλιος ο πρώτος, σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη (που τιμάται με το βραβείο Νόμπελ το 1979), και τη μουσική για τη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη (για το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν). Παράλληλα ολοκληρώνει τη μουσική τελετή Ιδού ο Νυμφίος, έργο που κρατά ανέκδοτο, εκτός ενός τμήματος, του περίφημου Ζάβαρα-κάτρα-νέμια, που αποτελεί ένα τα πιο διάσημα κομμάτια του. Την ίδια περίοδο γνωρίζεται με τους συνθέτες Ιάννη Ξενάκη και Γιάννη Χρήστου και έρχεται σε επαφή με τα πλέον πρωτοποριακά μουσικά έργα. Στο Λονδίνο συνθέτει ακόμα τους Χρησμούς, για συμφωνική ορχήστρα, και τους πρώτους Πυρρίχιους χορούς Α, Β, Γ, (από τους 24 που ολοκλήρωσε το 2001), οι οποίοι παίζονται, το 1968, από την ορχήστρα Concertante του Λονδίνου στο Queen Elizabeth Hall. Τότε γράφει και τη μουσική για την Τρικυμία του Σαίξπηρ, που ανεβαίνει από το Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας, σε σκηνοθεσία David Jones.

Το 1969 επιστρέφει στην Αθήνα για να συμβάλει με τα έργα του στην πορεία για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Δημιουργεί μια νέα κίνηση για την τέχνη και τη χρησιμότητά της και αναζητεί την βαθύτερη ενότητα του ανθρώπου με το φυσικό και κοινωνικό του περιβάλλον.

Με την είσοδο της δεκαετίας του ’70, υλοποιεί το μουσικό του όραμα: καταθέτει μουσικά έργα που χαρακτηρίζονται στο σύνολό τους ως νέα πρόταση και τομή για τη μέχρι τότε ελληνική μουσική πραγματικότητα· έργα με ενότητα της αισθητικής και της φιλοσοφικής άποψης του συνθέτη ως προς τις θεμελιακές αρχές τους, με το καθένα όμως από αυτά να είναι διαφορετικό. Ιδρύει ένα νέο και ιδιόμορφο ορχηστικό σχήμα, καθιερώνοντας, με τις συνθέσεις του, την ουσία της μουσικής συμβίωσης και τους συσχετισμούς έκφρασης μεταξύ συμφωνικών και τοπικών οργάνων, μέσω του μελωδικού και ρυθμικού του ορίζοντα, των αρμονικών του δομών και των ηχοχρωμάτων της διάφανης ενορχήστρωσής του. Παράλληλα, προτείνει εμφατικά την «Επιστροφή στις Ρίζες», εννοώντας τον «σχεδιασμό του μέλλοντος, με ενδοσκόπηση, μελέτη και πλησίασμα των άφθαρτων πηγών της ζωντανής τέχνης του κόσμου και επιλεγμένες σύγχρονες πληροφορίες τέχνης». Η πρότασή του αυτή παίρνει τις διαστάσεις ενός κινήματος τέχνης.

Λίγο αργότερα ιδρύει την ορχήστρα Παλίντονος αρμονία, που αποτελείται από όργανα συμφωνικά και ελληνικά. Παρουσιάζει τα έργα του στο στούντιο Λήδρα και αργότερα στη μπουάτ "Κύτταρο", με νέους τραγουδιστές και μουσικούς. Διδάσκει τον τρόπο της ερμηνείας της μουσικής και των τραγουδιών του, στην αισθητική κατεύθυνση που πάντοτε επιζητούσε. Μαζί με τα θεατρικά στιγμιότυπα και τον εικαστικό διάκοσμο στήνει μια πολύτροπη μουσική παράσταση. Διανοούμενοι και φοιτητές γεμίζουν καθημερινά τους χώρους της δραστηριότητάς του, παρά τα εμπόδια της τότε εξουσίας. Τα τραγούδια του, όπως οι Οχτροί, τα Λόγια και τα χρόνια, τα Χίλια μύρια κύματα, η Λένγκω (Ελλάδα), ο Γίγαντας, το Κάτω στης Μαργαρίτας το αλωνάκι, το Καφενείον η Ελλάς, το Ο τόπος μας είναι κλειστός, τα Παραπονεμένα λόγια, το Μιλώ για τα παιδιά μου και πολλά άλλα, γίνονται σύμβολα και μύθοι. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει με τα μουσικά του έργα Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Ο Στράτης ο Θαλασσινός ανάμεσα στους Αγάπανθους, Ήλιος ο Πρώτος, Χρονικό, Ιθαγένεια, Οροπέδιο, Θητεία και Μετανάστες – σε ποίηση και στίχους Σολωμού, Σεφέρη, Ελύτη, Κ.Χ. Μύρη, Μιχ. Κατσαρού, Ελευθερίου, Σκούρτη, Θεοδωρίδη αλλά και δικούς του.
Το 1976 συνθέτει τη μουσική για την τηλεοπτική σειρά του ΒΒC Who pays the Ferryman?, και η επιτυχία του μουσικού θέματος παραμένει στην κορυφή του βρετανικού Hit-Parade για μήνες, ενώ κάνει τον συνθέτη διεθνώς γνωστό.

Στα επόμενα χρόνια η δημοφιλία αυτή εκφράζεται με πολλές μετακλήσεις για συναυλίες, και ο Μαρκόπουλος πραγματοποιεί αλλεπάλληλα ταξίδια ανά τον κόσμο. Επισκέπτεται διαδοχικά, δίνοντας συναυλίες με τα έργα του, τη Νέα Υόρκη, τη Φιλαδέλφεια, το Σικάγο, το Σαν Φρανσίσκο, το Τορόντο, το Μόντρεαλ, τη Στοκχόλμη, το Άμστερνταμ, τη Νάπολη, το Παρίσι, το Βερολίνο, το Μόναχο, τη Φρανκφούρτη, τις Βρυξέλλες, το Λονδίνο καθώς και διάφορες πόλεις της Ρωσίας και της Αυστραλίας.

Στην καλλιτεχνική του παραγωγή, βέβαια, σημαντική θέση έχει η μουσική του για το θέατρο και τον κινηματογράφο: μουσική για έργα του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη, του Μενάνδρου, του Σαίξπηρ, του Τσέχωφ, του Μπέκετ αλλά και σύγχρονων Ελλήνων δραματουργών, και για ταινίες του Κούνδουρου, του Ντασέν, του Κοσμάτου, του Μανουσάκη, του Σκαλενάκη, του Γρηγορίου και άλλων.
Το 1980 ενώνεται και στη ζωή με την τραγουδίστρια και συνεργάτιδά του Βασιλική Λαβίνα. Γεννιέται η κόρη τους Ελένη. Για μια περίοδο ο συνθέτης αποζητεί μια πιο ιδιωτική ζωή με την οικογένειά του, ενώ ξεκινά η προετοιμασία του για το άνοιγμα ενός νέου κεφαλαίου στη μουσική του: στον κορμό των νέων συνθέσεών του εμφανίζονται μελωδικά ξεσπάσματα στηριγμένα στην εκτεταμένη πολυτονικότητα της αρμονικής του δομής –καρποί της φαντασίας του–, που ενισχύονται από το πάθος μιας ανεξάντλητης ζωτικότητας.

Από τις συνθέσεις αυτής της περιόδου σημειώνουμε έργα μουσικής δωματίου, τέσσερα κουαρτέτα, δύο σονάτες, πέντε κομμάτια για βιολί και πιάνο. Από τα έργα ενόργανης μουσικής, το Κονσέρτο-Ραψωδία για λύρα και συμφωνική ορχήστρα,τα Μητρώα για ορχήστρα εγχόρδων,τη Συμφωνία της Ίασης, επίσης δύο ορατόρια και δύο κύκλους τραγουδιών. Το 1994 συνθέτει ένα από τα πιο σημαντικά του έργα,τη Λειτουργία του Ορφέα –για φωνή, χορωδία και ορχήστρα–, που απευθύνεται φιλοσοφικά στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση. Ακολουθούν η Ανα-γέννηση Κρήτη ανάμεσα σε Βενετιά και Πόλη, μουσικό ταξίδι σε 4 ενότητες, η όπερα Ερωτόκριτος και Αρετή, τα Σχήματα σε κίνηση, κονσέρτο για πιάνο εμπνευσμένο από τον Πυθαγόρα, τα Ευήλια τοπία, φαντασία για σόλο φλάουτο, ο Νόμος της Θαλπωρής, ορατόριο-μουσικό θέαμα για φωνές, χορωδία, ορχήστρα πνευστών, μπαλέτο και εικόνες, 16 Πυρρίχιοι χοροί 1980-2001, Τρίπτυχο για φλάουτο έγχορδα και άρπα (2007).

De Siris

Οδυσσέας Ελύτης


Οδυσσέας Ελύτης

Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1911 και πέθανε στις 18 Μαρτίου 1996, φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλλη του Παναγιώτη, ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς του '30. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, γνωστός για τα ποιητικά του έργα Άξιον Εστί, Ήλιος ο πρώτος, Προσανατολισμοί κ.α. 
Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. 

Το έργο του περιλάμβανε ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων. Υπήρξε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κριτικής, Αντιπρόσωπος στις Rencontres Internationales της Γενεύης και Incontro Romano della Cultura της Ρώμης.

Βιογραφία

Νεανικά χρόνια

Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του καταγόταν από τον συνοικισμό Καλαμιάρης της Παναγιούδας Λέσβου και είχε εγκατασταθεί στην πόλη του Ηρακλείου από το 1895, όταν σε συνεργασία με τον αδελφό του ίδρυσε ένα εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργίας. Το παλαιότερο όνομα της οικογένειας Αλεπουδέλλη ήταν Λεμονός, το οποίο αργότερα μετασχηματίστηκε σε Αλεπός. Η μητέρα του καταγόταν από τον Παππάδο της Λέσβου.

Το 1914 ο πατέρας του μετέφερε τα εργοστάσιά του στον Πειραιά και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. O Οδυσσέας Ελύτης εγγράφηκε το 1917 στο ιδιωτικό σχολείο Δ.Ν. Μακρή, όπου φοίτησε για επτά χρόνια, έχοντας μεταξύ άλλων δασκάλους του τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Ι.Θ. Κακριδή. Τα πρώτα καλοκαίρια της ζωής του πέρασαν στην Κρήτη, στη Λέσβο και στις Σπέτσες. Το Νοέμβριο του 1920, μετά την πτώση του Βενιζέλου, η οικογένειά του αντιμετώπισε διώξεις, με αποκορύφωμα τη σύλληψη του πατέρα του, εξαιτίας της προσήλωσής της στις βενιζελικές ιδέες. Ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε στενές σχέσεις με την οικογένεια και είχε φιλοξενηθεί συχνά στην οικία της στο κτήμα του Ακλειδιού. Το 1923 ταξίδεψε οικογενειακώς στην Ευρώπη, επισκεπτόμενος την Ιταλία, την Ελβετία, τη Γερμανία και τη Γιουγκοσλαβία. Στη Λωζάνη ο ποιητής είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Το φθινόπωρο του 1924 εγγράφηκε στο Γ' Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και συνεργάστηκε στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων, χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα. Όπως ο ίδιος ομολογεί (πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία δίνει ο Ελύτης στο βιβλίο του Ανοιχτά Χαρτιά) πρωτογνώρισε τη νεοελληνική λογοτεχνία, αυτός ο θρεμμένος με παγκόσμια έργα του πνεύματος, που ξόδευε όλα του τα χρήματα αγοράζοντας βιβλία και περιοδικά. Εκτός από την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, ασχολήθηκε ενεργά με ορειβατικές εκδρομές στα βουνά της Αττικής και αντιδρώντας στη διάθεσή του για διάβασμα στράφηκε στον αθλητισμό. Ακόμη και τα βιβλία που αγόραζε, έπρεπε να έχουν σχέση με την ελληνική φύση: Καμπούρογλου, Κ.Πασαγιάννης, Στ. Γρανίτσας, κι ένας τρίτομος «Οδηγός της Ελλάδος». Την Άνοιξη του 1927 μία υπερκόπωση και μία αδενοπάθεια τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τις φίλαθλες τάσεις του καθηλώνοντας τον στο κρεβάτι για περίπου τρεις μήνες. Ακολούθησαν ελαφρά συμπτώματα νευρασθένειας και περίπου την ίδια περίοδο στράφηκε οριστικά προς τη λογοτεχνία, γεγονός που συνέπεσε με την εμφάνιση αρκετών νέων λογοτεχνικών περιοδικών όπως η Νέα Εστία και τα Ελληνικά Γράμματα.

Το καλοκαίρι του 1928 πήρε το απολυτήριο του γυμνασίου με βαθμό 73/11. Μετά από πιέσεις των γονέων του, αποφάσισε να σπουδάσει χημικός, ξεκινώντας ειδικά φροντιστήρια για τις εισαγωγικές εξετάσεις του επόμενου έτους. Την ίδια περίοδο ήρθε σε επαφή με το έργο του Καβάφη και του Κάλβου ανανεώνοντας τη γνωριμία του με τη θελκτική αρχαία λυρική ποίηση. Παράλληλα ανακάλυψε το έργο του Πωλ Ελυάρ και των Γάλλων υπερρεαλιστών, που επέδρασαν σημαντικά στις ιδέες του για τη λογοτεχνία, σύμφωνα με τον ίδιο: «...μ’ ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τις δυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησης της, η λυρική ποίηση».

Λογοτεχνία

Κάτω από την επίδραση της λογοτεχνικής του στροφής, παραιτήθηκε από την πρόθεση να ασχοληθεί με τη χημεία και το 1930 εγγράφηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Όταν το 1933 ιδρύθηκε η Ιδεοκρατική Φιλοσοφική Ομάδα στο πανεπιστήμιο, με τη συμμετοχή των Κ. Τσάτσου, Π. Κανελλόπουλου, του Ι. Θεοδωρακόπουλου και του Ι.Συκουτρή, ο Ελύτης ήταν ένας από τους εκπροσώπους των φοιτητών, συμμετέχοντας στα "Συμπόσια του Σαββάτου" που διοργανώνονταν. Την ίδια εποχή μελέτησε τη σύγχρονη ελληνική ποίηση του Καίσαρος Εμμανουήλ (τον Παράφωνο αυλό), την συλλογή Στου γλιτωμού το χάζι του Θεοδώρου Ντόρου, τη Στροφή (1931) του Γιώργου Σεφέρη και τα Ποιήματα (1933) του Νικήτα Ράντου. Με ενθουσιασμό, συνέχισε παράλληλα τις περιπλανήσεις του στην Ελλάδα, τις οποίες περιγράφει ο ίδιος: "Πιονιέροι αληθινοί, μέρες και μέρες προχωρούσαμε νηστικοί και αξύριστοι, πιασμένοι από το αμάξωμα μιας ετοιμοθάνατης Σεβρολέτ, ανεβοκατεβαίνοντας αμμολόφους, διασχίζοντας λιμνοθάλασσες, μέσα σε σύννεφα σκόνης ή κάτω από ανελέητες νεροποντές, καβαλικεύαμε ολοένα όλα τα εμπόδια και τρώγαμε τα χιλιόμετρα με μιαν αχορταγιά που μονάχα τα είκοσί μας χρόνια και η αγάπη μας γι αυτή τη μικρή γη που ανακαλύπταμε, μπορούσαν να δικαιολογήσουν".

Την ίδια περίοδο συνδέθηκε στενότερα με τον Γιώργο Σαραντάρη (1908-1941), ο οποίος τον ενθάρρυνε στις ποιητικές του προσπάθειες, όταν ακόμα ο Ελύτης ταλαντευόταν σχετικά με το αν έπρεπε να δημοσιεύσει τα έργα του, ενώ τον έφερε σε επαφή και με τον κύκλο των Νέων Γραμμάτων (1935-1940, 1944). Το περιοδικό αυτό, με διευθυντή τον Αντρέα Καραντώνη και συνεργάτες παλιούς και νεότερους αξιόλογους Έλληνες λογοτέχνες (Γιώργος Σεφέρης, Γεώργιος Θεοτοκάς, Άγγελος Τερζάκης, Κοσμάς Πολίτης, Άγγελος Σικελιανός κ.ά.), έφερε στην Ελλάδα τις σύγχρονες δυτικές καλλιτεχνικές τάσεις και γνώρισε στο αναγνωστικό κοινό κυρίως τους νεότερους ποιητές, με τη μετάφραση αντιπροσωπευτικών έργων τους ή με άρθρα κατατοπιστικά για την ποίησή τους. Έγινε το πνευματικό όργανο της γενιάς του ’30 που φιλοξένησε στις στήλες του όλα τα νεωτεριστικά στοιχεία, κρίνοντας ευνοϊκά και προβάλλοντας τις δημιουργίες των νέων Ελλήνων ποιητών.

Νέα Γράμματα

Όπως ο Ελύτης αναγνωρίζει, το 1935 στάθηκε μια ιδιαίτερη χρονιά στην πνευματική πορεία του. Τον Ιανουάριο κυκλοφόρησε το περιοδικό Νέα Γράμματα. Το Φεβρουάριο γνώρισε τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που χαρακτηριστικά τον περιέγραψε: «...ο μεγάλης αντοχής αθλητής της φαντασίας, με γήπεδο την οικουμένη ολόκληρη και διασκελισμό τον Έρωτα. Το έργο του, κάθε του καινούργιο έργο, ζωσμένο από ένα μικρό ουράνιο τόξο, είναι μια υπόσχεση προς την ανθρωπότητα, μια δωρεά που αν δεν την κρατούν ακόμα όλοι στα χέρια τους είναι αποκλειστικά και μόνον από δική τους αναξιότητα». Τον ίδιο μήνα ο Εμπειρίκος έδωσε διάλεξη με θέμα «Υπερρεαλισμός, μια νέα ποιητική σχολή», που αποτέλεσε και την πρώτη επίσημη παρουσίαση του υπερρεαλισμού στο ελληνικό κοινό. 
Οι δύο ποιητές συνδέθηκαν με στενή φιλία, που κράτησε πάνω από 25 χρόνια. Το Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, εκτός από το Μυθιστόρημα του Σεφέρη, κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Υψικάμινος του Εμπειρίκου, με ποίηση ορθόδοξα υπερρεαλιστική. Ο Ελύτης, δέκα χρόνια νεότερος, είδε να ανοίγεται μπροστά του διάπλατη μια πόρτα σε μια νέα ποιητική πραγματικότητα, όπου μπορούσε με τα δικά του εφόδια να θεμελιώσει το ποιητικό του οικοδόμημα. Το Πάσχα οι δυο φίλοι επισκέφτηκαν τη Λέσβο, όπου με τη συμπαράσταση των Μυτιληνιών ζωγράφων Ορέστη Κανέλλη και Τάκη Ελευθεριάδη ήρθαν σε επαφή με την τέχνη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, που είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν.
Κατά τη διάρκεια μιας συγκέντρωσης του κύκλου των Νέων Γραμμάτων στο σπίτι του ποιητή Γ.Κ. Κατσίμπαλη, οι παριστάμενοι κράτησαν ορισμένα χειρόγραφα του Ελύτη, με το πρόσχημα να τα μελετήσουν καλύτερα, και τα στοιχειοθέτησαν κρυφά παρουσιάζοντάς τα αργότερα στον ίδιο τον Ελύτη με το ψευδώνυμο Οδυσσέας Βρανάς, με στόχο τη δημοσίευσή τους. Ο Ελύτης αρχικά ζήτησε την απόσυρσή τους απευθύνοντας ειδική επιστολή στον Κατσίμπαλη, ωστόσο τελικά πείστηκε να δημοσιευτούν αποδεχόμενος επίσης το ψευδώνυμο Οδυσσέας Ελύτης.

Η δημοσίευση των πρώτων ποιημάτων του στα Νέα Γράμματα έγινε το Νοέμβριο του 1935, στο 11ο τεύχος του περιοδικού. Ο Ελύτης δημοσίευσε επίσης μεταφράσεις ποιημάτων του Ελυάρ και στο προλογικό του άρθρο παρουσιάζει το δημιουργό τους ως τον ποιητή που «Ό,τι γράφει φτάνει αμέσως στην καρδιά μας, μας χτυπάει κατάστηθα σαν κύμα ζωής άλλης βγαλμένης από το άθροισμα των πιο μαγικών ονείρων μας».

Το 1936, στην «Α' Διεθνή Υπερρεαλιστική Έκθεση των Αθηνών», ο Ελύτης παρουσίασε ζωγραφικούς πίνακες με την τεχνική της χαρτοκολλητικής (collage). Εκείνη τη χρονιά, η ομάδα των νέων λογοτεχνών ήταν πιο στέρεη και μεγαλύτερη. Ο Ελύτης γνωρίστηκε επίσης με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο, που μερικά χρόνια αργότερα τύπωσε την υπερρεαλιστική «Αμοργό». Το 1937 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στην Κέρκυρα, αλληλογραφώντας παράλληλα με το Νίκο Γκάτσο και το Γιώργο Σεφέρη που βρίσκονταν στην Κορυτσά. Λίγο μετά την απόλυσή του, τον επόμενο χρόνο, ο Μήτσος Παπανικολάου δημοσίευσε το άρθρο "Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης" στα Νέα Γράμματα, το οποίο συνέβαλε στην καθιέρωσή του.

Το 1939 εγκατέλειψε οριστικά τις νομικές σπουδές και μετά από αρκετές δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά, τυπώθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο Προσανατολισμοί. Τον επόμενο χρόνο, μεταφράστηκαν για πρώτη φορά ποιήματά του σε ξένη γλώσσα, όταν ο Samuel Baud Bovy δημοσίευσε ένα άρθρο για την ελληνική ποίηση στο ελβετικό περιοδικό Formes et Couleurs.

Αλβανικό μέτωπο

Με την έναρξη του πολέμου ο Ελύτης κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α' Σώματος Στρατού. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μετατέθηκε στη ζώνη πυρός και στις 26 Φεβρουαρίου του επόμενου χρόνου μεταφέρθηκε με σοβαρό κρούσμα κοιλιακού τύφου στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Στη διάρκεια της κατοχής υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά», που ιδρύθηκε στις 30 Μαΐου του 1943. Εκεί, την Άνοιξη του 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου».

Το Νοέμβριο του 1943 εκδόθηκε η συλλογή «Ο Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα», σε 6.000 αριθμημένα αντίτυπα, ένας ύμνος του Ελύτη στη χαρά της ζωής και στην ομορφιά της φύσης. Στα Νέα Γράμματα που άρχισαν να επανεκδίδονται το 1944, δημοσίευσε το δοκίμιό του «Τα κορίτσια», ενώ από το 1945 ξεκίνησε η συνεργασία του με το περιοδικό Τετράδιο μεταφράζοντας ποιήματα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και παρουσιάζοντας σε πρώτη δημοσίευση το ποιητικό του έργο Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Ο πόλεμος του ’40 του έδωσε την έμπνευση και για άλλα έργα, την Καλωσύνη στις Λυκοποριές, την Αλβανιάδα και την ανολοκλήρωτη Βαρβαρία. Την περίοδο 1945-1946 διορίστηκε για ένα μικρό διάστημα Διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, έπειτα από σχετική σύσταση του Σεφέρη, που ήταν διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα Δαμασκηνού. Συνεργάστηκε επίσης με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», όπου δημοσίευσε ορισμένα δοκίμια, την «Ελευθερία» και την «Καθημερινή», όπου διατήρησε ως το 1948 μια στήλη τεχνοκριτικής.

Ευρώπη

Το 1948 ταξίδεψε στην Ελβετία, για να εγκατασταθεί στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στη Σορβόνη. Περιγράφοντας τις εντυπώσεις του από την παραμονή του στη Γαλλία, σχολίασε τα συναισθήματα και τις σκέψεις του: «Ένα ταξίδι που θα μ’ έφερνε πιο κοντά στις πηγές της μοντέρνας τέχνης, συλλογιζόμουνα. Χωρίς να λογαριάζω ότι θα μ’ έφερνε συνάμα πολύ κοντά και στις παλιές μου αγάπες, στα κέντρα όπου είχαν δράσει οι πρώτοι Υπερρεαλιστές,στα καφενεία όπου είχαν συζητηθεί τα Μανιφέστα, στη Rue de l’Odeon και στην Place Blanche, στο Montparnasse και στο St. Germain des Pres». Στο Παρίσι υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Association Internationale des Critiques d’ Art ενώ είχε επίσης την ευκαιρία να γνωριστεί με τους Αντρέ Μπρετόν, Πωλ Ελυάρ, Αλμπέρ Καμύ, Τριστάν Τζαρά, Πιερ Ζαν Ζουβ, Χουάν Μιρό και άλλους.

Με τη βοήθεια του Ελληνογάλλου τεχνοκριτικού E. Teriade, που πρώτος είχε προσέξει την αξία του έργου του συμπατριώτη του Θεόφιλου, συνάντησε τους μεγάλους ζωγράφους Ανρί Ματίς, Μαρκ Σαγκάλ, Αλμπέρτο Τζιακομέτι, Τζόρτζιο ντε Κίρικο και Πικάσο, για του οποίου το έργο έγραψε αργότερα άρθρα και αφιέρωσε στην τέχνη του το ποίημα «Ωδή στον Πικασσό». Το καλοκαίρι του 1950 ταξίδεψε στην Ισπανία ενώ κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Λονδίνο, από τα τέλη του 1950 μέχρι το Μάιο 1951, συνεργάστηκε με το Β.Β.C. πραγματοποιώντας τέσσερις ραδιοφωνικές ομιλίες. Λίγο νωρίτερα είχε ξεκινήσει τη σύνθεση του Άξιον Εστί.

Επιστροφή στην Ελλάδα

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1952 έγινε μέλος της «Ομάδας των Δώδεκα», που κάθε χρόνο απένειμε βραβεία λογοτεχνίας, από την οποία παραιτήθηκε το Μάρτιο του 1953 αλλά επανήλθε δύο χρόνια αργότερα. Το 1953 ανέλαβε και πάλι για ένα χρόνο τη Διεύθυνση Προγράμματος του Ε.Ι.Ρ, διορισμένος από την κυβέρνηση Παπάγου, θέση από την οποία παραιτήθηκε τον επόμενο χρόνο. Στο τέλος του έτους έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Πολιτισμού στη Βενετία, και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν.

Το 1958, μετά από μία δεκαπενταετή περίπου περίοδο ποιητικής σιωπής, δημοσιεύτηκαν αποσπάσματα από το Άξιον Εστί, στην Επιθεώρηση Τέχνης. Το έργο εκδόθηκε το Μάρτιο του 1960 από τις εκδόσεις Ίκαρος, αν και φέρεται τυπωμένο το Δεκέμβριο του 1959. Λίγους μήνες αργότερα απέσπασε για το Άξιον Εστί το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Την ίδια περίοδο εκδόθηκαν και οι «Έξη και Μία Τύψεις για τον Ουρανό». Το 1961 με κυβερνητική πρόσκληση επισκέφτηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες από τα τέλη Μαρτίου έως τις αρχές Ιουνίου. Τον επόμενο χρόνο μετά από ένα ταξίδι στη Ρώμη επισκέπτεται τη Σοβιετική Ένωση, προσκεκλημένος μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο και τον Γιώργο Θεοτοκά. Το δρομολόγιο που ακολούθησαν περιλάμβανε την Οδησσό, τη Μόσχα, όπου έδωσε μία συνέντευξη, και το Λένινγκραντ.

Το 1964 ξεκίνησε η ηχογράφηση του μελοποιημένου Άξιον Εστί από τον Μίκη Θεοδωράκη ενώ η συνεργασία του Ελύτη με το συνθέτη είχε ξεκινήσει ήδη από το 1961. Το ορατόριο του Θεοδωράκη εντάχθηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών και επρόκειτο αρχικά να παρουσιαστεί στο Ηρώδειο, ωστόσο το Υπουργείο Προεδρίας αρνήθηκε να το παραχωρήσει, με αποτέλεσμα ο Ελύτης και ο Θεοδωράκης να αποσύρουν το έργο, το οποίο παρουσιάστηκε τελικά στις 19 Οκτωβρίου στο κινηματοθέατρο Rex.

To 1965 του απονεμήθηκε από τον Κωνσταντίνο Β΄ το παράσημο του Ταξιάρχου του Φοίνικος και το επόμενο διάστημα ολοκλήρωσε τη συλλογή δοκιμίων που θα συγκροτούσαν τα Ανοιχτά Χαρτιά. 
Παράλληλα πραγματοποίησε ταξίδια στη Σόφια, καλεσμένος της Ένωσης Βουλγάρων Συγγραφέων και στην Αίγυπτο. Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, απείχε από τη δημοσιότητα ασχολούμενος κυρίως με τη ζωγραφική και την τεχνική του κολάζ[5], ενώ αρνήθηκε πρόταση να απαγγείλει ποιήματά του στο Παρίσι εξαιτίας της δικτατορίας που επικρατούσε. Στις 3 Μαΐου του 1969 εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου ξεκίνησε τη συγγραφή της συλλογής Φωτόδεντρο. Λίγους μήνες αργότερα επισκέφτηκε για ένα διάστημα την Κύπρο, ενώ το 1971 επέστρεψε στην Ελλάδα και τον επόμενο χρόνο αρνήθηκε να παραλάβει το "Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας" που είχε θεσπίσει η δικτατορία. Μετά την πτώση της δικτατορίας, διορίστηκε πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ι.Ρ.Τ. και μέλος για δεύτερη φορά του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου (1974 - 1977). Παρά την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να συμπεριληφθεί στους καταλόγους των βουλευτών επικρατείας, ο Ελύτης αρνήθηκε, παραμένοντας πιστός στην αρχή του να μην αναμιγνύεται ενεργά στην πολιτική πρακτική. Το 1977 αρνήθηκε επίσης την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού.

Βραβείο Νόμπελ

Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε το πολύπλευρο πνευματικό του έργο. Το 1978 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ενώ το 1979 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η αναγγελία της απονομής του βραβείου από την Σουηδική Ακαδημία έγινε στις 18 Οκτωβρίου "για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα τού σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία" σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης. Ο Ελύτης παρέστη στην καθιερωμένη τελετή απονομής του βραβείου στις 10 Δεκεμβρίου του 1979, παραλαμβάνοντας το βραβείο από τον βασιλιά Κάρολο Γουστάβο και γνωρίζοντας παγκόσμια δημοσιότητα. Τον επόμενο χρόνο κατέθεσε το χρυσό μετάλλιο και τα διπλώματα του βραβείου στο Μουσείο Μπενάκη. Την απονομή του Νόμπελ, ακολούθησαν τιμητικές διακρίσεις εντός και εκτός Ελλάδας, μεταξύ αυτών και η απονομή φόρου τιμής σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων, η αναγόρευση του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, η ίδρυση έδρας νεοελληνικών σπουδών με τίτλο "Έδρα Ελύτη", στο πανεπιστήμιο Rutgers του Νιου Τζέρσεϊ, καθώς και η απονομή του αργυρού μεταλλίου Benson από τη Βασιλική Φιλολογική Εταιρεία του Λονδίνου.
Πέθανε στις 18 Μαρτίου του 1996 από ανακοπή καρδιάς, στην Αθήνα.

Έργο

Ο Οδυσσέας Ελύτης αποτέλεσε έναν από τους τελευταίους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς του '30, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας υπήρξε το ιδεολογικό δίλημμα ανάμεσα στην ελληνική παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Ο ίδιος ο Ελύτης χαρακτήριζε τη δική του θέση στη γενιά αυτή ως παράξενη σημειώνοντας χαρακτηριστικά: "από το ένα μέρος ήμουνα ο στερνός μιας γενιάς, που έσκυβε στις πηγές μιας ελληνικότητας, κι απ' την άλλη ήμουν ο πρώτος μιας άλλης που δέχονταν τις επαναστατικές θεωρίες ενός μοντέρνου κινήματος". Το έργο του έχει επανειλημμένα συνδεθεί με το κίνημα του υπερρεαλισμού, αν και ο Ελύτης διαφοροποιήθηκε νωρίς από τον "ορθόδοξο" υπερρεαλισμό που ακολούθησαν σύγχρονοί του ποιητές όπως ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Νίκος Εγγονόπουλος ή ο Νικόλαος Κάλας. Επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό και δανείστηκε στοιχεία του, τα οποία ωστόσο αναμόρφωσε σύμφωνα με το προσωπικό του ποιητικό όραμα, άρρηκτα συνδεδεμένο με το λυρικό στοιχείο και την ελληνική λαϊκή παράδοση. Οι επιρροές από τον υπερρεαλισμό διακρίνονται ευκολότερα στις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του Προσανατολισμοί (1940) και Ήλιος ο πρώτος (1943).

Μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του υπήρξε το ποίημα Το Άξιον Εστί (1959), έργο με το οποίο ο Ελύτης διεκδίκησε θέση στην εθνική λογοτεχνία, προσφέροντας ταυτόχρονα μία «συλλογική μυθολογία» και ένα «εθνικό έργο»[. Η λογοτεχνική κριτική υπογράμμισε την αισθητική αξία του καθώς και την τεχνική του αρτιότητα. Η γλώσσα του επαινέθηκε για την κλασσική ακρίβεια της φράσης ενώ η αυστηρή δόμησή του χαρακτηρίστηκε ως άθλος που «δεν αφήνει να διαφανεί πουθενά ο παραμικρός βιασμός της αυθόρμητης έκφρασης». Τον «εθνικό» χαρακτήρα του Άξιον Εστί υπογράμμισαν μεταξύ άλλων ο Δ.Ν. Μαρωνίτης και ο Γ.Π. Σαββίδης, ο οποίος σε μία από τις πρώτες κριτικές του ποιήματος διαπίστωσε πως ο Ελύτης δικαιούταν το επίθετο «εθνικός», συγκρίνοντας το έργο του με αυτό του Σολωμού, του Παλαμά και του Σικελιανού.

Η μεταγενέστερη πορεία του Ελύτη υπήρξε πιο ενδοστρεφής, επιστρέφοντας στον αισθησιασμό της πρώιμης περιόδου του και σε αυτό που ο ίδιος ο Ελύτης αποκαλούσε ως έκφραση μιας «μεταφυσικής του φωτός»: «Έτσι το φως, που είναι η αρχή και το τέλος κάθε αποκαλυπτικού φαινομένου, δηλώνεται με την επίτευξη μιας ολοένα πιο μεγάλης ορατότητας, μιας τελικής διαφάνειας μέσα στο ποίημα που επιτρέπει να βλέπεις ταυτοχρόνως μέσα απ' την ύλη και μέσα από την ψυχή»[10] Ιδιόμορφο, αλλά και ένα από τα σημαντικότερα έργα του Ελύτη, μπορεί να χαρακτηριστεί το σκηνικό ποίημα Μαρία Νεφέλη (1978), στο οποίο χρησιμοποιεί - για πρώτη φορά στην ποίησή του - την τεχνική του κολάζ.
Πέρα από το ποιητικό του έργο, ο Ελύτης άφησε σημαντικά δοκίμια, συγκεντρωμένα στους τόμους Ανοιχτά Χαρτιά (1974) και Εν Λευκώ (1992), καθώς και αξιόλογες μεταφράσεις Ευρωπαίων ποιητών και θεατρικών συγγραφέων.

Εργογραφία:

Ποιητικές συλλογές

«Προσανατολισμοί» (1940)
«Ηλιος ο πρώτος, παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα» (1943)
«Το Άξιον Εστί» (1959)
Έξη και μια τύψεις για τον ουρανό (1960)
Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας (1962)
Θάνατος και ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (1971)
Ο Ήλιος ο ηλιάτορας (1971)
Το φωτόδεντρο και Η δέκατη τέταρτη ομορφιά (1971)
Τα ρω του έρωτα (1972)
Ο Φυλλομάντης (1973)
«Τα Ετεροθαλή» (1974)
«Σηματολόγιον» (1977)
«Μαρία Νεφέλη» (1978)
«Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας» (1982)
«Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» (1984)
«Ο Μικρός Ναυτίλος» (1985)
«Τα Ελεγεία της Οξώπετρας» (1991)
«Η ποδηλάτισσα» (1991)
«Δυτικά της λύπης» (1995)
«Εκ του πλησίον» (1998)

Πεζά, δοκίμια

«Η Αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου», (1942)
«Ο ζωγράφος Θεόφιλος» (1973))
«Ανοιχτά χαρτιά» (1974)
«Η μαγεία του Παπαδιαμάντη» (1976)
«Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο» (1978)
«Ιδιωτική Οδός» (1989)
«Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά» (1990)
«Εν λευκώ» (1992)
«Ο κήπος με τις αυταπάτες» (1995)

Μεταφράσεις

«Δεύτερη γραφή» (1976)
«Σαπφώ» (1984)
«Η αποκάλυψη» (1985)

De Siris